Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Νυχτερινοί Διάλογοι





-          Τι θα κάνω;!
-          Σχετικά με τι;
-          Τι θα κάνω, τι θα απογίνω ο άμοιρος, μπορείς να μου πεις; Ο χρόνος είναι τόσο λίγος, τόσο απελπιστικά περιορισμένος… δε φτάνει για τίποτε!
-          Μπορείς να μου πεις τι έχεις πάθει;
-          Χριστέ μου…!
-          Έλα, ηρέμησε… ηρέμησε και πες τα μου όλα με το μαλακό… με ακούς; Εμπρός; Με ακούς;
-          Τι … σ… πρ…πω. Άσε με ήσυχο! Είμ… έ… τίπ… Έν… μηδ…
-          Στάσου επιτέλους σε ένα μέρος. Μη μετακινείσαι γιατί χάνεται το σήμα σου και δε μπορώ να σε ακούσω.
-          Ω…
-          Α, μα θα κλείσω το τηλέφωνο αν συνεχίσεις έτσι! Σύνελθε!
-          Καλά. Σταματώ. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει νόημα πια…
-          Τι δεν έχει νόημα πια;
-         
-          Μ’ έχεις κουράσει τώρα τελευταία. Το ξέρεις αυτό; Πόσο πια ν’ αντέξω τη μελαγχολία σου και την απαισιοδοξία σου! Κατάντησα καταθλιπτική εξαιτίας σου.
-          Συγνώμη. Το ξέρω ότι εγώ φταίω για όλα! Για την καταστροφή και τη δική σου και τη δική μου, εγώ είμαι ο μόνος που φταίει!
-          Ε, βέβαια… οι αυτό-οικτιρμοί είναι ένα από τα συμπτώματα της πάθησης που σε δέρνει τελευταία. Δε θα μπορούσα να μην περιμένω κάποια δόση ενοχικής συμπεριφοράς μαζί μ’ όλα τα άλλα συμπτώματα του συνδρόμου που σε δέρνει.
-          Έχεις δίκιο, συγνώμη…
-          Τι συγνώμη και συγνώμη όλη την ώρα! Αμάν πια! Μου μαύρισες την ψυχή!
-          Έχεις δίκιο…
-          Όχι! Δεν έχω δίκιο! Πάψε πια! Σύνελθε!
-          Πώς να συνέλθω Σόνυα; Αφού είμαι ένα τίποτα. Ένα τίποτα απολύτως! Ξέρεις πόσο χρονών είμαι; Ξέρεις;
-          Όσο είμαι κι εγώ… και δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνεις συνέχεια αυτό! Να, λοιπόν, που τα κατάφερες πάλι να μου χαλάσεις τη διάθεση. Είμαστε τριάντα δύο χρονών. Είσαι ευχαριστημένος τώρα;
-          Δεν το εννοούσα έτσι όπως φαντάζεσαι. Άλλο εννοούσα…
-          Ξέρω τι εννοείς, δεν είμαι καμιά χαζή. Η ώρα είναι περασμένη και πρέπει να κοιμηθώ. Δε θα αντέξω την ίδια μονότονη συζήτηση και πάλι. Πάω να κοιμηθώ… καληνύχτα!
-          Στάσου! Μην κλείσεις!
-          Ωραία… πες ό,τι έχεις να πεις. Τελικά είμαι καταδικασμένη να ακούσω για άλλη μια φορά όλο το δραματικό μονόλογο από την αρχή.
-          Αν είναι έτσι… τότε καληνύχτα! Άντε να κοιμηθείς τον ύπνο του δικαίου! Δε θα σου ξαναμιλήσω ποτέ για ό,τι με απασχολεί και με βασανίζει. Ναι, λοιπόν, δε θα ξανακούσεις άλλη φορά τον αφόρητο αυτό μονόλογο.
-          Έλα τώρα… μην αντιδράς έτσι… πες μου, ακούω. Αφού ξέρεις ότι σ’ αγαπώ Πωλ και φοβάμαι για σένα έτσι όπως έχεις βουτηχτεί μες στην κατάθλιψη. Ας μιλήσουμε για κάτι χαρούμενο. Πες μου τι έκανες σήμερα;
-          Τι έκανα σήμερα; Τι έκανα σήμερα; Τι περιμένεις ρε Σόνυα να έχω κάνει σήμερα; Τι διαφορετικό από τα συνηθισμένα θα μπορούσα να έχω κάνει;
-          Καλά, τότε. Ας πούμε για το ταξίδι που θα ήθελα να κάνουμε…
-          Καμιά φορά θαρρώ πως δεν είσαι στα καλά σου!
-          Με προσβάλεις Πωλ. Είσαι τόσο δα κοντά στη διαχωριστική γραμμή…
-          Ε, μα τι να σου πω κι εγώ! Μιλάς και φέρεσαι λες και δεν έχεις ιδέα ποιο είναι το πρόβλημα που με βασανίζει!
-          Τόση ώρα το φέρνεις από δω, το φέρνεις από ‘κει… δε μπορείς να μην το ξεφουρνίσεις… ε, άντε, λοιπόν, πες το να ησυχάσεις!
-          Κάτι τέτοιες στιγμές πιστεύω πως δεν έχει νόημα η ζωή. Τι έκανα σήμερα; Τι έκανα χθες; Τι έκανα προχτές; Μια τρύπα στο νερό έκανα! Ένα ολοστρόγγυλο τίποτα!
-          Ωχ, Θεέ μου… υπομονή εαυτέ μου…
-          Ε, ναι, λοιπόν. Να κάνεις υπομονή. Οφείλεις να κάνεις υπομονή και να με ακούσεις.
-          Τι κακό έκανα η δύστυχη και τιμωρούμαι έτσι. Πωλ, νυστάζω. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για πολύ ακόμη. Πρέπει να κοιμηθώ γιατί αύριο θα ξυπνήσω πάλι πρωί-πρωί για τη δουλειά. Ξέρεις πόσα παιδιά μου έχουν αναθέσει; Και σαν να μην έφτανε αυτό, το ένα τους υποπτευόμαστε ότι πάσχει από κυστική ίνωση. Καταλαβαίνεις τι θα πει αυτό; Μπορείς να φανταστείς τι διερεύνηση χρειάζεται και πόσες εξετάσεις πρέπει να παραγγείλω; Έχει ένα φάκελο σα βιβλίο μεγάλο και πρέπει να τον μάθω απ’ έξω.
-          Χέστηκα για το προβληματικό σου με την κυστική ίνωση!
-          Μη μιλάς έτσι!
-          Γιατί; Τι κακό είπα; Εδώ πεθαίνουν κάθε μέρα άνθρωποι υγιέστατοι από δυστυχήματα χωρίς να φταίνε σε τίποτα απολύτως κι εσύ ασχολείσαι με τελειωμένες περιπτώσεις!
-          Δεν είναι έτσι όπως τα λες. Εξάλλου, αυτή είναι η δουλειά μου και πρέπει να δείχνεις λίγο περισσότερο σεβασμό σ’ αυτή και να μη με προσβάλλεις έτσι εύκολα κι απερίσκεπτα. Μήπως εσύ δεν είσαι που πρέπει να αντιμετωπίσεις όλα τα πτώματα με τις καρδιακές ανεπάρκειες και να τα αναστήσεις;
-          Το παραδέχομαι, έτσι είναι. Τι θέλεις να πω; Να κάνω δήλωση μετανοίας; Όχι, δε θα σου κάνω τη χάρη. Εγώ τουλάχιστον παραδέχομαι πως έχω σιχαθεί τη δουλειά μου. Το λέω σε κάθε ευκαιρία.
-          Πωλ, πρέπει να κοιμηθούμε. Έλα, ας κλείσουμε τώρα και θα τηλεφωνηθούμε αύριο. Πέσε να κοιμηθείς για να ξεκουραστείς. Εφημερεύεις αύριο και πρέπει να έχεις καθαρό μυαλό.
-          Όχι! Θα μιλήσουμε! Δεν καταλαβαίνεις πόσο δυστυχισμένος είμαι; Αν δεν τα πω σε ‘σένα, σε ποιον θα τα πω να ξεθυμάνω;
-          Αυτός είναι ο σκοπός σου; Να ξεθυμάνεις;
-          …Και αυτός!
-          Λέγε... (Χριστέ μου τι τραβάω βραδιάτικα…)
-          Τι μουρμουρίζεις; Μίλα πιο κοντά στο μικρόφωνο γιατί δε σε ακούω.
-          Τίποτα… λέγε, λοιπόν.
-          Ξέρεις τον Kurt Weill; Έχεις ακούσει τίποτα γι αυτόν;
-          Ποιος είναι πάλι αυτός; Το όνομα αυτό μου ακούγεται κάπως γνωστό, αλλά δεν μου ‘ρχεται τίποτα συγκεκριμένο στο μυαλό αυτή τη στιγμή.
-          Βλέπεις, λοιπόν, που έχω δίκιο;
-          Σε τι έχεις δίκιο; Α, μα θα με σκάσεις απόψε!
-          Έχω δίκιο που σου λέω πως είμαστε και οι δυο ένα τίποτα, ένα μηδενικό, δυο απόλυτες ασημαντότητες!
-          Θα σε παρακαλέσω να μιλάς για τον εαυτό σου και μόνο. Εμένα μη με ανακατεύεις στις νυχτερινές υπαρξιακές σου αγωνίες.
-          Καλά, λοιπόν. Θα μιλήσω για μένα. Εσύ είσαι ευτυχισμένη μες στην άγνοιά σου! Αλλά, δε φταις εσύ! Κάνεις το καλύτερο για σένα. Αυτοπροστατεύεσαι. Έχεις εφεύρει ένα ολόκληρο μηχανισμό αυτοάμυνας απέναντι σε κάθε τι που θα μπορούσε να σε μειώσει. Μακάρι να ήμουν κι εγώ σαν κι εσένα, αλλά, βλέπεις, εγώ ξέρω πολύ καλά τον εαυτό μου, ξέρω τα πάντα για μένα. Δεν χρειάζομαι κανένα Ψυχολόγο ή Ψυχίατρο για να με αναλύσει και να μου αποκαλύψει το ποιος στ’ αλήθεια είμαι. Δε θα μπορούσα, όμως, να πω το ίδιο και για σένα…
-          Ώστε, χρειάζομαι και Ψυχίατρο τώρα. Δε φταις εσύ. Φταίω εγώ που υποβάλλομαι με τη θέλησή μου στο μεταμεσονύχτιο παραλήρημά σου.
-          Ώστε δεν ξέρεις τον Kurt Weill!
-          Όχι, δεν τον ξέρω! Ικανοποιήθηκες τώρα; Πες μου εσύ ποιος είναι για να μορφωθώ!
-          Αγάπη μου, ούτε εγώ τον ήξερα ως τώρα! Είναι, όμως, δυνατό να μου συμβαίνει κάτι τέτοιο; Με ποιο δικαίωμα, άραγε, μιλώ για τέχνη; Πόσο θράσος έχω για να αυτοαποκαλούμαι συγγραφέας, όταν είμαι τόσο άσχετος για τα πάντα! Τι ξέρω, επομένως; Για ποιο πράγμα να γράψω; Τι συνδυαστικές σκέψεις να αποτυπώσω στο χαρτί; Δεν μπορεί όλα όσα γράφει κανείς να είναι μονάχα το αποκύημα της φαντασίας του γράφοντος, εικόνες, ιδέες και καταστάσεις πλήρως ασύνδετες με το υπαρκτό, κατακερματισμένες, αστήριχτες στο παγκόσμιο πολιτισμικό υπόβαθρο.
-          Μα ξέρεις τόσα πολλά! Έχεις διαβάσει τόσα και τόσα βιβλία…
-          Και τι μ’ αυτό καλή μου; Δεν έχω ιδέα από Τέχνη! Είμαι σχεδόν ολοκληρωτικά άξεστος!
-          Η κατάθλιψη σε κάνει να βυθίζεσαι στον αυτό-οικτιρμό και την αμφιβολία για τις δυνατότητές σου. Έχεις μελαγχολία, αυτό είναι όλο. Αν εσύ είσαι τόσο άσχετος, όπως λες, τότε τι είναι οι υπόλοιποι που αποτελούν τον περίγυρό μας; Οι περισσότεροι δεν έχουν διαβάσει βιβλία περισσότερα από τα δάχτυλα των δύο χεριών τους και, παρ’ όλα αυτά, τους βλέπεις τόσο ικανοποιημένους με τον εαυτό τους. Γιατί ταλαιπωρείς έτσι τον εαυτό σου!
-          Τώρα καταλαβαίνω γιατί εσύ είσαι ικανοποιημένη με τον εαυτό σου: χρησιμοποιείς ως βάση σύγκρισης τη μερίδα του κόσμου που σε βολεύει.
-          Μα, γιατί; Είσαι πάνω από το μέτριο. Αυτό δε σου φτάνει;
-          Όχι! Όχι! Δε μου φτάνει!
-          Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις. Είναι περασμένη η ώρα και θα ξεσηκώσεις τους γείτονές  σου!
-          Δε με νοιάζει! Αφού είμαι ένα τίποτα, ένα ανθρωπάριο, ένα αλχημιστικό homunculus με παραφουσκωμένο εγωισμό και μονάχα περιαυτολογία. Μου αξίζει να πάω ακόμη και αυτόφωρο.
-          Θέλεις να ανοίξουμε το Skype για να μπορούμε να βλεπόμαστε και να μιλάμε ταυτόχρονα; Έλα, άνοιξε το πρόγραμμα, μπορεί να σου κάνει καλό…
-          Βαριέμαι ν’ ανοίξω τον υπολογιστή αυτή τη στιγμή. Καλά μιλάμε κι έτσι. Εξάλλου, δε μπορείς να με παρηγορήσεις γι αυτό που νιώθω ακόμη κι αν βλέπω την εικόνα σου.
-          Μην είσαι τόσο ταπεινόφρων, Πωλ. Αφού ξέρεις τόσα πολλά. Τι έχεις πάθει πάλι; Πιστεύω ότι απλά σε κούρασε η δουλειά και δεν είσαι ο εαυτός σου. Πέσε να κοιμηθείς για να ξυπνήσεις αύριο ξεκούραστος.
-          Είναι φορές που θαρρώ ότι καλύτερα θα ήταν να μιλούσα στον τοίχο, ή στον καθρέφτη γυρνώντας την πλάτη και απευθυνόμενος στον κώλο μου!
-          Γίνεσαι χυδαίος και δε μου αξίζει αυτή η συμπεριφορά. Πώς μιλάς έτσι στο κοριτσάκι σου. Γίνε λιγάκι γλυκός. Πες μου ένα τρυφερό λόγο. Έλα, σώπασε, θα πάμε ένα όμορφο ταξιδάκι στη Ρώμη και θα τα ξεχάσεις όλα.
-          Τι ταξίδια και διακοπές μου τσαμπουνάς; Τι να το κάνω το ταξίδι; Με ένα ταξιδάκι των πέντε ή επτά ημερών θαρρείς πως θα καλύψω τα τεράστια κενά που με ταλανίζουν, τα αγεφύρωτα εσωτερικά χάσματα που έχουν πλατύνει τόσο πολύ ώστε μοιάζουν πλέον με βάραθρα που θα με καταπιούν από στιγμή σε στιγμή; Αλίμονο, πιστεύεις ότι ένα τέτοιο ταξίδι θα λύσει τα προβλήματά μας; Σύνελθε και βάλε το νου σου να δουλέψει λιγάκι. Μα τι θαρρείς; Ότι δεν θα επιστρέψουμε κάποτε από τη Ρώμη; Ε, λοιπόν, πού νομίζεις ότι θα βρεθούμε; Θα σου πω εγώ: θα ξαναπέσουμε στα ίδια βρωμερά σκατά, στην ίδια σκατοδουλειά και στην ίδια κι απαράλλαχτη σκατορουτίνα. Και τότε θα είναι ακόμη πιο σκληρή η πτώση, θα είναι μια τραγική πρόσκρουση. Ξέρεις πώς θα σου φανεί η πρώτη μέρα της επιστροφής σ’ αυτή την παλιοχώρα, σ’ αυτή τη σκουπιδόπολη που λέγεται Αθήνα με την άναρχη δόμηση και τις τσιμεντένιες πολυκατοικίες; Φαντάσου μονάχα την πρώτη ημέρα της επιστροφής σου στην Κλινική και… στην κυστική ίνωση. Τώρα δα μου 'ρθε στο νου μια εικόνα: πρόκειται για τους πρώτους στίχους του “Paradise Lost” του Milton.
-          Για πες μου…
-          Το έργο αυτό ξεκινά με την πτώση του Εωσφόρου και των δαιμόνων του και την καταβαράθρωσή τους στην Κόλαση μετά την πρώτη και συνάμα στερνή ουράνια μάχη που δόθηκε με τις λεγεώνες των Αρχαγγέλων. Ωραία παρομοίωση, θαρρώ, έκανα μόλις τώρα… συμφωνείς;
-          Βλέπεις, λοιπόν; Δεν είναι τα πράγματα τόσο τραγικά κι απέλπιδα όσο τα παρουσιάζεις. Διαπιστώνεις, επομένως, και μόνος σου ότι έχεις αρκετές γνώσεις και ένα στέρεο μορφωτικό υπόβαθρο όπου μπορείς να βασιστείς.
-          Αλήθεια, πιστεύεις ότι αυτή η αναφορά που μόλις έκανα σε ένα τόσο πασίγνωστο κλασικό έργο είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να επαίρομαι; Μα πρόκειται για κάτι τόσο γνωστό, ένα κοινό τόπο, κάτι αυτονόητο!
-          Μην το λες. Εγώ δεν ξέρω πολλούς που να το έχουν διαβάσει. Ούτε καν ποιος είναι ο Milton δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι. Γι αυτό σου λέω…
-          Με κοροϊδεύεις; Θαρρείς πως είμαι κανένα σχολιαρόπαιδο και μπορείς να με παραπλανήσεις και να με καθησυχάσεις με δυο γλυκές κουβέντες για να με βάλεις για ύπνο; Είσαι πολύ έξυπνη για να συνεχίζεις να μην καταλαβαίνεις την αγωνία μου!
-          Μα, αγάπη μου, δε μπορείς να τα ξέρεις όλα! Είσαι μικρός ακόμη…
-          Μικρός είναι κάποιος στα τριάντα δύο του; Άλλο πάλι και τούτο! Σε τέτοια ηλικία σταυρώθηκε ο Χριστός έχοντας προλάβει να κάνει ένα σωρό πράγματα! Ο Beethoven, ο Chopin και τόσοι άλλοι είχαν ως αυτή την ηλικία μεγαλουργήσει. Για να μην αναφέρω και άλλους αναρίθμητους από κάθε μετερίζι της Τέχνης!
-          Για τους συγγραφείς η ηλικία αυτή θεωρείται μικρή. Οι περισσότεροι έγιναν διάσημοι σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία. Άρα, έχεις ακόμη περιθώρια… (υποψία μειδιάματος στην άλλη άκρη της γραμμής)
-          Γελάς;! Με κοροϊδεύεις;! Δε φταις εσύ, εγώ φταίω που κάθομαι και σου εξομολογούμαι τις αγωνίες μου! Άντε, σε καληνυχτώ! Πήγαινε να κοιμηθείς τον ύπνο του δικαίου.
-          Όχι, όχι, ας μην κλείσουμε ακόμη!
-          Γιατί; Για να συνεχίσεις να με περιγελάς;
-          Δε σε περιγελώ. Σ’ αγαπώ όσο καμία άλλη σε τούτο τον κόσμο. Το ξέρεις…
-          Το ξέρω κούκλα μου, αλλά αυτό δε λύνει το πρόβλημά μου, ξέρεις. Είναι τόσο τεράστια η γνώση που συσσωρεύεται μέρα με τη μέρα. Νέα ονόματα πνευματικών ανθρώπων ξεχύνονται καθημερινά από τους τέσσερις ορίζοντες που νιώθει κανείς τόσο ανήμπορος για να μπορέσει να ακολουθήσει τις εξελίξεις. Και πόσο μάλλον, όταν δεν γνωρίζει καν όλους τους Κλασικούς…
-          Δηλαδή ο, πώς τον είπες πρωτύτερα…
-          Ο Kurt Weill.
-          Ναι, αυτός. Είναι κλασικός;
-          Δεν είναι κλασικός με την έννοια της χρονολογικής εποχής που έζησαν και μεγαλούργησαν οι Κλασικοί συγγραφείς και συνθέτες. Είναι το εικοστού αιώνα αυτός. Αλλά είναι πολύ γνωστός συνθέτης κυρίως στο χώρο του θεάτρου και συνεργάστηκε με τον Bertolt Brecht.
-          Ώστε έτσι… (ανεπαίσθητο χάχανο στην άλλη άκρη της γραμμής)
-          Πάλι μου φαίνεται ότι με κοροϊδεύεις…
-          Όχι, προς Θεού!
-          Ακόμη και σε ότι αφορά στον ίδιο τον Brecht κατάφερα μονάχα να διαβάσω ως τα τώρα το “Μυθιστόρημα της Πεντάρας” και έχω δει στο θέατρο την “Όπερα της Πεντάρας” και το “Μάνα Κουράγιο”. Πόσο τραγικό ακούγεται αυτό! Και θέλω να λέγομαι συγγραφέας, τρομάρα μου!
-          Μα, δε μπορείς να τα έχεις δει ή να τα έχεις διαβάσει όλα, τέλος πάντων.
-          Το “όλα” από το ελάχιστο ή το “σχεδόν τίποτα” απέχουν όσο η Γη από τον Ήλιο!
-          Ε, τότε, αν καίγεσαι τόσο πολύ να μάθεις για τον Brecht κάθισε και διάβασε…
-          Α, μα θα με βγάλεις από τα ρούχα μου! Δεν καταλαβαίνεις ότι το θέμα μου δεν είναι ο Brecht, ή ο Kurt Weill, ή ο οποιοσδήποτε μεμονωμένος δημιουργός που κατάφερε να σφηνωθεί μια για πάντα στην Παγκόσμια Ιστορία της Τέχνης. Τόση ώρα προσπαθώ να σου πω πως νιώθω ανεπαρκής, σχεδόν απαίδευτος! Και το χειρότερο είναι ότι πρέπει να χαλάω ώρες ολάκερες στην ιατρική και στο διάβασμα για παθήσεις και φυσιολογία και ιστούς και κύτταρα και οργανίδια και μόρια και όλες τις παραφυάδες της ματαιοδοξίας των ηλίθιων σύγχρονων ανθρώπων και της ανικανότητάς τους να συμβιβαστούν με το θάνατο. Μα είναι απαραίτητο, τέλος πάντων, να ζήσουν όλοι σε τούτο τον πλανήτη; Χιλιετίες επί χιλιετιών και αιώνες επί αιώνων που η Ιατρική ήταν μονάχα μια αγέννητη ιδέα στην εγκυμονούσα κοιλιά της Φιλοσοφίας αρχικά κι έπειτα της Επιστήμης, τι το κακό συνέβαινε, άραγε; Μήπως δεν επέζησε η ανθρωπότητα; Μήπως δεν γεννιούνταν διάνοιες και διανοούμενοι και φιλόσοφοι; Έχει, άραγε, τόση σημασία να επιζήσει το κάθε σύνδρομο Down από τη μία, ή το κάθε πτώμα των ενενήντα χρονών από την άλλη που το πετάνε κάθε τρεις και λίγο στα επείγοντα του νοσοκομείου πάνω σ' ένα φορείο γιατί σταμάτησε να σιτίζεται, ή γιατί ξαναπρήστηκαν τα πόδια του και δεν μπορεί να ανασάνει από το εκατοστό ως τώρα πνευμονικό οίδημα;
-          Σε καταλαβαίνω. Εξάλλου, τα έχουμε συζητήσει άπειρες φορές όλα αυτά. Εγώ δε σου έχω πει πρώτη ότι με μεγάλη μου χαρά θα παρατούσα την Ιατρική στην πρώτη ευκαιρία και θα ασχολούμουν με το γράψιμο; Τι να κάνουμε, όμως; Πρέπει να τα συμβιβάσουμε όλα. Βλέπεις, δε γεννηθήκαμε πλούσιοι για να μπορούμε να καθόμαστε και να ασχολούμαστε μονάχα με την Τέχνη.
-          Να, λοιπόν, που καταλήγεις στο ίδιο συμπέρασμα με ‘μένα! Τι δε μπορείς, επομένως, να καταλάβεις από αυτά που τόση ώρα προσπαθώ να σου πω;
-          Το ότι σε καταλαβαίνω δε σημαίνει ότι μπορώ να αντέχω κάθε βράδυ την ίδια κλαψούρα! Άντε, γιατί κι εγώ δεν έχω την καλύτερη ψυχολογία αυτή την περίοδο και προσπαθώ με νύχια και με δόντια να κρατηθώ από κάπου. Το τελευταίο που χρειάζομαι είναι κάποιος που κάνει ό,τι του είναι μπορετό για να με τραβήξει κι εμένα στο βόρβορο.
-          Ώστε έτσι!
-          Μην είσαι τόσο εύθικτος. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Απλά προσπαθώ να βρω μια μέση λύση και για τους δυο μας για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε σ’ αυτή την παλιοζωή. Με το να μοιρολογούμε και να καταριόμαστε ολοένα την Ιατρική και την καθημερινότητά μας δε βγαίνει τίποτε απολύτως.
-          Ε, κι εγώ σε διαβεβαιώ ότι όσο θα συνεχίζουμε να καταναλισκόμαστε από το διάβασμα και τις εξαντλητικές εφημερίες, δε θα μπορέσουμε ούτε τη μόρφωσή μας να συμπληρώσουμε, ούτε τους ορίζοντές μας να διευρύνουμε, ούτε και να αφιερωθούμε στο γράψιμο. Κι αν κάπου-κάπου καταφέρνουμε να κουτσογράφουμε και κανένα κειμενάκι, ποτέ δε θα τελειοποιήσουμε την τεχνική μας. Αν δεν αφιερωθείς σ’ αυτό που αγαπάς και μόνο ποτέ σου δε θα μπορέσεις να γίνεις κάποιος… Δε μπορείς να φανταστείς πόσο μ' έχει επηρεάσει "Η Ρόδινη Σταύρωση" του Henry Miller που διαβάζω αυτό τον καιρό. Πώς να μην θαυμάσεις το θάρρος ενός ανθρώπου που παράτησε το ρουτινιάρικο, ανιαρό του επάγγελμα και την καθημερινότητά του για να ζήσει συνειδητά μια μποέμικη ζωή όλο στερήσεις και ανέχεια προκειμένου να αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στη συγγραφή... Και, όπως λέει στο πρώτο βιβλίο αυτής της τριλογίας, στο "Sexus" σημασία δεν έχει τι έχεις καταφέρει για να έχεις μια κοινωνική θέση, αλλά τι έχεις θυσιάσει για να το καταφέρεις αυτό. Κι εμείς θυσιάζουμε μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερα προκειμένου να γίνουμε κάτι που είναι άλλοι χιλιάδες σε τούτη τη ρημαδοχώρα, ενώ θα μπορούσαμε να αφοσιωθούμε στο γράψιμο και να ανήκουμε στους λίγους...
-          Αυτός ο Henry Miller στο λαιμό μου κάθεται πια. Από τότε που άρχισες να τον διαβάζεις μου έχεις πρήξει κυριολεκτικά το συκώτι. Ο Miller έκανε αυτό, ο Miller τόλμησε το άλλο, o Miller είναι μάγκας γιατί πήδηξε πολλές, ο Miller γνώρισε την περιπέτεια και τις γυναίκες... Ειδικά όταν ήσουν ακόμη στον πρώτο τόμο άλλο δεν άκουγα η άμοιρη από τις σεξουαλικές επιτυχίες του Miller σου. Ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα. Κι εσύ είσαι ελεύθερος να γνωρίσεις όσες γυναίκες τραβάει η ψυχή σου. Στο τέλος θα δεις ότι όλα είναι μάταια. Ως προς την επιτυχία δε στη συγγραφή σου έχω πει χίλιες φορές ότι εγώ δε θέλω να γίνω κάποια. Δε γράφω με σκοπό να γίνω διάσημη. Γράφω γιατί μ' αυτό τον τρόπο αποξεχνιέμαι και ταξιδεύω σε άλλους τόπους φανταστικούς και παραμυθένιους. Θα μπορούσα να γράψω χίλια μυθιστορήματα κι άλλα τόσα διηγήματα και να τα κλειδώσω σ' ένα συρτάρι για να μην τα δει ποτέ κανείς.
-          Σταμάτα πια να αυταπατάσαι! Δεν μπορεί κανείς να γράφει χωρίς να έχει ούτε καν στο πίσω μέρος του μυαλού του την έκδοση του κειμένου του και την επακόλουθη επιτυχία. Μη με παραμυθιάζεις εμένα που σε γνωρίζω τόσα πολλά χρόνια! Στον Πωλ μιλάς Σόνυα…
-          Αυτό που σου λέω είναι η πλέρια και μοναδική αλήθεια… και πίστευε εσύ ό,τι θέλεις. Δε με νοιάζει καθόλου!
-          Ώστε δε σε νοιάζει…
-          Όχι δε με νοιάζει.
-          Καιρός να πούμε καληνύχτα…
-          Ναι… Καληνύχτα, λοιπόν, Πωλ.
-          Καληνύχτα Σόνυα.
-          Μα… γιατί με λες Σόνυα απόψε;
-          Εσύ γιατί με λες Πωλ;
-          Έτσι για να μη μας καταλάβουν… (χαμόγελο)
-          Καληνύχτα Σ…
-          Σουτ!
-          Καληνύχτα κουκλίτσα και όνειρα γλυκά. Θα σου τηλεφωνήσω αύριο…


Παναγιώτης Σιμιτσής

 

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΒΡΑΧΟΣ

Παραμύθι του Παναγιώτη Σιμιτσή



Πάνω του έπνεαν οι αγέρηδες από τους τέσσερις ορίζοντες κι από τις τέσσερις γωνιές των οριζόντων. Άλλοτε του χάιδευαν νωχελικά τη ράχη επί μήνες ολάκερους, άλλοτε πάλι λυσσομανούσαν ανελέητα με τέτοια αγριάδα, θαρρείς και ήθελαν να του αποσπάσουν τη γκρίζα του επιδερμίδα και να αφήσουν τη μαύρη του ψυχή εκτεθειμένη στο απομυθοποιητικό φως. Ποτέ τους δεν απογοητεύονταν, ποτέ τους δεν κατέθεταν τα όπλα γιατί ήξεραν ότι το μυστικό της επιτυχίας, το μυστικό που διατηρεί η ανυπέρβλητη Φύση μονάχα για τον εαυτό της, είναι η διάρκεια, αυτή η νομοτέλεια της χρονιότητας που ποτέ της δεν γνώρισε ήττα. Καλοδεχόταν τον Λεβάντε, την Όστρια και το Σιρόκο γιατί έπνεαν θωπευτικά επάνω του και εξάτμιζαν το νερό από το  πιτσιλισμένο του κορμί και το έκαναν να λάμπει καθάριο και στεγνό κάτω από τον ήλιο. Πόσο, όμως, φοβόταν κι έτρεμε τον Βοριά που φούσκωνε τα μαγουλά του κι εξέπνεε με όλη του τη μανία τον παγερό αέρα που φώλιαζε μες στα ακούραστα πνευμόνια του. Ήταν ένας μανιακός, ένας πραγματικά τρελός και κακόβουλος αντίπαλος. Κεφάλι αναμαλλιασμένο, με μάτια πεταγμένα έξω από τις κόγχες τους και κόρες άχρωμες, θαρρείς και ήταν τυφλός, ένας τυφλός σίφουνας που δεν υπολόγιζε τίποτα μες στο ντελίριό του. Τούτος εδώ ήταν ο κυρίαρχος του Χειμώνα και επισκίαζε και τα επτά αδέλφια του. Ερχόταν από τις παγωμένες στέπες και χιμούσε στα χωράφια και στις πεδιάδες κρουσταλλιάζοντας τις δροσοσταλίδες, σωστά κρεμαστά στολίδια από διαμάντι πάνω στις μύτες των χορταριών και των καμένων σπαρτών. Ξερίζωνε όμοια στο διάβα του κακότυχα νεαρά δεντράκια που δεν έχουν προλάβει ακόμη να ορθοποδήσουν αλλά και υπέργηρα, ετοιμοθάνατα δέντρα με ρίζες σκουλικοφαγωμένες κι ετοιμόρροπες. Αλλά και όσα δέντρα δεν ήταν του χεριού του για να τα ξαπλώσει κατάχαμα, τα κύρτωνε, τα παραμόρφωνε έτσι που να μοιάζουν κυφωτικά απομεινάρια μιανού περασμένου ευθυτενούς μεγαλείου. Κι έπειτα, κατεβαίνοντας κατά το Νότο σερνόταν με την κοιλιά του πάνω στη γκρίζα θάλασσα και της ανατάρασσε τη νωχελική επιφάνεια. Έφτιαχνε οξυκόρυφα κύματα με λευκά καπελάκια στις κορφές τους που απειλούσαν να καταβροχθίσουν τα γήινα πλεούμενα που δεν ήταν προορισμένα για να ζουν στο βυθό και για τούτο η θάλασσα ποτέ δεν τα θεώρησε δικά της τέκνα όπως αντίθετα τα δελφίνια, τις φάλαινες και τους καρχαρίες και έτσι τ’ αποδιώχνει πάντα στην πρώτη ευκαιρία και βυθίζει εντός της ώστε να πάψουν να στιγματίζουν την αλμυρή επιδερμίδα της.

Όμως η θάλασσα, πελώρια κι απροσμέτρητη σε έκταση δεν είναι απλά αυτή που βλέπει το μάτι κι ευθύς ξεγελιέται. Δεν είναι μονάχα ένα σεντόνι που πάλλεται και ανεβοκατεβαίνει με το πρώτο φύσημα του ανέμου. Η θάλασσα είναι ένα πανύψηλο τείχος αν βυθιστείς εντός της.
Είναι μια αγκαλιά που δεν έχει πάτο. Δυο χέρια που απλώνονται για να σε αγκαλιάσουν και σε τραβάνε προς ένα στήθος που είναι πολύ μακριά για να το νιώσεις όσο ακόμη είσαι ζωντανός. Είναι μια φόνισσα μάνα που όταν σ’ αγκαλιάζει, μονάχα νεκρός μπορείς να λουφάξεις πάνω στο μαλακό προαιώνιο στήθος και να βρεις εκεί την υγρή γαλήνη. Για τούτο και η Κυρά αυτή δεν πολυγνοιάζεται για τους αέρηδες. Μια φούχτα ηλίθια κεφάλια είναι που εμφανίζονται αλληλοδιάδοχα από όλες τις κατευθύνσεις και έχουν βαλθεί να της χαλούν τη σεραφική αταραξία κάνοντας το δέρμα της ν’ ανατριχιάζει που και που. Και πιότερο απ’ όλους τούτος ο κουτός Βοριάς. Μα είναι απίστευτα τα καμώματά του! Θα ήθελε να σήκωνε δυο υδάτινα χέρια ψηλά στον ουρανό και να τον άδραχνε από τις ανεμίζουσες τρίχες της κεφαλής του και να τον έκανε μια χαψιά. Έλα, όμως, που κάτι τέτοιο της ήταν αδύνατο. Πώς να αδράξεις από το μαλλί ένα στρουμπουλό κεφάλι αέρα; Πώς να τον τραβήξεις στον ακύμαντο βυθό σου όταν τα χέρια σου είναι από άμορφο νερό; “Τρελούτσικοι Αγέρηδες” έλεγε με συμπάθεια και κατανόηση καμιά φορά η Θάλασσα… κι έκλεινε τα μάτια…

Κι όμως, μπορεί τα οχτώ αυτά παιχνιδιάρικα κεφάλια με τα αέναα φουσκωμένα μάγουλα να είναι ανίκανα για το κακό της μητέρας Θάλασσας, εντούτοις το φθοροποιό τους έργο το έκαναν μια χαρά πάνω στη γκρίζα επιφάνεια του Βράχου που έστεκε ανυπεράσπιστος, ίδια ογκώδης,
συμπαγής κουτσουλιά καρφωμένη στην άκρη του φουστανιού της θάλασσας, εκεί που η άμμος και τα βότσαλα κάνουν βουτιά κάτω από το διάφανο νερό και όπου ο αφρός από το κύμα που ξεψυχά στην ακτή σχηματίζει την κορδέλα του φουστανιού της. Κάθε Χειμώνα νόμιζε πως θα είναι το τέλος του, πως η λυσσώδης πνοή του Βοριά θα τον κονιορτοποιούσε, θα τον αποτελείωνε. Έβαζε όλη του τη δύναμη ν’ αντισταθεί, ανεμοδερνόταν και όλο έριχνε το βάρος του στην ακτή, με το μισό του κορμό καταχωμένο στην άμμο.

Περνώντας, όμως, τα χρόνια και οι αιώνες κατάλαβε πως οι Αέρηδες ήταν μηδαμινοί αντίπαλοι. Δεν μπορούσαν να τον βλάψουν ιδιαίτερα. Είναι ικανοί να  διαμορφώσουν τις πανύψηλες κορυφές των βουνών και να τις στρογγυλέψουν, να τις καμπυλώσουν. Κονταίνουν τα βουνά στο ανάστημα των λόφων κυριευμένοι από ένα προαιώνιο φθόνο εναντίον τους εξαιτίας του ότι τα όρη μπορούν και συνομιλούν με τ' άστρα και με το θεό. Όμως, ετούτος εδώ ήταν μονάχα ένας βράχος, μια πελώρια άμορφη πέτρα ριγμένη στην παραλία. Δεν μπορούσαν να του κάνουν κακό οι περιπλανώμενες πνοές, ακόμη κι αν λυσσομανούσαν εναντίον του.

Όμως, αλίμονο! Σύνωρα με τη συνειδητοποίηση αυτή ήρθε και μια δεύτερη… πιο απελπιστική από την πρώτη. Παρατήρησε ότι τα ριζά του είχαν αλλάξει, πάνε χρόνια τώρα… άγνωστο πόσα. Πώς και δεν το είχε προσέξει πιο πριν; Μήπως τον είχε πάρει ο ύπνος, μήπως βρισκόταν σε λήθαργο; Δεν μπορούσε να πει. Ίσως να ήταν ξύπνιος για κάποια χρονικά διαστήματα, ενώ για άλλα να έχανε τη συνείδησή του. Όπως και να ‘χει, όμως, ένα ήταν το γεγονός: το κάτω μέρος του είχε διαβρωθεί! Τι είχε απογίνει η ευρεία βάση του; Πώς είχε έτσι αλλάξει το σχεδόν κυβικό του σχήμα; Πώς είχε καταντήσει έτσι; Μόλις το συνειδητοποίησε κόντεψε να τρελαθεί! “Η επιφάνειά μου είναι χιλιοτρυπημένη, γεμάτη ουλές και αβαθείς χαίνουσες πληγές! Ω, τι δυστυχία! Πώς το έπαθα αυτό το κακό;” Κι έτσι καθώς θωρούσε τα ελλείποντα τμήματά του ένιωθε σα λεπρός που κάθε φορά που καθρεφτίζεται διαπιστώνει πως του λείπει κι ένα κομμάτι σάρκας. “Και τι είναι όλα ετούτα τα παράσιτα που έχουν κολλήσει επάνω μου!” βροντοφώναξε αγανακτισμένος αισθανόμενος το σούρσιμο των καβουριών μες στις μικροσκοπικές λακουβίτσες γεμάτες με αλμύρα και νερό που είχαν σχηματιστεί πάνω στο κορμί του και νιώθοντας τα δεκάδες όστρακα που είχαν κολλήσει σαν τις βδέλλες πάνω του. Θα τιναζόταν με μια άγρια κίνηση για να αποδιώξει όλα αυτά τα ακάλεστα θρασύτατα πλάσματα… αν μπορούσε να κινηθεί.
Εκείνη, λοιπόν, την περίοδο συνειδητοποίησε για πρώτη του φορά ότι δεν απειλούνταν τόσο από τους ανέμους όσο από το νερό που έβρεχε τη βάση του. Τα κύματα που ξερνούσε η θάλασσα με μια εκνευριστική αδιάλειπτη περιοδικότητα και τα εξαπέλυε καταπάνω του, άλλοτε χάιδευαν τα ριζά του και άλλοτε τον ράπιζαν άσπλαγχνα σε όλη του την πλευρά που έβλεπε προς τον ωκεανό. “Αλίμονο, πώς κατάντησα έτσι!” κλαψούριζε ολοένα και αναπολούσε τον καιρό εκείνο που ήταν κομμάτι από το κοίλωμα που έχασκε αδειανό στην κλιτύ του βραχώδους τοιχώματος πίσω του. Ένας καταραμένος σεισμός πριν πολλά-πολλά χρόνια, σε μια εποχή χαμένη και θολή μες στις παιδικές του αναμνήσεις είχε κάνει το παράλιο βραχώδες τοίχωμα να ραγίσει και είχε αποσπάσει τον κακόμοιρο τούτο Βράχο, που κύλησε λίγα μέτρα πιο πέρα, όμοια όπως το νεογνό που γλιστρά έξω από τη μήτρα και που αν δεν το πιάσει κάποιος θα πέσει καταγής λουσμένο στο αμνιακό υγρό.

Ο δύσμοιρος ο Βράχος… Ήταν από γεννησιμιού του ολομόναχος… Μονάχα τα καβούρια, οι πεταλίδες και οι γλάροι του έκαναν παρέα κι έτσι τους συνήθισε και έπαψε πια να διαμαρτύρεται.

Κάποτε, οι συνθήκες το έφεραν έτσι που το ακούραστο κύμα διέβρωσε με τέτοιο τρόπο την πλευρά του Βράχου που έβλεπε κατά τη θάλασσα που ο Βράχος απέκτησε μια τέτοια πελώρια μύτη που θα ήταν ο πιο ονειρεμένος αναβατήρας για το κάθε παιδί για να πατήσει στην άκρη του και να κάνει βουτιές ολημερίς. Όμως εκείνο τον καιρό παιδιά δεν υπήρχαν γιατί δεν υπήρχαν άνθρωποι πάνω στη Γη. Κι έτσι ο Βράχος υπέφερε άφωνα κι αδιαμαρτύρητα τη δυσμορφία του αυτή που δεν χρησίμευε σε τίποτα απολύτως.

Έστεκε ολομόναχος, σωστό ακίνητο κουφάρι, πότε κάτω από τον Ήλιο, το Φεγγάρι και τ' Άστρα τις ασυννέφιαστες θερινές ημέρες και τις ξάστερες νύχτες και πότε κάτω από τα βαριά μαύρα σύννεφα τις νεφελοφορτωμένες χειμωνιάτικες μέρες.
Ακόμη κι έτσι, εκείνος ποθούσε να μιλήσει με τους πλανήτες… αλλά δεν είχε στόμα. Ποθούσε να αγγίξει τον ουρανό και τα καρφιτσωμένα σ’ αυτόν ουράνια σώματα που λαμποκοπούσαν με το μαγευτικό τους φως… αλλά δεν είχε χέρια. Θα ήθελε να ξεφορτώσει από πάνω του το φορτίο των αιώνιων αναμνήσεών του… αλλά δεν είχε ψυχή. Ήταν μονάχα ένας βράχος ριγμένος εκεί όπου τελείωνε η αμμουδιά. Ένας βράχος δίχως ψυχή, δίχως καρδιά και δίχως ταίρι… ολομόναχος. Συντροφιά του είχε τους γλάρους, τις πεταλίδες και τα καβούρια, αλλά οι πρώτοι περιορίζονταν στο να στέκονται στην κορυφή του και να τον χρησιμοποιούν ως εφαλτήριο για να ορμήσουν στη θάλασσα για ν’ αρπάξουν με τα ράμφη τους κανένα ψάρι, οι δεύτερες έμοιαζαν με εξανθήματα ανεμευλογιάς και τα τελευταία περιορίζονταν στο να παίζουν άσκοπα το κρυφτούλι μες στις μικροσκοπικές τους αλμυρές στέρνες μέχρι να τα πάρει μακριά κάποιο μοιραίο κύμα.

Και τότε έγινε κάτι το απρόσμενο, ένα μικρό θαύμα από αυτά που η Φύση επιφυλάσσει πάντα και παντού για το εξασκημένο για να τα διακρίνει μάτι! Είχαμε αναφέρει ότι κάποτε το αδιάκοπο, ακούραστο πελέκημα των κυμάτων είχε δώσει στο Βράχο μια μύτη. Ε, λοιπόν, αυτά τα ίδια τα κύματα του πελέκησαν στο διάβα των χρόνων και μια χαίνουσα μεγάλη κουφάλα ακριβώς κάτω από το εξόγκωμα της μύτης, μια κοιλότητα που έμοιαζε με ανθρώπινο στόμα. Και λίγο αργότερα δεν άργησε να αποκτήσει και δυο άλλες μικρότερες κοιλότητες από τη μια και από την άλλη πλευρά της μύτης, δυο σωστά μάτια! Ήταν τέτοια η διαμόρφωση που του είχε προσδώσει η τυχαιότητα που ολάκερος ο Βράχος ήταν ένα ομοίωμα ανθρώπινου κεφαλιού.

Την πρώτη κιόλας στιγμή που τον αντίκρισε ο Ήλιος καθώς ανέβαινε με το άρμα του από την Ανατολή εκτελώντας την καθιερωμένη του διαδρομή για το μεσουράνημα παραξενεύτηκε. Γιατί ο Ήλιος ήταν παντογνώστης και γνώριζε τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μελλούμενα και ήταν σίγουρος πως δεν ήταν ακόμη η κατάλληλη στιγμή για την εμφάνιση του πρώτου Ανθρώπου.
Κι όμως, να που ένα ανθρώπινο κεφάλι ήταν εκεί κάτω στην παραλία και κοίταζε κατά τον μακρινό ορίζοντα! “Αδύνατο! Μάλλον ονειρεύομαι, ή έχω παραισθήσεις από τον πυρετό που με κατακαίει από γεννησιμιού μου” σκέφτηκε και συνέχισε τη διαδρομή του παραβλέποντας το πρωτόφαντο, παράξενο γεγονός μέχρι που από ολόχρυσος πήρε σιγά-σιγά να γίνεται κοκκινωπός κι έπειτα άλυκος, μέχρι που άπλωσε σα χυμένος κρόκος αυγού, μπλάβιασε και τον κατάπιε η Θάλασσα κατά την πλευρά της Δύσης. Σαν έφυγε ο εκτυφλωτικός Ήλιος βγήκε στο προσκήνιο η αργυρή Σελήνη. Αυτή, σ’ αντίθεση με τον προκάτοχό της, δεν είχε προφητικές ικανότητες, ούτε γνώριζε τα παρελθόντα και τα παρόντα. Ήξερε, όμως, να μετατρέπει τα πάντα σε όνειρο και να φέρνει την πραγματικότητα τα πάνω κάτω προκειμένου να κατασκευάσει μια φαντασιακή εικόνα του ρεαλιστικού κόσμου. Είδε, λοιπόν, κι εκείνη με τη σειρά της τον ανθρωπόμορφο Βράχο και έμεινε έκπληκτη μιας και η παράδοξη εκείνη εικόνα ήταν η γυμνή, απτή πραγματικότητα και όχι κάποια από τις συνήθεις φαντασιοκοπίες της.
Έριξε τις ασημένιες στραφταλιστές πούλιες της καταγής, ίδιοι κατάσκοποι, για να ψαχουλέψουν όλες μαζί την επιφάνεια του Βράχου. Άλλες στραφτάλισαν στη μύτη του, άλλες χώθηκαν μες στο ανοιχτό του στόμα και οι υπόλοιπες ψαχούλεψαν τρεμολάμποντας τις άδειες κόγχες των ματιών του. Όταν τέλος γύρισαν πίσω στην αφέντισσά τους της επιβεβαίωσαν το εύρημα: Ένας άνθρωπος επί γης! “Αδύνατο!” το αρνήθηκε η Σελήνη, “δεν υπάρχει μήτε άνθρωπος, μήτε θεριό ως αυτή τη στιγμή στη Γη. Και για τούτο είμαι σίγουρη! Γιατί αν υπήρχαν Άνθρωποι θα είχα δημιουργήσει ολάκερο στρατό από Θεριά και Δαίμονες, από Γοργόνες και Νεράιδες και από κάθε λογής φαντασιακά πλάσματα, και, απ’ όσο γνωρίζω, κάτι τέτοιο δεν έχω κάνει ως τα τώρα! Αλίμονο, άρχισα να πάσχω και η ίδια από τις παραισθήσεις που προξενώ στους άλλους…” Και μέχρι να αποσώσει τις σκέψεις της έχασε το φως της κι έσβησε καθώς ο Ήλιος ξαναφάνηκε στον ουρανό. “Α, μα αυτό είναι απ’ τ' άγραφα! Εκεί κάτω υπάρχει ένας Άνθρωπος!” αναφώνησε ο υπέρλαμπρος γίγαντας. Κι έτσι περάσανε οι μέρες και οι νύχτες, κι έτσι περάσανε οι εβδομάδες και οι μήνες και κύλησαν σαν το νερό τα χρόνια, μα ο Βράχος δεν έλεγε να αλλάξει εμφάνιση. Παρέμενε ένα ανθρώπινο πρόσωπο χωρίς μιλιά, μήτε ψυχή.

Κάποτε ο Ήλιος τον λυπήθηκε για τη μοναξιά του και την ανημποριά του και αποφάσισε ότι είχε επιτέλους φτάσει η ώρα για να του δωρίσει Ψυχή. Ήταν τότε μια ημέρα λουσμένη στο ζείδωρο φως του, καταμεσής στο χαυνωμένο θέρος όταν συντελέστηκε το θαύμα. Αίφνις, ο Βράχος αρχίνισε να καταλαβαίνει ότι είχε μύτη και στόμα και μάτια… και άρχισε να νιώθει! Ένιωθε, όλο ένιωθε… Έβλεπε την πελώρια θάλασσα που απλωνόταν εμπρός του και συγχωνευόταν στα βάθη του ορίζοντα με τον καταγάλανο ουρανό. Οσφραινόταν τις μυρωδιές από τα λουλούδια και τα δέντρα πίσω του και από τα ψάρια, το πλαγκτό και το αλάτι εμπρός του. Το κύμα χωνόταν μες στο ανοιχτό του στόμα και προξενούσε αντίλαλο σαν να επρόκειτο για αδιάλειπτο μουρμουρητό. Τι θαύμα, τι χαρά, τι ευδαιμονία! Ο Βράχος ζούσε και μπορούσε να μιλήσει, να δει, να οσμιστεί, ν’ ακούσει. Δεν ήταν πια τόσο μόνος όπως πριν. Είχε για συντροφιά τον Ήλιο με τον οποίο έπιανε ατέλειωτες συζητήσεις που αρχινούσαν με το γλυκοχάραμα και τέλευαν το σούρουπο. Μα και τότε δεν σταματούσε να μιλά με το μεγάλο του στόμα, μόνο που αυτή τη φορά οι κουβέντες περιστρέφονταν γύρω από τα όνειρα και τις κάθε λογής φαντασίες με συνομιλητή του τη γοητευτική Σελήνη που ποτέ της δε στάθηκε ικανή να διατηρήσει για δυο συνεχόμενες νύχτες το ίδιο σώμα, παρά συνεχώς είτε πάχαινε, είτε αδυνάτιζε. Ο λαλίστατος Βράχος σιγοψιθύριζε ακόμη και στους μακρινούς Αστερισμούς, γιατί ο ψίθυρος είναι πιο ανάλαφρος από τις φωνές και μπορεί το αεράκι να τον σηκώσει ευκολότερα και να τον ταξιδέψει ως τα Άστρα που κατοικούν πολύ πιο μακριά από τη Σελήνη… μακρύτερα ακόμη κι από αυτόν τον δεσπότη Ήλιο και οι ανθρώπινες φωνές δεν φτάνουν ως τα ύψη τους.

Και αφού μίλησε, μίλησε, μίλησε για χίλια χρόνια… και αφού άκουσε, άκουσε, άκουσε για χίλια χρόνια… και αφού είδε, είδε, είδε για άλλα χίλια χρόνια… ήρθε η στιγμή που όλα τούτα δεν του έφταναν, οι αισθήσεις του αυτές είχαν αποκαρωθεί. Λαχτάρησε, το λοιπόν, να χαρεί την πιο αρχέγονη από τις αισθήσεις: την αφή. Ναι, τώρα πια που είχε κορεστεί από τις συζητήσεις και δεν είχε τίποτε άλλο να πει, ποθούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να γείρει και να ακουμπήσει σε μια άλλη ομοειδή ψυχή, να αισθανθεί με το πελώριο, μονολιθικό κορμί του μια φιλική, γνώριμη παρουσία πλάι του.
“Αχ, να είχα ένα ταίρι!” αναστέναζε βαριομισμένος. Όλες τούτες οι αισθήσεις, δε λέω, ήταν ένα θείο κι αναπάντεχο δώρο. Καλή είναι και η όραση, καλή και η ακοή, καλοδεχούμενη και η όσφρηση. Προσφέρουν ανώτερες και εκλεπτυσμένες εμπειρίες και γεννοβολούν τη νόηση και τη διαλεκτική. Τι να τις κάνεις, όμως, όταν δεν μπορείς να γείρεις το κουρασμένο σου κορμί και να ακουμπήσεις πάνω σε μια αδελφή ψυχή, έστω κι αν δεν μιλάς, ακόμη κι αν δεν ακούς, κι ας έχεις τα μάτια σου σφαλιστά. Πώς να ζήσει κανείς δίχως να ονειροπολεί. Και πώς να ονειροπολήσει αν δεν έχει αισθανθεί το χάδι μιανού στοργικού χεριού, το κατάστηθο σφιχταγγάλιασμα… Και αφού ο Βράχος δεν είχε που να ακουμπήσει για να λουφάξει και να ονειροπολήσει ένιωσε και πάλι ολομόναχος κι απελπισμένος ως τα κατάβαθα της ψυχής του κι έπεσε και πάλι σε βαριά μελαγχολία, χειρότερη από εκείνη που τον κυρίευε πριν αποκτήσει Ψυχή. Τι κι αν ξετρύπωνε ο φίλος του ο Ήλιος κάθε πρωί στον Ουρανό και του χαμογελούσε, τι κι αν η πλανεύτρα Σελήνη του έκλεινε το μάτι τις ασυννέφιαστες νύχτες και του εξιστορούσε παραμύθια, τι κι αν τ’ Άστρα λαμπύριζαν και στραφτάλιζαν τη νύχτα σαν τα λαμπιόνια του χριστουγεννιάτικου δέντρου… Εκείνος ένιωθε παντέρημος, πεντάρφανος κι απροστάτευτος. “Μακάρι να μην είχα ποτέ μου ψυχή!” αυτοοικτιρόταν κι αναστέναζε. “Τι να τα κάνω και τα μάτια και τη μύτη και το στόμα αν δεν μπορώ να έχω μία σύντροφο”.

Και μες στη θλίψη και το πένθος διαβήκανε χρόνοι ολάκεροι, πάνω από χίλιοι. Μέχρι που μια ημέρα η Γη, όπου πάνωθέ της είχε φυτευτεί ο γκρίζος βράχος, τον λυπήθηκε και θέλησε να τον βοηθήσει. Ήταν τέτοια η συμπόνια που ένιωσε για το βράχο που έβραζε εντός της και η καυτερή ψυχή της κοχλάκιζε και αναμοχλευόταν με τέτοια ένταση που κάποτε σείστηκε σύγκορμη. Από το μεγάλο σεισμό που ακολούθησε ένα κομμάτι βράχου από το βουνό δίπλα στην ακρογιαλιά ξεκόλλησε και κύλησε μερικά μέτρα, κουτρουβαλώντας και τσαλαπατώντας τα πάντα κάτω από το βάρος του, μέχρι που έφτασε ως εκεί που ξεψυχά το κύμα και στάθηκε δίπλα στο μοναχικό Βράχο. Από ένα ύστατο παιχνίδι της Τύχης, η ροπή έδωσε μια τελευταία κίνηση στο νεογέννητο βράχο και τον έκανε να γείρει και ν’ ακουμπήσει πάνω στον άλλο. Ο μοναχικός Βράχος ανασκίρτησε. “Ευλογημένη Μάνα Γη!” ανέκραξε υπόκωφα. “Τι θαύμα κι απόθαμα ήτανε ετούτο! Μου χάρισες μια σύντροφο!” Κι ευθύς αποτίναξε από την ψυχή του όλη τη συσσωρευμένη μελαγχολία και… θα χαμογελούσε αν το στόμα του δεν ήταν μόνιμα ορθάνοιχτο.

Τις μέρες που ακολούθησαν δεν έκανε τίποτε άλλο από το να χαίρεται την επαφή του με τον άλλο βράχο πλάι του. Δεν ήθελε τίποτε άλλο, δεν αποζητούσε παρά μονάχα αυτή τη θέρμη της αφής.
Έτσι πέρασαν μήνες… χρόνια ολάκερα. Κι όμως, κάτι έλειπε από τούτο το ζευγάρωμα. Κάτι που έπρεπε να νιώθει με το αγκάλιασμα, αλλά δεν κατάφερνε να το νιώσει ούτε για μια στιγμή. Δίπλα του είχε έναν ογκόλιθο, ένα άμορφο μονόλιθο που οι συγκυρίες τον είχαν φέρει εκεί. Δεν άργησε να καταλάβει τι ήταν εκείνο που τον αποστερούσε από το συναίσθημα: η σύντροφός του, εκείνος ο άλλος βράχος, δεν είχε Ψυχή, όπως, αντίθετα, είχε ο ίδιος. Γι’ αυτό κι ο εναγκαλισμός ήταν ψυχρός, ανούσιος, άκαρπος. Δεν έχασε, όμως, τις ελπίδες του… τούτη τη φορά είχε φτάσει μιαν ανάσα κοντά στην απόλυτη ευτυχία. Δεν θα παρέδιδε έτσι τα όπλα αμαχητί. Παρακάλεσε, λοιπόν, τον Ήλιο και τη Σελήνη, αυτούς τους δυο αιώνιους φίλους του, απευθύνθηκε ακόμη και στ’ Αστέρια, κι ας ήταν πολύ μακριά για να μπορέσουν να τον βοηθήσουν. “Δώστε σε τούτο το βράχο ψυχή, όπως δώσατε και σε μένα! Σας ικετεύω! Είναι το τελευταίο πράγμα που σας ζητώ! Έπειτα θα σωπάσω και δε θα σας ξαναζητήσω τίποτε άλλο! Κάντε το θαύμα σας για να γίνω ευτυχισμένος και να σωπάσω μια για πάντα!”

Όμως, όσο κι αν ήθελαν να τον βοηθήσουν οι αδελφικοί του φίλοι, εντούτοις παραδέχονταν πως τούτη τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. “Καλέ μου φίλε”, δικαιολογούνταν ο Ήλιος, “το ότι απέκτησες Ψυχή δεν οφειλόταν μόνο στη δική μας επίδραση. Ήταν και η Τύχη και η Συγκυρία που συνέδραμαν σ’ αυτό” και λέγοντας αυτά κοκκίνιζε από ντροπή που αναγκαζόταν να παραδεχτεί δημόσια την ανημποριά του. “Ε, τότε, θα αποτανθώ στην Τύχη και στη Συγκυρία, όπως τις ονόμασες” απάντησε ο Βράχος. “Πες μου πού βρίσκονται για να τις βρω και να τους μιλήσω!”. Ο Ήλιος σώπαινε κάθε φορά στο άκουσμα των παράλογων απαιτήσεων του Βράχου και δεν ξαναμιλούσε μέχρι που λούφαζε κατά τη Δύση και τρύπωνε μελαγχολικός κάτω από τα φουστάνια του ωκεανού κατά τον ορίζοντα. Μα και η Σελήνη δεν έβρισκε λόγια για να παρηγορήσει τον Βράχο και να τον πείσει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει, ότι ήταν πέρα από τις δυνάμεις της. “Αγαπητέ μου, η Τύχη και η Συγκυρία έρχονται μονάχα μια φορά για τον καθένα μας σε ολάκερη τη ζήση του. Και αυτό το κάνουν σκόπιμα, απ’ ότι έχω πληροφορηθεί από έγκυρες πηγές, γιατί μονάχα έτσι έχουν τόσο μεγάλο κύρος και σημασία σε τούτον εδώ τον κόσμο. Αν εμφανιζόταν κάθε τρεις και λίγο, όπως εσύ απαιτείς, τότε κανείς δε θα τους έδινε σημασία. Αδερφάδες και οι δυο τους από την ίδια γέννα ξέρουν καλά τι κάνουν. Μήτε η ίδια η Φύση δεν μπορεί να τις αναγκάσει να κάνουν κάτι παρά τη θέλησή τους κι έτσι τις αφήνει να δρουν πάντα κατά βούληση”. “Αλίμονο, αν ισχύουν όσα λες, τότε είμαι καταδικασμένος! Κατάρα στις αδελφάδες αυτές που έπαιξαν μαζί μου ένα τέτοιο παιχνίδι και με καταδίκασαν να έχω Ψυχή! Μακάρι να μη δεχόμουν ποτέ το σατανικό τους δώρο!” βόγγιξε ο Βράχος και για πολλά χρόνια δεν ξαναμίλησε, παρά έμενε ν’ ακουμπά στο διπλανό μονόλιθο σαν να ήτανε ντουβάρι.

Κάποτε, εκεί που η Τύχη καθόταν με την αδερφή της τη Συγκυρία τυλιγμένες με το πέπλο της ολύμπιας αταραξίας τους και κατάστρωναν οι δυο τους τόσο τα άμεσα, όσο και τα πιο μακρόπνοα σχέδιά τους για να έχουν με κάτι να καταπιαστούν και να μη βαριούνται, έφτασαν τα βλάσφημα λόγια του μοναχικού Βράχου στ’ αυτιά τους. Μικρή σημασία έχει το πως έγινε και έμαθαν για τις κατάρες που είχε εξαπολύσει εναντίον τους εκείνος ο άξεστος ποταπός Βράχος. Μπορεί να τις είχε μεταφέρει ως αυτές ένα οποιοδήποτε πετούμενο από εκείνα που ξαπόσταιναν στο κεφάλι του Βράχου, ή κάποιο ασήμαντο καβούρι από εκείνα που λίμναζαν εφήμερα μες στις υγρές λακουβίτσες του και κάθε τόσο τα έπαιρνε το κύμα για να φέρει άλλα στη θέση τους. Αυτό που έχει σημασία για τη διήγησή μας είναι ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτές οι ανήκουστες κατηγόριες και οι δίχως προηγούμενο προσβολές φανερώθηκαν στις τρομερές Δίδυμες. Στο άκουσμά τους οι δυο γυναικείες μορφές αγρίεψαν και θέριεψαν κι αλίμονο σ’ εκείνον που θα τύχαινε στο διάβα τους εκείνη τη στιγμή. Αμέσως επαναστάτησαν, αναστατώθηκαν, βρυχήθηκαν και βάλθηκαν να τρώγονται με τα ρούχα τους. Κόντεψαν να φαγωθούν μέχρι και αναμεταξύ τους.
Εξαιτίας της οργής τους και της απώλειας της ψυχραιμίας τους, εκείνο τον καιρό πολλά αλλοπρόσαλλα και εκ πρώτης όψεως περίεργα γεγονότα συνέβησαν στη Γη, γεγονότα που θα είχαν οπωσδήποτε αποφευχθεί αν οι δυο θεότητες διατηρούσαν, όπως εξάλλου κάνουν κατά κανόνα, την σεραφεική τους ψυχραιμία και αταραξία. Έτσι, ήρθαν τα πάνω κάτω στον Κόσμο. Κομήτες έπεσαν με ιλιγγιώδεις και ασύλληπτες ταχύτητες στη Γη και η δύναμη της πρόσκρουσης ήταν τέτοια που η ατμόσφαιρα σκεπάστηκε πλήρως με ένα πέπλο πυκνού νέφους που διήρκησε εκατοντάδες χρόνια και έκανε τα έμβια πλάσματα, από τα πιο μικρά και μηδαμινά ως τα γιγαντιαία και πιο τρομακτικά (που ευτυχώς ο άνθρωπος δεν αντίκρισε ποτέ του) να πιστέψουν ότι δε θα ξανάβλεπαν ήλιου φως. Κάποια ζωικά και φυτικά είδη χάθηκαν για πάντα. Αρκετά κατάφεραν να επιβιώσουν κρυμμένα στα πιο απίθανα λαγούμια. Πλημμύρες και καταποντισμοί έπληξαν τον πλανήτη απ’ άκρου εις άκρον και θα ‘λεγες πως είχε έρθει η Συντέλεια του Κόσμου, μια συντέλεια πρώιμη, ένας θάνατος απροσδόκητος πριν καν ακόμη υπάρξει η πλέρια συνειδητοποίηση της ζωής.

Εξαιτίας αυτών των τραγικών κοσμογονικών γεγονότων ο Βράχος έχασε για αιώνες την επαφή του με τα ουράνια σώματα. Στον ουρανό δεν υπήρχε μήτε Ήλιος, μήτε Σελήνη, μήτε τα παιχνιδιάρικα Άστρα.
Ένα πελώριο τσιμεντένιο φράγμα από χώμα και στάχτη τους είχε χωρίσει παντελώς και τους είχε αποξενώσει. Και όλα αυτά συνέβησαν τότε που είχε ανάγκη την παρουσία τους και την παρηγοριά τους περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζήση του. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Η Θάλασσα βρισκόταν σε μόνιμη αναταραχή και ράπιζε τους δύο κατάχαμα ριγμένους βράχους με τέτοια ανελέητη οργή που έλεγες πως τα κύματά της, αυτά τα δαιμονισμένα τέκνα της θα τους κονιορτοποιούσαν και θα τους καταβρόχθιζαν από στιγμή σε στιγμή. Οι Αέρηδες, πάλι, είχαν κι εκείνοι αποτρελαθεί και φυσούσαν πότε από τη μια κατεύθυνση και πότε από τη άλλη, ξεκολλώντας μικροσκοπικά πετραδάκια από την επιφάνεια των κακόμοιρων βράχων και εκσφενδονίζοντάς τα μακριά προς κάθε μεριά. Του στάθηκε αδύνατο ν’ αντισταθεί, παρά υπέμενε καρτερικά να τελέψει το κακό. Σφάλισε τα υποθετικά του μάτια, έσμιξε τα υποθετικά του χείλη και λούφαξε εκεί όπου είχε εξαρχής βρεθεί, ανάμεσα στη γη και στη θάλασσα, πάνω στην αφρώδη κορδέλα της ακτής. Προσευχόταν, ολοένα προσευχόταν με λόγια αυτοσχέδια, απευθυνόμενος στον δικό του θεό, που κι εκείνος ήταν αυτοσχέδιος… ίσως κάποιος Βράχος τεραστίων διαστάσεων που πάντα του φοβόταν και σεβόταν μες στην τρικυμισμένη φαντασία του. 

Κάποτε τα στοιχειά της Φύσης καταλάγιασαν, αφού είχαν σπαταλήσει όλη τη μανία που διέθεταν και οι αποθήκες της οργής τους είχαν μείνει αδειανές κι άρα έτοιμες να ξαναγεμίσουν χρόνο με το χρόνο για να ξεσπάσουν και πάλι σε ανύποπτο χρόνο. Γιατί τίποτε σε τούτο τον Κόσμο δεν είναι ικανό να διαρκέσει παντοτινά, όσο κι αν έτσι δείχνουν τα πράγματα, μήτε η απόλυτη δυστυχία, αλλά μήτε και η απόλυτη ευτυχία. Οι Άνεμοι, τα Κύματα και οι Σεισμοί έπαψαν προσωρινά μια ωραία ανοιξιάτικη πρωία και ο Ουρανός άνοιξε διάπλατα για να φανεί και πάλι ο Ήλιος που ως τότε ήταν κρυμμένος πίσω από το δηλητηριώδες, αρραγές, πετρωμένο νέφος. Σαν κέντρισε με το μαστίγιό του τα πύρινα άλογα του άρματός του και σκαρφάλωσε ως το ζενίθ της τροχιάς του, κοίταξε τη Γη κάτωθέ του. Κάποιον έψαχνε, κάποιον έπρεπε να βρει εκεί. Αν και ο Ήλιος πάντα γνωρίζει τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μελούμενα, πάσχει κάποιες φορές από αμνησία και προσωρινή άνοια και εξαιτίας αυτού για λίγες ώρες δεν μπορούσε να θυμηθεί τι, ή ποιος ήταν εκείνος που αποζητούσε να ξαναδεί. Τελικά θυμήθηκε: “Ω, μα φυσικά! Τι να κάνει ο φίλος μου ο Βράχος εκεί κάτω;” αναρωτήθηκε εύθυμα μιας και είχε ανακτήσει τη βασιλεία του μετά από καιρό. Επικέντρωσε το βλέμμα του στο γνώριμο σημείο της ακρογιαλιάς και είδε. Είδε! 

Είδε τον φίλο του αγνώριστο, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, δίχως αυτιά και… αλίμονο, δίχως καμία συγκεκριμένη μορφή. Είχε μικρύνει αρκετά από την τελευταία φορά που τον είχε δει. Εκείνο το δύσμορφο, ακαθόριστο ερείπιο δεν είχε καμία σχέση με τον αλλοτινό του φίλο, το μοναχικό ανθρωπόμορφο Βράχο. “Ω, θεέ μου!” (γιατί ακόμη και ο Ήλιος έχει το δικό του αυτοσχέδιο θεό) αναφώνησε αναβλύζοντας από την πύρινη ψυχή του όλη την απελπισία και την οιμωγή που είχε εντός του συγκεντρωμένη από τα γεννοφάσκια του. “Ο καλός μου Βράχος δε ζει πια! Η Ψυχή τον εγκατέλειψε!” Μάταιες οι θρηνωδίες του. Μάταιοι και οι οδυρμοί του. Ο Βράχος είχε ζήσει ολάκερη τη ζωή του ολομόναχος, κατάμονος, παντέρημος και πεντάρφανος και έτσι είχε πεθάνει, δίχως μια ύστατη διαμαρτυρία, δίχως ένα ύστατο αποχαιρετισμό, χωρίς κανένας να τον κλάψει την ώρα που αποχωριζόταν η Ψυχή εκείνο το αταίριαστοι σ’ αυτήν πέτρινο κορμί.

Κατακλυσμένος από τη βαρύτερη θλίψη που είχε βιώσει ποτέ, ο Ήλιος δε θέλησε να δει τίποτε άλλο εκείνη την ημέρα κι απέστρεψε το βλέμμα του αλλού, κατά το Διάστημα, κατά ‘κει που συγχρωτίζονται απροσμέτρητα ουράνια σώματα στην τέλεια  σταθερή τροχιά του το καθένα, εκεί που όλα ζουν και κινούνται αρμονικά, πλήρως  υποταγμένα στην αρχική ώθηση, στην προαιώνια πνοή, στην άναρχη μεγάλη Έκρηξη. Τα βάσανα υπάρχουν μονάχα σε τούτο τον γήινο κόσμο και σε κανέναν άλλο. Τα βάσανα γεννιούνται από τις Ψυχές και θα υπάρχουν όσο υπάρχουν αυτές, μέχρι ν’ απομείνει η τελευταία. Ακόμη κι όταν αυτές πάνε στον Παράδεισο, καθώς λένε, κι εκεί βάσανα έχουν. Ψυχή και βάσανα είναι αδιάρρηκτα συνυφασμένα, όμοια όπως τα τριαντάφυλλα είχαν, έχουν και θα έχουν πάντοτε αγκάθια που πληγώνουν.

Και όταν χάθηκε ο Ήλιος βουρκωμένος με την καρδιά του ραγισμένη, ξεπρόβαλλε η Σελήνη. Κι εκείνη είχε ν’ αντικρύσει την επιφάνεια της Γης κάμποσα χρόνια και ανυπομονούσε για την πρώτη της νύχτα σε ξάστερο Ουρανό. Έψαξε με τη σειρά της για το φίλο που είχε καιρό να δει…
Τον βρήκε νεκρό. “Φτωχέ μου Βράχε”, είπε θρηνητικά, μα, την ίδια στιγμή, διέκρινε και κάτι άλλο… Κάτι που της προξένησε την ίδια και ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη από πριν. Στην ακρογιαλιά, μπροστά στα κύματα, στο διπλανό σημείο από εκείνο που έστεκε το κουφάρι του Βράχου που έχασε την Ψυχή του, έστεκε γερμένος πάνω σ’ αυτό ένας ανθρωπόμορφος ογκόλιθος. Όλα τα είχε: δυο λακούβες σαν κόγχες ματιών, ένα εξόγκωμα σα μύτη και μια ορθάνοιχτη κουφάλα στα ριζά του που προσομοίαζε με στόμα. Ώστε αυτό, λοιπόν, ήταν το παιχνίδι που έπαιξαν οι δυο απόκοσμες αδερφάδες, η Τύχη και η Συγκυρία! Να, λοιπόν, που η επιθυμία του νεκρού πλέον Βράχου είχε εκπληρωθεί. Αλίμονο, όμως, όλα τώρα ήταν άκαιρα και άσκοπα! Η Σελήνη αχνογέλασε και έστειλε για άλλη μια φορά τις στραφταλιστές πούλιες της να ψαχουλέψουν τα εξογκώματα και τις κοιλότητες εκείνου του απίθανου ανθρωπόμορφου κεφαλιού που έστεκε μονάχο, γερμένο πάνω στο πέτρινο κουφάρι. “Αξίζει μια προσπάθεια…” σκέφτηκε πονηρά και έδωσε τη θέση της στον Ήλιο που είχε ανακτήσει τις δυνάμεις και την αυτοπεποίθησή του μετά την ολονύκτια ανάπαυλα του ίδιου και των φλογόφτερων αλόγων του άρματός του.

Έτσι περάσαν χίλιοι χρόνοι κι έπειτα άλλοι χίλιοι και το πέτρινο πρόσωπο ολοένα και ομόρφαινε και καλοσχηματιζόταν. Κάποτε, άγνωστο πότε επακριβώς, έγινε μεγάλο και πολύχρονο συμβούλιο πάνω στον Ουρανό και κάτω στη Γη και αποφασίστηκε από όλους τους εμπλεκόμενους σ’ αυτό πως άξιζε μια ευκαιρία εκείνο το νεογέννητο κεφάλι. Και του δόθηκε Ψυχή, μόνο που αυτή τη φορά ήταν γυναικεία.

Από τότε ο θηλυκός Βράχος, γερμένος όπως είναι πάνω στο νεκρό σύντροφο που δε γνώρισε ποτέ, ατενίζει τη Θάλασσα με βλέμμα άτονο και συννεφιασμένο και ολοένα αναστενάζει. Γιατί, ναι μεν μπορεί να μιλά με τον Ήλιο, τη Σελήνη και τα Αστέρια εκεί ψηλά, με τη Θάλασσα και τη μάνα Γη εκεί κάτω, ναι μεν μπορεί να ακούει τον καταπραϋντικό παφλασμό των κυμάτων, τα θροΐσματα των φυλλωμάτων των δέντρων και τα τιτιβίσματα των πουλιών, ναι μεν μπορεί να οσφραίνεται τις ευωδιές των ανθισμένων λουλουδιών την Άνοιξη και το αναζωογονητικό ιώδιο της θάλασσας, αλλά δεν έχει το σημαντικότερο από όλα, εκείνο για το οποίο θα μπορούσε να θυσιάσει όλες τις άλλες του αισθήσεις. Δεν μπορεί να νιώσει την αφή, το χάδι, την αγκαλιά μιας άλλης Ψυχής όμοιας με τη δική του και να σφαλίσει κλειστά τα μάτια του και να ονειρευτεί…