Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Ο κύριος Μπλουμ στο Νεκροταφείο

Δοκιμή πάνω στο ύφος του James Joyce




Ο κ. Μπλουμ στάθηκε στην Πύλη.

Προσπάθησε να νιώσει κάτι, να γίνει δέκτης του μακάβριου ηλεκτρομαγνητισμού της ατμόσφαιρας, μυριάδων πιθανών πληροφοριών ερχόμενων από την αντίπερα όχθη, την όχθη των λυγμών και της ανυπαρξίας. Δέκτης, ενδιάμεσος, μέντιουμ. Πνεύμα σε καλώ να εμφανιστείς ενώπιον μας, κατάκεντρα στον κύκλο των προσευχομένων. Τα χέρια δεμένα, τα δάχτυλα σφυχτοπλεγμένα μεταξύ τους. Αναπνοές. Κορδέλες από ανάσες συμπυκνωμένες, κρουσταλλιασμένες από την παγερή απόπνοια των πνευμάτων. Σε καλώ! Αναμονή. Τίποτα. Υπομονή. Άμπρα-κατάμπρα, μπουρδουμπουρ, φιφιφι… Πίστευε στον εαυτό του. Πίστευε στην ανωτερότητα των αισθητηριακών του υποδοχέων, σ’ εκείνα τα αναρίθμητα μικροσκοπικά ηλεκτρόδια που είναι εμφυτευμένα στο δέρμα, κάπου κάτω από την επιδερμίδα. Σε λίγο θα ερχόταν καταπάνω του ο Τρόμος με τα φτερά της νυχτερίδας να ριπίζουν το στάσιμο αέρα. Κι αν ακόμη δεν ερχόταν ήταν σίγουρο πως θα έστελνε στη θέση του τον υπασπιστή του, τον Φόβο. Κι αν δεν καταδεχόταν ούτε κι εκείνος να ‘ρθει, ε τότε, δεν μπορεί… υπήρχαν τόσοι και τόσοι χαμηλόβαθμοι αναπληρωματικοί σε αχρηστία: η Ανατριχίλα, το Ιερό Δέος… Θα έκανε υπομονή, θα περίμενε. Ίσως ήταν ακόμη νωρίς, ίσως οι αισθητηριακοί του υποδοχείς περνούσαν τη φάση της προσαρμογής στο νέο περιβάλλον. Μα, για στάσου… υπάρχουν και οι προπομποί τους. Φυσικά, δε μπορούν να αποκαλυφτούν όλα αυτά τα μεταφυσικά αιθέρια πλάσματα δίχως μιαν αναγγελία, δίχως τον Πρόδρομό τους. Αφουγκράστηκε τον αέρα με τα μάτια κλειστά. Έκανε ένα αγώνα αυτοσυγκέντρωσης εντός του, σαν να επρόκειτο να διακόψει τη ροή των πληροφοριών από τα νευρικά κυκλώματα των ματιών για να ενισχύσει εκείνα τα πολύπλοκα, αλληλοδιαπλεκόμενα κυκλώματα που μεταφέρουν στον εγκέφαλο τις πληροφορίες από τους υποδοχείς του δέρματος και των αυτιών. Τι περίμενε ν’ ακούσει; Κάποιο ουρλιαχτό; Μια κραυγή; Κάποιο μουρμουρητό ίσως, ή ψίθυρο; Ο,τιδήποτε θα ήταν καλοδεχούμενο, θα τον εξάγνιζε, θα τον καθάριζε από τα μολύσματα του έξω κόσμου. Ο κ. Μπλουμ στάθηκε με τα βλέφαρα σφαλισμένα και με τις αισθήσεις τεντωμένες κάμποση ώρα. Δεν άκουσε και δεν αισθάνθηκε τίποτα εξόν από τα σποραδικά κελαηδίσματα των πουλιών που έπαιζαν κρυφτούλι στις φυλλωσιές και τον κορόιδευαν, ή τα ρυθμικά γουργουριτά του στομαχιού ψωριάρικων αιγυπτιακών περιστεριών που κουτσουλούσαν ανενδοίαστα όποιο αντικείμενο είχε την ατυχία να βρίσκεται κάτω από την αδιάκοπα ενεργή τους κλοάκη. Τρύπα που γεννοβολά αδιάκοπα, ρυθμικά, περιοδικά. Γεννοβολά ότι απόμεινε από τη ζύμωση και το αποθέτει παντού, σ’ όποιο αντικείμενο βρεθεί κάτωθέ της. Το αντίθετο της Μαύρης Τρύπας. Εκείνη ρουφά, αποστραγγίζει τα γύρω της, θα ‘λεγες πως καθαρίζει τη βρωμιά του σύμπαντος, τους άπειρους κόκκους που σκόρπισε ολόγυρα η πρώτη έκρηξη και που ονομάζονται πλανήτες κι άστρα και νεφελώματα. Όχι, η άλλη τρύπα είναι το αντίθετο. Επιβεβαιώνει το δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο: Τίποτα δεν μετατρέπεται εξ ολοκλήρου σε καθαρή ενέργεια, είναι υποχρεωμένο να αφήσει τα περιττώματά του. Κι αυτό εδώ το μέρος στην είσοδο του οποίου στεκόταν ο κ. Μπλούμ δεν ήταν άραγε το ίδιο; Η επιβεβαίωση του νόμου αυτού της φύσης; Ο άνθρωπος γεννιέται, δρα, δημιουργεί ενέργεια, μεγαλουργεί ή απλά τρώει κοιμάται κι ανασαίνει. Στην αρχή είναι πλήρης. Στην πορεία καταναλίσκεται, διαλύεται σταδιακά δρώντας. Δράση και κατανάλωση. Δράση και φθίση. Τι μένει; Ένα χούφταλο ραχιτικό, ζαρωμένο, ρυτιδιασμένο, όπως το φρούτο που μπαγιάτισε και είναι έτοιμο να πέσει στο χώμα, στον τάφο του για να το φάνε τα σκουλήκια. Τόση ενέργεια στη διάρκεια της ζωής πού πάει; Εξατμίζεται, αναδύεται στον ουρανό, διαχέεται στην ατμόσφαιρα, μεταλλάσσεται. Με-τα-τρέ-πε-ται. Τι απομένει; Περιττώματα. Σβώλοι ύλης που απέτυχε να γίνει ενέργεια και που πέφτει στη γη και θάβεται. Να, όπως αυτά τα μικροσκοπικά κακάκια των περιστεριών πάνω στα πεζοδρόμια και στις πλατείες, πάνω στους τάφους…
Γυναικείες ομιλίες διέκοψαν την αυτοσυγκέντρωσή του, την έκοψαν στη μέση, την έσχισαν απ’ άκρη σ’ άκρη. «Τι ώρα περνάει το αστικό κυρα Βάια;» «Πρέπει σε λίγο να ‘ρχεται. Πάμε στη στάση να το περιμένουμε». «Αχ, αυτά τα καταραμένα γόνατα μ’ έχουν πεθάνει. Κι αυτός ο γιατρός με φόρτωσε αλοιφές χωρίς καμιά βελτίωση. Πρέπει να πάω σε κανέναν άλλο μπας και μου δώσει λύση». «Εμένα αντίθετα, ο τελευταίος γιατρός που με είδε δε μου έδωσε τίποτα να πιω. Τι σόι γιατρός είναι του λόγου του; Περιμένω να περάσει ο μήνας να.» Καθημερινότητα. Προσγείωση χωρίς ακόμη να κατέβουν οι ρόδες, προσγείωση με την κοιλιά κι έπειτα σπίθες, τριβή με τον διάδρομο. Φωτιά! Δυο στραβοκάνικες μορφές ντυμένες με λουλουδάτες ρόμπες ξεπρόβαλλαν από την Πύλη. Δυο λουλουδάτες ρόμπες που θα μπορούσαν το ίδιο ταιριαστά να είναι τραπεζομάντηλα ή κουρτίνες, ή ταπετσαρίες τοίχου. Δυο στόματα που ανοίγουν είτε για να σχολιάσουν, είτε για να μεταλάβουν το σώμα και το αίμα… Δυο μαύρες άβυσσοι που οδηγούν σε δυο ψυχές διαφορετικές και όμοιες. Οι ιστορίες αλλάζουν λιγάκι, η τωρινή κατάσταση είναι πανομοιότυπη. Η λερναία Ύδρα με δυο κεφάλια. Το πρώτο μιλά στο δεύτερο, το δεύτερο αποκρίνεται στο πρώτο. Ζαρωμένες μορφές, σακατεμένες. Η μία χοντρή, καμπουριασμένη σε σχήμα γάμμα, στηριγμένη σ’ ένα λακαρισμένο μαύρο μπαστούνι με σιδερένια χειρολαβή σέρνει τα λεμφοιδηματικά της πόδια πάνω στο σκονισμένο τσιμεντένιο έδαφος. Δυο τεράστια λουκάνικα κατάστικτα από κιρσούς μες σε στραβοπατημένα παπούτσια από δέρμα. Δυο στραβοπατημένα παπούτσια που σκουπίζουν τη σκόνη από το έδαφος. Σέρνονται στο πέρασμα των χρόνων πάνω στις ίδιες επιφάνειες, πάνω στα ίδια μονοπάτια, στις ίδιες διαδρομές. Δεν παρεκκλίνουν της πορείας τους ποτέ. Αυτά τα πολυκαιρισμένα παπούτσια έχουν μια ιστορία, είναι φαγωμένα σε συγκεκριμένα σημεία, αν τα εξετάσεις θα καταλάβεις από ποια σημεία πέρασαν, η κάθε τροχιά αφήνει αυστηρά καθορισμένα στίγματα. Η άλλη γριά κοτσονάτη, λυγερή, λιπόσαρκη. Μορφή αναδυόμενη ποιος ξέρει από ποια βιβλική καταστροφή. Μορφή μαντηλοφόρα, ασκητική. Λιγάκι μαυριδερή, όπως το φρούτο που έμεινε στον ήλιο μέρες και μέλωσε. Προφανές πως τό ‘χε σκάσει απ’ τη “Σφαγή της Χίου” του Ντελακρουά. Χρατς, σκίσιμο στο μουσαμά κι έπειτα κλακ-κλακ στο πάτωμα του μουσείου και μετά απορημένος επισκέπτης απέναντι στον τρύπιο πίνακα. Μάτια σπινθηροβόλα, μέσα τους μπορούσες να διακρίνεις ν’ αχνοκαίνε οι φωτιές από τη φυγή των Γερμανών στα τρεμοσβήματα της Κατοχής. Κοιλιά βαθουλωμένη πάνω από ένα σχοινοειδές στομάχι που αν το διέτεμνε ο ιατροδικαστής για να δει τι είχε φάει εκείνο το ον στη ζήση του δε θα έβρισκε εκεί μέσα τίποτε άλλο παρά ντομάτες, ελιές, άφθονο ψωμί και λευκό αλμυρό τυρί. Οι Ιέρειες. Δυο Ιέρειες έβγαιναν από την Πύλη. Δυο Πυθίες είχαν αφήσει τον τρίποδα και πήγαιναν ν’ αποσυρθούν αφού είχαν βγάλει αρκετούς χρησμούς για μια μέρα. Πάει καιρός που είδαμε τελευταία φορά νεαρή Πυθία. Κάναμε λάθος που την αφήσαμε ανυπεράσπιστη και μας την έκλεψαν. Τώρα πια μόνο γραίες, παλιόγριες, απωθητικός σεβασμός, εξαναγκασμένος σεβασμός.
Ο κ. Μπλουμ, απογοητευμένος από τις άκαρπες προσπάθειές του να μπει στο κλίμα καθώς λένε,  απόσωσε με την πνευματική άσκηση που είχε επιβάλλει στον εαυτό του. Γιόγκα. Πρέπει κανείς να είναι ειδικός, να έχει θητεύσει στο Θιβέτ, να μπορεί να σταματά και να ξεκινά τον στροβιλισμό του νου του κατά πώς επιθυμεί. Ο κ. Μπλουμ ποτέ δεν είχε εξασκηθεί στις ανατολίτικες τέχνες αυτοσυγκέντρωσης. Βάλθηκε να παρατηρεί με μίσος τις δυο γριές που έβγαιναν από τον ιερό χώρο. Εκείνες πάλι δεν είχαν καλά-καλά προλάβει να βγουν εντελώς έξω από την Πύλη και μόλις αντιλήφθηκαν τον άντρα κοντοστάθηκαν. «Τη θυμάσαι τη Ματίνα; Ε, λοιπόν… ωχ σουτ… στάσου…» Σα να μιλούσαν για κάποιο επτασφράγιστο μυστικό, η συνομιλία τους αίφνης διακόπηκε όπως διακόπτεται η ομιλία του σχιζοφρενούς λόγω ανακοπής της σκέψης. Κοίταξαν τον κ. Μπλουμ με θράσος από την κορυφή ως τα νύχια για ελάχιστα δευτερόλεπτα, τον εξέτασαν, τον ζύγιασαν με κάποιο άγνωστο δικό τους κριτήριο ως αντίβαρο. Τα διερευνητικά τους βλέμματα αφού χάιδεψαν την όψη του άντρα και σύρθηκαν πάνω στην επιφάνεια του κορμιού του διψασμένα, διείσδυσαν εντός του ανοίγοντας μια τρύπα στο στήθος του, όμοια όπως το σκουλήκι που χώνεται στο μήλο, και διέσχισαν τα σωθικά του για να ανακαλύψουν ποιος ξέρει τι. Αφού τον εξέτασαν μέσα κι έξω και απ’ όλες τις πλευρές μες σ’ αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα και αφού διαπίστωσαν πως είτε δεν είχε κάτι το ενδιαφέρον πάνω του, είτε είχε κατιτίς αλλά δεν στάθηκε μπορετό να το ανακαλύψουν, θυμήθηκαν πως, αν και σεβάσμιες γραίες, ήταν ωστόσο γυναίκες και απαγορευόταν από τους πανάρχαιους κώδικες με τους οποίους είχαν γαλουχηθεί να κοιτάζουν κατάματα έναν άντρα. Έριξαν κατάχαμα το βλέμμα τους και συνέχισαν να συνομιλούν σε χαμηλούς τόνους έτσι που να μην φτάνει τίποτα συγκεκριμένο εξόν από ένα συγκεχυμένο ψίθυρο στ’ αυτιά του άντρα που της κοίταζε. Οι Ιέρειες έστριψαν στη γωνία του δρόμου και εξαφανίστηκαν. Μπορεί, όμως, απλά να είχαν κρυφτεί πίσω από τη γωνία και να τον εξέταζαν ακόμη. Μπορεί και να τον ακολουθούσαν στο μακάβριο χώρο εντός της Πύλης για να τον καθοδηγήσουν, όμοια όπως ο Βιργίλιος είχε κάποτε καθοδηγήσει το Δάντη στην κατάβασή του στην Κόλαση στα χρόνια της πανούκλας, τότε που ο Κάτω Κόσμος είχε πήξει από καταδυόμενες ψυχές και έσκαγε από την πολυκοσμία… λάθος: πολύ-ψυχία.
Απογοητευμένος που δεν είχε καταφέρει να μπει στο πνεύμα του χώρου. Ανάθεμα! Απογοήτευση για τη ρηχότητα του πνεύματος. Επιφάνεια. Μονάχα επιφάνεια ήταν. Μια επιδερμίδα χωρίς τίποτα κάτωθέ της. Έλα κάνε μια προσπάθεια. Μάτια ερμητικά κλειστά. Σφιγμένα χείλη. Σφραγισμένα αυτιά. Το εκκρεμές ενώπιόν του. Κοίταξε τη διαδρομή, το διαγραφόμενο τόξο. Τα βλέφαρά σου είναι βαριά. Κλείνουν. Κλείστα βρε άνθρωπε του θεού! Ωραία, έκλεισαν. Τα χέρια και τα πόδια σου είναι κομμένα. Δεν τα αισθάνεσαι… τα αισθάνεσαι; Όχι. Τι βλέπεις;  Βλέπω… Ναι; Βλέπω… Έφερε στο νου του τις ξυλογραφίες του Gustave Dore με τις οποίες είχε διακοσμιθεί η αξιομνημόνευτη έκδοση της Κόλασης του Δάντη. Λιβάδια καμένα από τη θανατερή φλογερή αναπνοή του Σατανά, εδάφη στέρφα κι άνυδρα όπου ευδοκιμούν μονάχα οι καρποί των λυγμών και της ατέλευτης αιώνιας απόγνωσης. Βλέπω τον Κέρβερο, τον φύλακα της πύλης του Άδη… Ναι, και τι άλλο; Βλέπω ξερόδεντρα με μορφές ψυχών καταδικασμένων σε ακινησία, χαντάκια φλεγόμενα, κρημνώδη μονοπάτια όπου σέρνουν τα βογγητά τους κολασμένοι… Καλά τα πας, συνέχισε! Βλέπω… νυχτεριδόμορφους δαίμονες με ουρές δράκων που κραδαίνουν αιματοβαμμένες τρίαινες και που με δαύτες λογχίζουν όσες ψυχές ξεπροβάλλουν απ’ τους φλεγόμενους λάκκους. Στάσου… βλέπω και μια μεγαλόπρεπη Πύλη. Μια Πύλη με μια υπέρθυρη επιγραφή-προειδοποίηση: “Lasciate ogni speranza voi ch' entrate”. Σίγουρα αυτό γράφει; Ναι, είμαι σίγουρος. Για ξαναδες γιατί άλλα έχω μάθει εγώ. Μα… Ξαναδές καλύτερα! Ωχ, άλλο γράφει τώρα. Τι γράφει, διάβασέ μου το! Γράφει: “Abandon hope all ye who enter here”… Τώρα βλέπεις καλά. Αυτό έβλεπε και ο Άγγλος μεταφραστής H.F. Cary. Πάμε παρακάτω, πέρασε την Πύλη! Στάσου, η επιγραφή λέει άλλα τώρα! Μα τι είναι αυτά που λες; Μήπως κατά λάθος σε έστειλα αλλού; Μήπως να σε ξυπνήσω καλύτερα γιατί λες μπούρδες; Όχι, όχι! Περίμενε να διαβάσω τι λέει τώρα η επιγραφή: “Omnes relinquite spes, o vos intrantes”. Φοβερή επιγραφή, ανατριχιαστική.

Through me you pass into the city of woe;
Through me you pass into eternal pain;
Through me among the people lost for aye.

Στα αυτιά του αντήχησε ο υποβλητικός σκοπός του “Yulunga” των dead can dance.
Ο κ. Μπλουμ κοίταξε την πραγματική Πύλη. Χριστέ μου! Τόσο επίγεια και υλική! Αγανάκτησε εντός του. Ούτε επιγραφή, ούτε Φύλακας του Κάτω Κόσμου, ούτε φωτιές, ούτε κραυγές, ούτε υποβλητικό μουσικό χαλί. Ήταν μια δίθυρη πόρτα με πλαίσιο από μπετό που έκλεινε με δυο σιδερένια μαύρα πορτόφυλλα. Η μόνη επιγραφή εκεί πάνω έλεγε ότι απαγορευόταν η είσοδος στο χώρο του νεκροταφείου προ της ανατολής και μετά τη δύση του ηλίου και, επίσης, προειδοποιούσε ότι απαγορεύεται η στάθμευση των αυτοκινήτων μπροστά στην πύλη.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΕ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Αυτός που το έγραψε ήταν ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης! Θα μπω μετά της δύσεως του ηλίου, θα την έχω μαζί μου για παρέα. Πιθηκισμός βυζαντινισμού. Προσκόλληση στο ένδοξο παρελθόν χωρίς να το γνωρίζουν καλά-καλά. Και η γραμματοσειρά με το ενιαίο βυζαντινό «ου», αυτό πού το πας; Το μονόγραμμο «ου» είναι πιο σεβάσμιο από το άλλο το συνηθισμένο. Αυτό θα κρατήσει τους παραβάτες εκτός των τειχών, ακόμη και τον ίδιο το Σατανά είναι ικανό να αναχαιτίσει. Dominus iluminatio mea! Κύριε φώτισέ με! Και μετά λες να κάνεις την προσπάθεια και να εισέλθεις με δέος. Κάνε μια προσπάθεια ακόμη. Καημένοι νεκροί! Τι σας έμελε να πάθετε χωρίς να το θέλετε…

Ήταν πρωί, ένα κατάφωτο ηλιόλουστο πρωινό της Άνοιξης και οι ευωδιές από τ’ ανθισμένα δέντρα, τους θάμνους και τα λουλούδια έκαναν έξωση στους δαίμονες και τα στοιχειά του Κάτω Κόσμου, δεν υπήρχε χώρος γι αυτά, ήταν αδύνατο ακόμη και να πλησιάσουν. Πάρε μας μαζί σου, κρύψε μας κάτω από το πουκάμισό σου, χίλιες φωνές ικέτευαν τον άντρα. Μας εξόρισαν από το καταφύγιό μας. Πρέπει να μας βοηθήσεις να εισέλθουμε. Τι μπορείς να κάνεις για δαύτα; Όλες οι πιθανότητες ήταν εναντίον τους. Και δεν ήταν καν σούρουπο για να υπάρχει μία μικρή πιθανότητα. Ήταν ένα ολοφώτιστο ανοιξιάτικο πρωινό, κατάφορτο με ευωδιές λουλουδιών και τιτιβίσματα και νιαουρίσματα και δροσοσταλίδες και λαμπερά φρεσκοπλυμένα μάρμαρα.
Ο κ. Μπλουμ πέρασε την Πύλη από μπετό και σίδηρο, την Πύλη δίχως απόκοσμη επιγραφή, δίχως υπέρθυρο, την Πύλη δίχως Φύλακες. Στα δεξιά του υπήρχε μια ταπεινή βρυσούλα από τούβλο και ευτελές μάρμαρο, δωρεά της οικογένειας Παπα… εις μνήμην του υιού τους Κωνσταντίνου που έφυγε νωρίς κι αυτός. Εκεί πρέπει να νίβει ο επισκέπτης τα χέρια του για να καθαριστεί από τη θανατήλα του νεκροταφείου εξερχόμενος. Μα, μπορεί μια τέτοια βρύση να σε “καθαρίσει” όπως λένε; Δε θα μπορούσες να την πεις ούτε κρήνη. Η λέξη παραπέμπει σε ένα διακοσμημένο αρχιτεκτόνημα με ανάγλυφες παραστάσεις και μορφές. Τούτο ‘δω, όμως, το κατασκεύασμα ήταν τόσο ταπεινό που θα μπορούσε κανείς να το ξηλώσει από ‘κει και να το τοποθετήσει σε οποιαδήποτε πλατεία ή πάρκο. Ο κ. Μπλουμ δε θα έπλενε εκεί τα χέρια του. Η βρύση του σπιτιού του ήταν πιο πνευματική.
Οι dead can dance είχαν σωπάσει από ώρα. Ησυχία, μια σεραφική ηρεμία ανάκατη με τις ευωδιές της άνοιξης. Μπροστά του ένας διάδρομος από τσιμέντο προχειροστρωμένο. Από τη μια και την άλλη πλευρά του διαδρόμου τα πρώτα μνημεία. Οι Επώνυμοι της περιοχής. Καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά τελευταίος στην πόλη, λέει ο σοφός. Να, λοιπόν, που έχει δίκιο. Ο πρώτοι του χωριού είναι πρώτοι και μετά θάνατον. Υστεροφημία αβασάνιστη, άκοπη. Κάτω από τα μνημεία αυτά μια λεωφόρος που οδηγεί στις θέσεις των επισήμων στον κάτω κόσμο. Οι προύχοντες της άσημης πολίχνης είχαν από καιρό κάνει τσουλήθρα πάνω σ’ αυτές τις λεωφόρους και είχαν πέσει στα πορφυρά μαξιλάρια των θρόνων που διατηρεί ο Άδης για όσους στη ζήση τους είχαν κάποιο όνομα. Οι υπόλοιποι γλιστρούν μέσα από στενωπούς, κολλούν σε διάφορα σημεία κατά την κατάβαση και βλέπουν και παθαίνουν έως ότου τους ξεράσει η τελευταία οπή στο στέρφο κι άγριο έδαφος του άδη. Όπως η κοπριά μες στο έντερο που συσπάται για να την αποβάλει κι όταν καταφέρει και την αμολήσει ετοιμάζεται για την επόμενη. Πέρα από τον αρχικό διάδρομο των Επισήμων, ένα ολάκερο μαρμαρένιο δάσος. Κι ανάμεσα στα αποστειρωμένα από τον κλίβανο του ήλιου μάρμαρα, μορφές κινούμενες δίχως βιάση, γυναίκες στη δύση της ζωής περιφερόμενες αμέριμνα ανάμεσα από τις μαρμάρινες συστάδες, σα να ήταν στον πιο οικείο χώρο, σαν να έκαναν βόλτα στον κήπο του σπιτιού τους. Όλες τους έχουν ένα δικό τους μαρμαρένιο λουλούδι να φροντίσουν, όλες τους έχουν κάτι να πουν με μία αλλοτινά ζωντανή ύπαρξη, μερικές έχουν δύο πρώην ζωντανούς για να περιποιηθούν, άλλες πάλι ολάκερο συνάφι πεθαμένων. Ο θάνατος έχει διακόψει έγκαιρα ή άκαιρα την επικοινωνία τους με το αγαπημένο τους πρόσωπο, μα εκείνες δεν το βάζουν κάτω, δε λένε να το δεχτούν. Συνεχίζουν την επικοινωνία, ακόμη κι αν αυτή έχει, πλέον, υποβαθμιστεί σε μονόλογο, προσευχή, ή ρυθμική ψιθυριστή θρηνωδία. Οι περιφερόμενες φιγούρες σε όλο το μήκος και το πλάτος της έκτασης του χώρου, είναι αεικίνητες. Μέλισσες που φτεροκοπούν πότε γύρω από τον ένα ύπερο πότε γύρω από άλλον με το ίδιο πάντα ενοχλητικό ζουζούνισμα. «Ζζζζουζουζουζου», ή αλλιώς: «Αχ, γιατί μου το έκανες αυτό!». «Ζζζζιζιζιζι», ή αλλιώς: «Αχ, να μ’ έπαιρνε κι εμένα ο Θεός…». Έλα, όμως, που ακόμη εδώ είσαι.
Διαδικασίες πανομοιότυπες, ίδιες κι απαράλλαχτες κάθε μέρα. Πρέπει να τις βάλεις τις ενέργειες που θα κάνεις σε μια σειρά, πρέπει να τις συστηματοποιήσεις. Σύστημα ίσον τάξη. Θάνατος ίσον τάξη. Αδύνατον ο θάνατος να μην επιφέρει την τάξη. Περπατάς στο δρόμο, κάπου θα σκοντάψεις, κάποια πέτρα θα κλωτσήσεις, κάποιο λουλούδι θα πατήσεις. Μιλάς και κάποιον θα ευχαριστήσεις, άλλον πάλι θα προσβάλλεις. Ζεις και προκαλείς το χάος γύρω σου. Για δες, όμως, πόση διαφορά όταν είσαι ακίνητος τ’ ανάσκελα. Δεν επηρεάζεις κανέναν, δεν ενοχλείς, δεν ενοχλείσαι. Υπάρχεις. Είσαι έστω προσωρινά ένα σώμα δίχως καμία αλληλεπίδραση. Τι τάξη, τι οργάνωση.
Η κυρά Τασία έφτασε στο μνήμα το δικό της, το κατάδικό της. Εκεί από κάτω είναι ανάσκελα ο άντρας της. Σίγουρα θα την έχει βαρεθεί κάθε μέρα από πάνω του να λέει και να κάνει τα ίδια. Φύγε, πήγαινε από ‘δω, ουστττ! Παράπονο: Πες Τασία μου κάτι, πες μου τα νέα σου. Δίψα: Πώς είναι τα παιδιά; Μεγάλωσαν; Παντρεύτηκαν; Εσύ ακόμη μόνη σου είσαι; Βρήκες κάποιον άλλο; Αγανάκτηση: Βαρέθηκα πια, βαρέθηκα ν’ ακούω τα ίδια και τα ίδια. Τίποτα της προκοπής δε μου λες. Ακόμη κι όταν λείπεις του λόγου σου, πάλι τα ίδια ακούω αυτή τη φορά από τη χήρα του διπλανού μου. Τραγική ειρωνεία: Να κλείσω τα’ αυτιά για να μην ακούω. Δεν έχω αυτιά. Ούτε και χέρια. Συμπέρασμα: Αυτή, μάλλον, είναι η Κόλαση που έλεγαν, μόνο που δεν την είχαν περιγράψει με τόσο μελανά χρώματα. Είμαι στην Κόλαση; Ε, βέβαια… μήπως περίμενα και τίποτε άλλο; Η κυρα-Τασία επικρέμεται πάνω απ’ το μνήμα σαν το Χάρο. Σταυροκοπιέται κοιτάζοντας την αυγουλόσχημη φωτογραφία του κυρίου Γιώργου στο κεφαλάρι του μνήματος, δίπλα από το βιδωμένο μπρούτζινο σταυρό. Ο κυρ-Γιώργος την κοιτά κατάματα ανέκφραστος. Πάλι τα ίδια. Η σκέψη του νεκρού παγωμένη σ’ αυτή τη φράση. Η κυρα-Τασία δεν κλαίει. Όχι, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή γι’ αυτό. Τώρα πρέπει να γεμίσω την καντήλα με λάδι και να την ξανανάψω. Έπειτα φεύγει για λίγο από το οικόπεδό της των δύο τετραγωνικών όλο κι όλο και χάνεται πίσω από άλλους τάφους. Επιστρέφει με το λάστιχο του ποτίσματος. Το συνηθισμένο πότισμα. Το μάρμαρο γίνεται γλάστρα. Πρέπει να ποτιστεί, να ξεδιψάσει. Ο κυρ-Γιώργος καταβρέχεται και πάλι. Ψυχρολουσία. Ξεδίψασμα. Ανακούφιση από τον καυτό ήλιο. Ατμοί. Μια αόρατη κορδέλα ατμού αναδύεται προς τους ουρανούς. Καθάρισμα. Βιτέξ. Το μάρμαρο γυαλίζει κάτω από το τρίψιμο. Καθαριότητα. Ήλιος, καθαρό μάρμαρο. Φασίνα. Αν δεν υπήρχαν και τα σκουλήκια από κάτω τι όμορφα θα ήταν όλα! Ήρθε η ώρα. Όχι ξανά! Νομοτέλεια, φυσική εξέλιξη. Τα μάτια βουρκώνουν. Ο καθιερωμένος θρήνος. Λυγμοί. Σφούγγισμα των βλεφάρων που πρήστηκαν. Δεύτερο πλύσιμο του μνήματος. Κι έπειτα διαμαρτυρίες. Η διαδικασία ολοκληρώνεται. Κάνε υπομονή κύριε Γιώργο. «Γιατί μου το ‘κανες αυτό; Ποτέ σου δεν με άκουσες. Έτσι ξεροκέφαλος ήσουν πάντα. Τι το ήθελες αυτό το τσιγάρο, μου λες; Έτσι μου ‘ταν γραφτό. Να μείνω χήρα εξαιτίας της βρωμοσυνήθειας». Κι άλλα… κι άλλα παρόμοια. Ήρθε η ώρα. Αγαλλίαση. Ο χοντρός ίσκιος της Τασίας απομακρύνεται κι ο τάφος ξαναλούζεται στο φως. Στο μαρμαρένιο δάσος κι άλλες Τασίες σε πανομοιότυπα τελετουργικά, με διαφορά φάσης. Έτσι, για να γίνεται κάτι όλη τη μέρα. Ένας-ένας οι κυρ-Γιώργηδες έμεναν μόνοι κι έρημοι καθώς ο ήλιος κορυφωνόταν στο τόξο της επουράνιας διαδρομής του.
Ο κ. Μπλουμ προσπέρασε ένα ξεχαρβαλωμένο παγκάκι όπου καθόταν τρεις ιέρειες του χώρου και συζητούσαν σα να ήταν στο μπαλκόνι του σπιτιού τους και τα έλεγαν. Μαυροντυμένες, οι δύο με μαντίλες στο κεφάλι. Η τρίτη ξετσίπωτη. Σταμάτησαν για λίγο καθώς τις προσπέρασε. Έπειτα πιάσαν το νήμα της κουβέντας από εκεί που το είχαν αφήσει. Προσπέρασε το σκευοφυλάκιο. Κακοήθεια. Παράγκα του αισχίστου είδους. Η καλύβα των νεκρών που είχαν περάσει την πρώτη φάση, τη φάση της ταφής. Η μοίρα των μη προνομοιούχων, αυτών που δεν είχαν την τύχη να έχουν μόνιμη κατοικία μετά θάνατον. Δυο χρυσά στα μάτια για το ταξίδι. Του βαρκάρη του είναι αρκετά. Κωπηλατεί αγόγγυστα, αδιαμαρτύρητα ως την αντίπερα όχθη. Για τους ανθρώπους, όμως, είναι λίγα. Δε φτάνουν επ’ ουδενί  για μια μόνιμη κατοικία. Ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, ρε αδερφέ. Δεν το δικαιούσαι; Τόσα πέρασες. Και η πληρωμή; Ομαδική διαβίωση. Κοινόβιο. Κοινό-βιο. Λάθος. Κοινο-τάφιο. Ομαδική ταφή, κατασκήνωση προσκόπων. Καλύτερα ίσως. Διευκολύνει τη μεταθάνατον επικοινωνία. Φιλαράκια πλάι-πλάι μες σε κουτάκια, σα δωράκια πάνω σε ράφια. Στριμώχνεσαι; Αφού δεν το λες δεν πειράζει. Res, όπως έλεγαν και οι Ρωμαίοι.
Πίσω από την καλύβα των ψυχών ένα υπόστεγο. Μεταφυσικό θέαμα. Κουβάδες γεμισμένοι με οστά εκτεθειμένα στον αέρα. Το Καθαρτήριο. Η προετοιμασία για την εισαγωγή στην καλύβα μετά την εκταφή. Κάπου-κάπου κάποια νεκροκεφαλή προεξέχει από τον κουβά με τα διαλυτικά υγρά. Δίπλα της ένα μηριαίο οστό, στον πάτο μια κερκίδα και σπόνδυλοι. «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» Άμλετ βαστώντας με το ένα του χέρι την κάρα. Μεταφυσική το απομεσήμερο, κάτω από τον καυτό ήλιο. Θέαμα κοινωνικά επιτρεπτό ακόμη και για τους μικρούς επισκέπτες του χώρου. Είναι σίγουρο ότι πολλοί από τους μπόμπιρες δεν έχουν δώσει ποτέ σημασία σ’ αυτό το φαινόμενο, ειδάλλως η παιδική περιέργεια θα έκανε τα νεκροταφεία in στέκι. Ισότητα. Δυο κεφαλές μες σε διπλανές λεκάνες θανάσιμοι εχθροί εν ζωή. Αν συναπαντιούνταν στο δρόμο σίγουρα θα αλληλοσκοτώνονταν. Τώρα ανήμπορες να κάνουν κάτι γι αυτό η μια δίπλα στην άλλη, μες στη δική της λεκάνη η καθεμία, να διαβρώνεται από το ίδιο υγρό, να βράζει στο ζουμί της. Όταν έρθει εκείνη η Ώρα που ο Κύριος ημών θα παρουσιαστεί για δεύτερη φορά επί της Γης θα γίνει μεγάλος σαματάς, θα γίνει το «έλα να δεις». Εκείνη την τρομερή ημέρα των Γραφών θα πρέπει όλες αυτές οι τακτοποιημένες μεταλλικές οστεοθήκες να ανοίξουν για να βγουν έξω τα ανάκατα οστά. Και αλίμονο τότε στους νεκρούς! Ο καθένας τους θα πρέπει να αυτοσυναρμολογηθεί και ν’ αρχινίσει το ψάξιμο ολούθε. Εκεί είναι το συκώτι μου… άστο κάτω, αυτό είναι το δικό μου συκώτι! Φέρε τον δεξιό μου πνεύμονα, παλιοκλέφτη! Ρε, ετούτος εδώ που ήταν από γεννησιμιού του κολοβός, έκλεψε το αριστερό μου μηριαίο οστό και τώρα τρέχει για να προλάβει! Γύρνα πίσω, αλήτη και φέρε μου το πόδι μου! Μυριάδες ιστορίες τρέλας. Τραγελαφικό κομφούζιο.
Ο κ. Μπλουμ έφτασε στον προορισμό του. Έπρεπε να περάσει από ένα στενό κακοτσιμεντοστρωμένο διάδρομο ανάμεσα σε παρακείμενες σειρές τάφων για να φτάσει στο μνήμα του πατέρα του. Παρέσυρε στο πέρασμά του το μεταλλικό κηροστάσιο που έστεκε στα πόδια του διπλανού μνήματος και ίσα-ίσα πρόλαβε να το κρατήσει μην πέσει ολότελα κατάχαμα. Κοίταξε ένα γύρω. Σ’ εκείνη τη γωνιά του κοιμητηρίου δεν υπήρχε άλλη ζωντανή ψυχή εκτός από τη δική του. Κάθισε στο μαρμάρινο περβάζι του καφασωτού τάφου σε ένα σημείο που έπρεπε να αντιστοιχεί στο δεξί ώμο του νεκρού. Στο κεφαλάρι του τάφου η φωτογραφία του πατέρα του τον κοίταζε. Αναρρίγησε στιγμιαία. Ποτέ του δεν πίστεψε ότι ο κύριος Μπλουμ ο πρεσβύτερος βρισκόταν εκεί μέσα, στο υγρό σκοτεινό λαγούμι που είχε ανοιχτεί για να φιλοξενήσει το σώμα του. Σε τι κατάσταση να είναι άραγε τώρα; Ούτε σκέψη για κάτι τέτοιο. Σμήνη εντόμων και σκουληκιών είχαν κάνει την επιδρομή τους καιρό πριν. Τώρα το τοπίο ήταν καθαρό. Η μάχη είχε κορυφωθεί και είχε λάβει τέλος και επικρατούσε η θλιβερή γαλήνη. Θλιβερή ηλιόλουστη γαλήνη. Σταυρός, καντήλι αναμμένο, κεριά τοποθετημένα πλάι-πλάι μες στο κηροστάσιο να αναδίδουν δεήσεις ιερού καπνού προς τα ουράνια. Γαλήνη. Μάρμαρο σεπτό κι απολυμασμένο κάτω από την πολύχρονη καταλυτική επίδραση των φλογερών ακτίνων του ήλιου. Ιερό μάρμαρο. Ιερό μέρος. Αρχαίος ελληνικός κίονας αμόλυντος. Μπορείς να τον γλείψεις και να μην πάθεις κανένα κακό. Τόσο καθάριος και αγνός. Και γύρω κυπαρίσσια ψηλά κι ευθυτενή με τις κορυφούλες τους να λικνίζονται από τις θωπείες του γλυκερού, ευωδιαστού αέρα. Ευωδίες της Άνοιξης. Ποτέ του δεν δέχτηκε ότι το αγαπημένο του πρόσωπο κειτόταν εκεί χάμω. Ήταν αέρας  και τριγυρνούσε ελεύθερος παντού. Μονάχα επέστρεφε στο χώρο της ταφής του όταν ο γιος του τον επισκεπτόταν και καθόταν το αόρατο φάσμα του όμοια όπως κι εκείνος πάνω στο μάρμαρο του τάφου αντίπλευρα και τον κοιτούσε και άκουγε τη σκέψη του. Γιατί ο κ. Μπλουμ ποτέ του δε μιλούσε στο νεκρό του φωναχτά. Σκεφτόταν όσα ήθελε να του πει. Σκεφτόταν και πρόσεχε συνεχώς μην ξεστρατίσει η σκέψη του σε κάτι κακό, γιατί αμέσως θα το μάθαινε ο κ. Μπλουμ ο πρεσβύτερος και θα δυσαρεστούνταν και θα έφευγε θυμωμένος από κοντά του για τη χώρα των Μακάρων και, ίσως, δεν ξαναγύριζε ποτέ στο μνήμα για να τον απαντήσει.
Εκείνη την ημέρα πάνω στη Γη, πάνω από το σκιερό κόσμο των νεκρών ήταν πραγματική χαρά θεού. Ήταν τόσο όμορφα και κατανυκτικά που μπορούσες να κάνεις το λάθος και να ζηλέψεις το σκηνικό της σεραφικότητας και να ευχηθείς να ήσουν εσύ στη θέση του νεκρού. Μια μύγα διέγραψε ένα κύκλο πάνω από τον τάφο και πήγε και κάθισε στο μπράτσο του κ. Μπλουμ. Η ψυχή του νεκρού. Πιστός στο ραντεβού ο πατέρας του. Είχε έρθει και σήμερα για να τον δει και να ακούσει τις σκέψεις του.
Ο κ. Μπλουμ είχε αποξεχαστεί καθισμένος πάνω στο μαρμάρινο πλαίσιο του τάφου, ποιος ξέρει πόση ώρα, μέχρι που βήματα δύο ανθρώπων που ερχόταν προς το μέρος του διέκοψαν σα με μαχαίρι τη συγκέντρωσή του. Ήταν μια μεσήλικη γυναίκα και ξοπίσω της ένας παπάς. Ο κ. Μπλουμ σηκώθηκε απότομα από το κάθισμά του. Οι δύο εισβολείς ήρθαν και στάθηκαν στο διπλανό τάφο. Η γυναίκα απέθεσε πάνω στα χαλίκια του μνημείου ένα πιατάκι με βρασμένο σιτάρι και ένα κερί στο κέντρο του. Ο παπάς κρατούσε σ’ όλη τη διαδρομή μια μαύρη ομπρέλα βροχής για να προφυλάσσει το ευαίσθητο δέρμα του από τον ήλιο. Σκοτεινό πλάσμα. Καλοθρεμμένο σα μοσχαράκι γάλακτος με κάτι μάγουλα τσιτωμένα και ροδαλά σα ροδάκινο. Η γυναίκα τον κοιτούσε με δέος και λατρεία. Παπάς: το δέος των τεθλιμμένων γυναικών κάποιας ηλικίας, ο κύριός τους, ο σεβάσμιος εκπρόσωπος του Ιησού επί της Γης. Αν μπορούσαν όλες τους να χωθούν κάτω από το μαύρο του φουστάνι θα το έκαναν, θα έδιναν μάλιστα και πραγματική μάχη για το ποια θα προλάβει να πιάσει τη θέση με την καλύτερη θέα. Κόρακες που ζουν από τους πεθαμένους κατά το ένα τρίτο. Κατά τα άλλα δύο τρίτα ζουν από τις βαφτίσεις και τους γάμους. Σίγουρο εισόδημα… όσο υπάρχουν άνθρωποι. Η γυναίκα άναψε το κερί στο πιατάκι κι έδωσε ένα χαρτί με ονόματα στον παπά. Εκείνος αρχίνισε δίχως καθυστέρηση την επιτόπια λειτουργία, κάτι ανάμεσα σε ακατάληπτο μουρμουρητό και σε ψαλμωδία σε φρενήρη ρυθμό. Το μόνο που κατάλαβε ο κ. Μπλουμ ήταν τα ονόματα που ήταν γραμμένα στο χαρτάκι και που ανέφερε μες στο συνονθύλευμα της απαγγελίας ο ιερωμένος. Απόσωσε σε χρόνο ρεκόρ με τη μίνι λειτουργία του, πήρε με τρόπο το χαρτονόμισμα, δέχτηκε και το χειροφίλημα κι έφυγε. Έμεινε τότε η γυναίκα μοναχή πάνω από το νεκρό παιδί της κι άρχισε το μοιρολόι, ένα μακρόσυρτο, έμμετρο θρήνο που σου ράγιζε την καρδιά.
Δεν τον χωρούσε άλλο ο τόπος. Έπρεπε να φύγει άμεσα. Ο κ. Μπλουμ σταυροκοπήθηκε γρήγορα με το δεξί του χέρι θαρρείς κι έπαιζε μαντολίνο, αποχαιρέτησε τον πατέρα του, που έλειπε από κοντά του εδώ και κάμποση ώρα, σύρθηκε βιαστικά πίσω από την πλάτη της θρηνούσας γυναίκας και βγήκε με γρήγορα βήματα από το κοιμητήριο. Στην έξοδο έπλυνε τα χέρια του στη βρυσούλα και άφησε ένα αναστεναγμό ανακούφισης.

Η πόρτα πίσω του έγραφε:

OMNES RELINQUITE SPES, O VOS INTRANTES”



Παναγιώτης Σιμιτσής



Δεν υπάρχουν σχόλια: