Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Το Κάστρο

(Σχεδίασμα σε δεκαπεντασύλλαβο)


Μυριάδες εργαστήκανε για τούτο ‘δώ το Κάστρο.
Χρόνους πολλούς το έχτιζαν, πλουμίσματα το ντύναν,
Έτσι που να ‘ν’ πανώριο κι ακλόνητο συνάμα.
Αλλού λιθάρια βάζανε κι αλλού παραγεμίζαν
Τις τρύπες και τα ρήγματα με μάζες από πλίνθο.
Άλλοτε μαρμαρόχτιζαν τους πύργους του τριγύρω,
Έτσι ως τους πρέπει σε θωριά να λάμπουν στον αιθέρα
Κι άλλοτε ασβεστώνανε με τον μουντό ασβέστη,
Που φλέγεται σαν κέλυφος κάτω απ’ τα μάτια του ήλιου,
Τις πιο απόμερες πλευρές, αθέατες μιας που ‘ναι.

Σαν τα θεμέλια πέσανε και το θηρίο εστήθη,
Τότε ασυλλόγιαστα σ’ ανάστημα να μεγαλώνει πήρε
Για χρόνους απροσμέτρητους σαν πως θαρρούσε θα ‘ναι.
Και κοίταζε τον Ουρανό κι έκρενε για βοήθεια
Να ‘ρχόταν τ’ αστροφέγγαρα τ’ ασήμι τους ν’ αφήσουν
Στη ράχη του για να στραφτοκοπά με πούλιες εξωγήινες,
Κι άλλοτε τον γλαυκό καλόπιανε αιθέρα
Για να του στείλει κτερίσματα από χρυσές ακτίδες
Απά στις πολεμίστρες του να βάλει να χρυσίσουν
Με τη θωριά υπέρλαμπρη εχθρούς ν’ αποθαρρύνει.

Η γης που το περιέβαλε για καρπερή φαινόταν.
Κάλεσε τ’ αγριολούλουδα συστάδες να υφάνουν
Και μαργαρίτες και τριανταφυλλιές, κι υάκινθους και κρίνα
Και βότανα ως τα τότε άγνωρα απ’ τους που τα ξεκρίνουν,
Έτσι που η ατμόσφαιρα ολόγυρ’ απ’ το Κάστρο
Μ’ αρώματα μεθυστικά τη μύτη του περαστικού κατέκλυζε
Και του οφθαλμού του τα όρια για τις μυριάδες χρώσεις
Μ’ εκείνη την ανθοχαρά ηδιστικά ακράγγιζε.

Σαν πληροφορηθήκανε γι’ αυτή την πανδαισία
Και την οργιαστική της οικοδόμησης γιορτή,
Βουνά ανυψωθήκανε τριγύρω από το Κάστρο
Για να το περικλύσουνε μες σε αγκάλης θέρμη,
Ωσάν το ροδαλό μωρό στον κόρφο της μανούλας,
Ορίζοντας εις το εξής ευήνεμο να χαίρει.

Το Κάστρο εκαμώνουνταν χιλιόχρονο πως θα ‘ναι
Και θάρρησε βοήθειας ανάγκη πως δεν είχε.
Μονάχα έστεκε λαμπρό με τους επτά του πύργους
Απ’ όπου εκατόπτευε γύρω τ’ απλά καλύβια
Πού ‘σαν στημένα ίδιος στέφανος τριγύρω απ’ το Κάστρο
Κι εντός τους χόχλαζε η φωτιά
Πως κάστρα μεγαλόπρεπα κι ατά τους θα γινόταν.

Κι ήταν η κουταμάρα του τόσο οικτρά μεγάλη,
Που με τα δέντρα μάλωσε, το χώμα και τα άνθη
Να το στολίζουν και να το μυροβολούν ανάγκη πως δεν είχε.
Με τα βουνά μετρήθηκε, τα όρη και τους κάμπους
Και τον εαυτό του ικανό πιότερο υπολόγισε
Με ποδαριού συλλογισμούς και δειπνοσοφιστίες.
Αγέροχο κι απάνεμο δίχως αυτά θα έστεκε
Πελώριο κι απείραχτο μέχρι στερνής κεραίας
Ώσπου η ώρα θα ‘φτανε που η πλάση θα τελευτούσε
Και θα ‘πνεε τα λοίσθια στο ρόγχο του θανάτου.
Το τέλος του υπολόγιζε έτσι να συνταιριάξει
Με τη στιγμή που ο Κόσμος θα ‘σβηνε, για πάντα θα χανόταν,
Έτσι όπως χάνεται ο καπνός ευθύς εγκλωβισμένος
Στην τσιμεντένια παγωνιά χειμερινού αιθέρα.

Κι ήρθανε χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι
Και τ’ άνθη μαραθήκανε απ’ την αφροντισία.
Το χώμα έστερψε κι αυτό σύνωρα με τα δέντρα
Και τα βουνά λυγίσανε και σπάσαν οι κορφές τους.
Τότε αγέρας λυσιακός εφόρμησε στο Κάστρο
Και έριξε τους πύργους του και χύμηξε στους τοίχους
Τις πολεμίστρες σπάζοντας και ρίχνοντάς τες χάμω.
Και ήρθε και η υγρή βροχή, πλημμύρισε τον κάμπο
Και το νερό σφηνώθηκε στου Κάστρου τα θεμέλια
Τα σάπισε, τα διάβρωσε, τα γέμισε με μούχλα,
Ώσπου να το στηρίξουνε το Κάστρο δεν φθορούσαν.

Το Κάστρο αναστέναξε και βόγκηξε από λύπη,
Τα σπλάγχνα του με μέλαινα χολή επλημμυρίσαν.
Στον Ουρανό απέστρεψε εκκλητικό το βλέμμα
Μα ο ήλιος δεν το κοίταζε και τ’ άστρα ήταν αλάργα.
Έτσι, λοιπόν, αφέθηκε στου ολέθρου τη μανία,
Τη μαύρη Μοίρα δεχόμενο, ανήμπορο να δράσει.

Κι έτσι ερειπωμένο οικτρά ως έτοιμο να πέσει
Στέκει ακόμη σήμερα σε πείσμα των δεινών του.
Γιατί ως Κάστρο πλάστηκε κι η φύση του τ’ ορίζει
Να μένει άγρυπνος φρουρός κι ας έχει πια πεθάνει…



Αφιερωμένο στον εαυτό μου...

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

'Ο Άνθρωπος Αντιγραφο' (O Homen Duplicado) του Ζοζέ Σαραμάγκου (Jose Saramago)




Τέσσερα κύρια πρόσωπα συνθέτουν την πλοκή αυτού του μυθιστορήματος: Ο Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο (καθηγητής ιστορίας), ο Αντόνιο Κλάρα (δευτεραγωνιστής ηθοποιός του εγχώριου κινηματογράφου), η Μαρία Ντα Παζ (φίλη του Τερτουλιάνο) και η Ελένα (σύζυγος του Αντόνιο Κλάρα, τραπεζική υπάλληλος)... Λυπάμαι…Προέτρεξα χωρίς να το θέλω… είναι και ένα ακόμη πρόσωπο από εκείνα που πολλές φορές υπεισέρχονται σε μυθιστορήματα αυτού του είδους και που δεν ανήκει στα φυσικά πρόσωπα, παρά σ’ εκείνα τα αόρατα, τα υπερβατικά, εκείνα που διεκδικούν μια θέση στην πλοκή δίχως να δίνουν εξηγήσεις για τη σκοτεινή ή μυστηριακή προέλευσή τους και ακόμη χωρίς να ζητούν συγνώμη από τον αναγνώστη για το ότι εμφανίζονται εν αιθρία δίχως ιδιαίτερες συστάσεις κι εξηγήσεις: είναι ο Κοινός Νους, ο σύντροφος του καθηγητή Ιστορίας, Τερτουλιάνο, που μοναδικός του ρόλος είναι να δίνει στον τελευταίο συμβουλές εν ώρα ανάγκης. Μήπως, όμως, και πάλι δεν είναι ικανοποιητική από άποψη πληρότητας η αναφορά μου στο «καστ» των προσώπων του έργου; Μήπως και πάλι βιάζομαι να αποσώσω με την αναφορά σ’ αυτά; Δυστυχώς, θαρρώ πως αυτό είναι αλήθεια. Γιατί, εν τέλει, κανένα από αυτά τα τέσσερα (ή πέντε) πρόσωπα δεν είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Πρόκειται απλώς για μαριονέττες, ή ελληνιστί νευρόσπαστα, ετεροκινούμενα, ετερόφωτα, άψυχα κι άβουλα εξανθρωπισμένα κατασκευάσματα, που τα νήματα των κινήσεών τους κατέχει το ένα και μοναδικό κύριο πρόσωπο του έργου, ο ένας και μοναδικός πρωταγωνιστής του βιβλίου που δεν είναι άλλος από τον ίδιο το συγγραφέα Σαραμάγκου. Μπερδευτήκατε; Ζητώ συγνώμη… θα εξηγηθώ στη συνέχεια, μονάχα ζητώ λίγη υπομονή και κάποια δόση κατανόησης για το χείμαρρο της απογοήτευσης που φουσκονεριάζει εντός μου.

Θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο «βιβλιοκριτικό» άρθρο μια άλλη δομή, πιο συνηθισμένη, ίσως πιο δόκιμη και κατατοπιστική, με μια προλογική περιγραφή των προσώπων, εν συνεχεία μια μεστή περίληψη της πλοκής και, τέλος, μια επιλογική ανάλυση της δομής, της μορφής και του ύφους γραφής. Αυτή τη φορά αποφάσισα να μη γράψω ακολουθώντας την πεπατημένη οδό γιατί απλούστατα δεν ενδιαφέρομαι να παρουσιάσω το εν λόγω έργο σε κάποιο δυνητικό αναγνώστη, ούτε με τα γραφόμενά μου να το προτείνω για ανάγνωση προσπαθώντας να πείσω το βιβλιόφιλο κοινό να αγοράσει το βιβλίο. Απευθύνομαι σε όσους το έχουν ήδη διαβάσει. Θέλω να καταθέσω τη δική μου μαρτυρία έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μετά από κάποιες ημέρες σκέψης πάνω στο έργο.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω ένα χωρίο από το μεταφρασμένα στα ελληνικά κείμενο, ένα τμήμα πρότασης που, κατά την ταπεινή και μη-ειδική γνώμη μου, κωδικοποιεί συνεπτυγμένα το ύφος γραφής ολάκερου του έργου και είναι το κάτωθι:

«Η διασπορά αυτή συλλογισμών και αναλύσεων, αυτό το οικειοθελές σκόρπισμα στοχασμών και των παραγώγων τους στα οποία επιμείναμε τελευταία…»

Πράγματι, η «διασπορά» αυτή είναι το κύριο χαρακτηριστικό που θριαμβεύει σ’ όλο το μήκος και το πλάτος του κειμένου και το καθιστά ως κάποιο βαθμό άχαρο κι απόμακρο. Ο Saramago δεν κάνει τίποτε άλλο από το να διακόπτει συνειδητά και οικειοθελώς, όπως λέει, τη ροή της δράσης για να δηλώσει, εν είδει έγκαιρης παρεμβολής, τη γνώμη του περί παντός επιστητού, ακόμη και για να ερμηνεύσει τα πώς και τα γιατί της ως τη δεδομένη στιγμή πλοκής, καθιστώντας την μ’ αυτό τον τρόπο προσκοπτόμενη, διακεκομμένη, τεμαχισμένη. Έτσι χάνεται η ψυχική επαφή του αναγνώστη με τα πρόσωπα του έργου, μια επαφή που στο πλείστο των περιπτώσεων είναι το ζητούμενο για κάθε συγγραφέα. Όσο καλοπροαίρετος κι αν θέλει να είναι κανείς απέναντι στα γραφόμενα, όσο κι αν αυτή του η καλή προαίρεση προέρχεται από μια ασυνείδητη, ή υποσυνείδητη διαδικασία αυθυποβολής υπό το βάρος ενός Νόμπελ Λογοτεχνίας, αλίμονο, ο αναγνώστης κινδυνεύει σε κάθε βήμα, σε κάθε γύρισμα της σελίδας, σε κάθε τέλος κεφαλαίου να χάσει την υπομονή του και να πάρει τη μεγάλη απόφαση να ξεμπερδεύει άπαξ δια παντός με την ανάγνωση του βιβλίου.

Οι παρενθετικές φιλοσοφίες, ή αμπελοφιλοσοφίες, και οι δεκάδες αζήτητες γνώμες που ξοδεύει αφειδώς ο Saramago λεηλατούν το κείμενο, το απεκδύουν από τα θεμιτά πλουμίσματα της λογοτεχνίας, εξεγείρουν τον αναγνώστη, όμοια όπως όταν ακούγεται ο βάναυσα στριγκός ήχος του τηλεφώνου στο κομοδίνο τη στιγμή που κάποιος κάνει έρωτα και ακραγγίζει το αποκορύφωμα της ηδονής, ή ωσάν να ηχούσε από τους ουρανούς κάθε τρεις και λίγο μια πατερναλιστική φωνή που θα έλεγε στον καθένα μας: «Τώρα είσαι χαρούμενος», ή «τώρα είσαι δυστυχισμένος», ή «αυτή τη στιγμή πρέπει να χαμογελάσεις», «δεν κλαις αρκετά, κλάψε πιο πειστικά». Πώς να κάνεις να σωπάσει αυτή η φωνή που σε διατάζει, που αναλύει αέναα κάθε σου κίνηση, που σε νουθετεί ακατάπαυστα; Αν κανείς ρωτούσε τη γνώμη μου επ’ αυτού θα του έλεγα πως θα σήκωνα πέτρες απ’ τη γης όπου πατώ και θα πετροβολούσα την πηγή αυτής της εκνευριστικής ουράνιας φωνής. Φαντάζομαι πως το ίδιο ή κάτι παρόμοιο συμβαίνει και για τους τέσσερις ήρωες, και ιδίως τους δύο κύριους πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου, τον Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο και τον Αντόνιο Κλάρο… μάταια πετροβολούν τη φωνή του δημιουργού τους σε μια απέλπιδη, απονενοημένη προσπάθεια να τον κάνουν να σωπάσει. Στο τέλος απελπίζονται και δέχονται την ήττα τους, μια ήττα που τους υποβαθμίζει κακόβουλα στο επίπεδο ενός οικτρού ανδρείκελου, ενός πολυαρθρωτού νευρόσπαστου εκτεθειμένου επί σκηνής ενός κουκλοθεάτρου.

Ο Αντόνιο Κλάρο είναι το αντίγραφο του Τερτουλιάνο, ή το αντίστροφο; Ο Saramago θέλει να μας βάλει σε σκέψεις επ’ αυτού, να μας μπερδέψει. Ταυτόχρονα ανασύρει από τη φιλοσοφική του αποθήκη μια πλειάδα φιλοσοφικών σκέψεων και μεταφυσικών αγωνιών του είδους: ποιος γεννήθηκε πρώτος από τους δύο αυτούς πανομοιότυπους ανθρώπους, ποιος θα πεθάνει άραγε πρώτος, πώς συμβαίνει και τα δύο αυτά ανθρώπινα αντίγραφα φέρουν τις ίδιες ακριβώς ουλές στο σώμα τους, πώς είναι δυνατό το στενό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον αυτών των δύο αντιγράφων να τους διαχωρίσει και να τους αναγνωρίσει δεδομένης της απόλυτης ομοιότητας. Όλα αυτά τα ερωτήματα τίθενται ακατάπαυστα και απαιτούν απαντήσεις. Σε ό,τι με αφορά ως αναγνώστη, δεν υπέπεσα (από λάθος του συγγραφέα, ή από δική μου ανικανότητα… ποιος ξέρει…) στην παγίδα να συμπάθω με τους δύο πρωταγωνιστές, γιατί εξ’ αρχής συνειδητοποίησα ότι ούτε ο Αντόνιο είναι το αντίγραφο του Τερτουλιάνο, ούτε ο Τερτουλιάνο εκείνο του Αντόνιο. Είναι και οι δύο αντίγραφα του Saramago, ο οποίος θαρρεί πως θέτει σε διάλογο και διάδραση τους δύο χαρακτήρες, όμως, τελικά, αρκείται στο να μονολογεί στα πλαίσια μιας δοκιμιακού ύφους γραφής. Θα ήταν πιο τίμιο εκ μέρους του αν έγραφε ένα απέριττο δοκίμιο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τότε θα νομιμοποιούνταν να εκθέτει τις απόψεις του πάνω στα διάφορα και πολυποίκιλα ζητήματα του ατόπου της απόλυτης ομοιότητας δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Δεν είναι, όμως, τίμιο να εφευρίσκει μια ευτελώς τυπική και υπεραπλουστευμένη πλοκή ολιγοσέλιδης εκτάσεως, καθώς και να παράγει άψυχους, άοσμους κι απαθείς χαρακτήρες προκειμένου να στηρίξει μια φιλοσοφική Υπόθεση μεταφυσικού χαρακτήρα.

Θα αντιτάξει κάποιος πως ίδιον της θεματολογίας που έχει επιλέξει εδώ και χρόνια ο Jose Saramago είναι η διερεύνηση του Ατόπου δια της de facto αποδοχής του ως γεγονός και, εν συνεχεία, δια της διερεύνησης των παραγόμενων κοινωνιολογικών συνεπειών που αυτό το Άτοπο προκαλεί. Αυτό συμβαίνει στο «Περί Τυφλότητας», αυτό και στο «Περί Θανάτου». Γιατί, λοιπόν, τόση επικριτική διάθεση απέναντι σε μια ακόμη υπόθεση περί Ατόπου, όπως είναι «Ο Άνθρωπος Αντίγραφο»; Έχω και γι’ αυτό μια απάντηση. Στις δύο πρώτες υποθέσεις, ήτοι της τυφλότητας και των διαλείψεων του θανάτου, ο συγγραφέας κατοπτεύει από τα ολύμπια ύψη της αντικειμενικότητας μια ολόκληρη χώρα, μιλά για τους ανθρώπους σα να επρόκειτο για μια μάζα, μια αγέλη, ένα συρφετό από απειροελάχιστα έντομα, ασήμαντα μυρμήγκια που αντιδρούν πολλά μαζί κατά κοινωνικές ομάδες σε κάθε αλλαγή στα δεδομένα των θεμελιωδών Φυσικών Νόμων. Εξιστορεί ολάκερες κοινωνικές αναταραχές σαν να επρόκειτο για κάποιο γεωστατικό δορυφόρο που φωτογραφίζει μια συγκεκριμένη περιοχή της επιφάνειας της Γης δίχως να φτάνει στο αντιληπτικό όριο του κάθε ανθρώπου χωριστά. Το ίδιο ύφος είχε και ο Albert Camus στην «Πανούκλα» και κανείς δε βρέθηκε να πει κάτι κακό γι’ αυτό, κανείς δεν αισθάνθηκε προδομένος από την έκδηλη έλλειψη συναισθηματικού χρωματισμού, ή κατευθυνόμενης συμπάθειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δεδομένη προσέγγιση του συγγραφέα είναι θεμιτή, ίσως ακόμη να είναι κι εκείνη που επιβάλλεται. Στην περίπτωση, όμως, του ανθρώπου – αντίγραφο, μια περίπτωση στην οποία ενέχονται μονάχα δύο άνθρωποι, δύο συγκεκριμένες οντότητες, δύο ξεχωριστές προσωπικότητες και όχι ολάκερες κοινωνικές ομάδες, η προσκόλληση σε μια τέτοια προσέγγιση αποβαίνει σε βάρος της ίδιας της Υπόθεσης του Ατόπου. Αδυνατεί να την υπερασπιστεί, να τη διερευνήσει, να αναδείξει τις πολυάριθμες αποχρώσεις της, να διαλευκάνει τις συνέπειές της σε ατομικό επίπεδο… τελικά να «πείσει» τον αναγνώστη.

Θα δεχτώ να βάλω στην άκρη υφολογικά ζητήματα αυτού του έργου που θεωρώ αρνητικά, όπως τους στυλιζαρισμένους και απεκδυμένους από χαρακτηριολογικές αποχρώσεις διαλόγους μεταξύ των προσώπων, την εμφάνιση μονάχα δύο από όλα τα διαθέσιμα σημεία στίξεως (δηλαδή του κόμματος και της τελείας), την ενοχλητική ακροβασία ανάμεσα σε λαϊκές και λόγιες λέξεις και τις σχοινοτενείς προτάσεις που καταλήγουν στην πανωλεθρία της συντακτικής αποδιοργάνωσης. Ναι, θα τα δεχτώ όλα αυτά αγόγγυστα κι αδιαμαρτύρητα. Αντ’ αυτού θα εστιάσω με εμφαντική αγανάκτηση σε ένα ακόμη ζήτημα, σ’ ένα ακόμη «λογοτεχνικό αδίκημα» στο οποίο υποπίπτει ο συγγραφέας (αν γίνω πιο μετριοπαθής κι αφήσω κατά μέρος το από καθέδρας εισαγγελικό κατηγορητήριο θα αλλάξω τον όρο «αδίκημα» και θα πω αντ’ αυτού «ολίσθημα»… αλλά η δική μου έλλειψη μετριοπάθειας δεν είναι αυτό που πρέπει να ενδιαφέρει τον αναγνώστη αυτού του άρθρου…)

Το λοιπόν, το «λογοτεχνικό αυτό αδίκημα» είναι εκείνο της εξιστόρησης σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: είναι πολλές οι φράσεις εντός του κειμένου που ξεκινούν με το ύφος «εμείς πιστεύουμε το τάδε ή το δείνα», «εμείς θεωρούμε ότι ισχύει αυτό ή εκείνο» και τα παρόμοια. Προφανώς ένα τέτοιο ύφος δεν είναι τυχαίο ούτε ασυνείδητο. Η χρήση αυτού του γραμματικού προσώπου είναι απόλυτα εμπρόθετη και συνειδητή από την πλευρά του συγγραφέα, μιας και στοχεύει εσκεμμένα στο να εντάξει στο πνεύμα της δικής του επιχειρηματολογίας και της κοσμοθεώρησης κι εκείνο του αναγνώστη. Φιλοδοξεί να τον προσελκύσει, να τον κάνει να πιστέψει πως κι ο ίδιος ενστερνίζεται τις απόψεις του συγγραφέα, πως σε μια τέτοια άτοπη και μεταφυσική υπόθεση ο νους του θα γεννοβολούσε τις ίδιες κι απαράλλαχτες συνεπαγωγές κι αλληλοσυσχετίσεις. Δυστυχώς, όμως, κάτι τέτοιο έχει μικρές πιθανότητες να συμβεί. Το συγκεκριμένο θέμα έχει άπειρες προεκτάσεις και συνέπειες, τόσες όσοι είναι και οι άνθρωποι που κατοικούν σε τούτο τον πλανήτη. Για το Saramago το να υπάρχουν δύο άνθρωποι πανομοιότυποι πάνω στη Γη, δυο απόλυτοι σωσίες είναι κάτι αρνητικό μιας και ενστερνίζεται μια γωνία θέασης που έχει να κάνει με τον φυσιολογικό ανθρώπινο εγωισμό: κανείς «φυσιολογικός» άνθρωπος δε θα μπορούσε να ανεχτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός απόλυτου σωσία του, ο εγωισμός του δε θα το επέτρεπε, θα ζούσε μια πραγματική κόλαση στη σκέψη του αντιγράφου του. Γι’ αυτό και η όλη διερεύνηση της υπόθεσης αυτού του ατόπου από την πλευρά του συγγραφέα βασίζεται σ’ αυτή και μόνο την παραδοχή, είναι νομοτελειακά αρνητικά χρωματισμένη, είναι σχεδόν μονολιθική στα συμπεράσματά της. Όμως, ενδέχεται ο αναγνώστης να μην ενστερνίζεται αυτή την προοπτική θέασης κι ερμηνείας. Υπάρχει, μ’ άλλα λόγια, το ισχυρό ενδεχόμενο να διαφωνεί καθέτως με τη λογική των συλλογισμών του συγγραφέα. Κι εφόσον ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι κατά το μάλλον ή ήττον κάτι παραπάνω από πιθανό, τότε το ύφος γραφής του Saramago που χαρακτηρίζεται από την επιμονή χρήσης του πρώτου πληθυντικού προσώπου πέφτει στο κενό, επιστρέφει σαν μπούμερανγκ εναντίον του ίδιου, πασπαλίζει ολάκερο το κείμενο με μια υποψία υπερφίαλου βερμπαλισμού και ανοικονόμητου πατερναλισμού, κάτι που προσιδιάζει πιότερο σε προπαγανδιστικά κείμενα απολυταρχικών καθεστώτων και που ενοχλεί κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

«Αν φιλοδοξείς να πείσεις τους άλλους για την ορθότητα των απόψεών σου, κάνε το πρώτο βήμα και πείσε πρωτίστως τον ίδιο σου τον εαυτό», θα έλεγα στον κατά τα άλλα αγαπητό συγγραφέα… ασφαλώς είμαι πολύ μικρός για να ακούσει τους ψιθύρους μου…





Παναγιώτης Σιμιτσής

____________________________

Πληροφορίες για το βιβλίο:

Τίτλος στα ελληνικά: Ο Άνθρωπος Αντίγραφο

Τίτλος πρωτοτύπου: O Homen Duplicado

Συγγραφέας: Jose Saramago

Μετάφραση: Αθηνά Ψύλλια

Εκδόσεις: Καστανιώτη

Σειρά: Συγγραφείς απ' όλο τον Κόσμο

Έτος έκδοσης: 2005

ISBN: 960-03-3979-1

Σελίδες: 328

_______________________________

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2008

Ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Touristus Cornelius Observus



Περί των ερειπίων, της αδειοσύνης, της ασημαντότητας και της ελαφρότητας των κατοίκων της πολίχνης Trikalum.

Τα παρακάτω γράφτηκαν από την ταπεινότητά μου, τον περιηγητή Touristus Cornelius Observus, το Σωτήριο έτος 2008 AD, κατά την περιήγησή μου στις ξεχασμένες πολίχνες μιας χώρας που αρχαιόθεν ονομάζεται Ελλάδα και που αποτελεί στον παγκόσμιο χάρτη μια μικρή, ασήμαντη χερσόνησο τοποθετημένη από τον Κύριό μας κατά τη Δημιουργία στα όρια μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.



Η πολίχνη Trikalum βρίσκεται στο κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Γεωτοπογραφικά είναι χτισμένη σε κάμπο και περιβάλλεται από μικρά χωριά χαρακτηριζόμενα από ένα κεντρικό δρόμο, χωράφια, χοιροστάσια και μερικά σπίτια εκατέρωθεν του κεντρικού δρόμου. Από αρχαιοτάτων χρόνων είναι συνδεδεμένη με τη μορφή του Ασκληπιού, του πατέρα της Ιατρικής επιστήμης και αυτό αποτελεί την αιτία που η πλειονότητα του νεανικού της πληθυσμού ονειρεύεται να σπουδάσει την Ιατρική και να διαπρέψει σ’ αυτή στην ευρύτερη περιοχή των Σλαβικών χωρών.

Κατά την είσοδό μου στην Trikalum δεν συνάντησα φρούριο, ούτε πύργους, ούτε τείχος, ούτε καν ερείπια αυτών των γνώριμων κατασκευασμάτων. Μάρτυς μου ο Κύριος ημών, έμεινα κατάπληκτος και στάθηκα άπραγος, ξύνοντας ερωτηματικά με τα δάκτυλά μου το τριχωτό της κεφαλής μου, να κοιτάζω ένα γύρω την απεραντοσύνη του κάμπου, όπου τίποτα δε μαρτυρούσε την ύπαρξη πόλης. Άραγε, πώς προστατεύονται οι κάτοικοί της; Μήπως βρίσκονται σε καιρό ειρήνης, ή μήπως η πόλη όπου πηγαίνω έχει αλωθεί κι ερημωθεί; Αυτά και άλλα σκεπτόμενος, έριξα το δισάκι μου ξανά στον ώμο, έσφιξα στο δεξί μου χέρι το μπαστούνι μου και προχώρησα προς τα εκεί όπου με πήγαινε ο δρόμος. Καθώς προχωρούσα ο ήλιος έκαιγε το άμοιρο κεφάλι μου έτσι που να κινδυνεύω να λιποθυμήσω, αφού ούτε αέρας φυσούσε από πουθενά, ούτε θάλασσα υπήρχε κοντά κι ο αδυσώπητος ήλιος που είχε ανέβει ήδη ψηλά στον ουράνιο θόλο έκαιγε τις πυρωμένες πέτρες και τη χαμηλή βλάστηση τριγύρω.

Και τότε συνάντησα τα πρώτα δείγματα ανθρώπινης δραστηριότητας. Δεν ήταν τίποτε άλλο από μάντρες περιφραγμένες με μεταλλικά πλέγματα, όπου εντός τους είχαν σωρούς από σιδερένια αντικείμενα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σε μια τραγικά παραμελημένη κατάσταση διάβρωσης και σκουριάς. Μες σε κάποιες άλλες μάντρες πιο πέρα υπήρχαν παραταγμένες στη σειρά τερατώδεις μηχανές και τροχοφόρα. Ήμουν όλος απορία και μιας και ήμουν ολομόναχος στο δρόμο, δίχως να συναντήσω κανένα άλλο περιηγητή, ή απλό περαστικό, πλησίασα το φράχτη μιας τέτοιας μάντρας για να διαβάσω την πινακίδα: «Μεταχειρισμένα φορτηγά και αγροτικά μηχανήματα». Μα πού πήγαινα, τέλος πάντων; Πού ήταν η μεγαλόπρεπη είσοδος της πόλης; Αγία Μαρία, αναφώνησα, συγχώρησέ με για τα κρίματα που έκανα στη ζωή μου, για ό,τι κακό σκέφτηκα, ή έπραξα και για όλες τις φορές που με τη στάση μου προσέβαλα τον Κύριό μας, Ιησού Χριστό. Μη με αφήνεις ανερμάτιστο να χαθώ σε τούτο τον άθλιο τόπο, προστάτεψέ με από κάθε βάρβαρο, κάθε θεριό και κάθε δαίμονα που τυχόν βρεθεί στη στράτα μου! Και σκεπτόμενος αυτά και σταυροκοπούμενος από μια απροσδιόριστη φοβία, συνέχισα την πορεία μου.

Αφού περπάτησα αρκετές εκατοντάδες μέτρα ακολουθώντας την άκρη του δρόμου άρχισα να βλέπω τα πρώτα σπίτια. Επρόκειτο για κτίρια ακαλαίσθητα, ανομοιόμορφα, μουντά. Δίπλα σε μια παράγκα έβλεπες να υψώνεται ένα τριώροφο, ή τετραόροφο βλοσυρό κτίριο, με έκδηλα τα σημάδια της φθοράς του χρόνου στις βεράντες και τα μπαλκόνια του, και με ταράτσα κατάφορτη από ένα πραγματικό δάσος από σιδερένιες κεραίες, έτσι που έμοιαζαν με πελώρια βέλη που είχαν καρφωθεί εκεί πάνω μετά από τον τοξοβολισμό των μυριάδων Περσών στη μάχη των Θερμοπυλών. Οι παράγκες ήταν από τσίγκο και τσιμέντο και είχαν μια μεγάλη είσοδο από το ερεβώδες βάθος της οποίας έχασκαν χαλασμένα τροχοφόρα μηχανήματα, όμοια όπως από το στόμα συφιλιδικών χάσκουν τα απαίσια δόντια τους. Διάβασα μια πινακίδα κρεμασμένη πάνω από την είσοδο μιας από αυτές τις παράγκες: «Βουλκανιζατέρ ο Κώτσιος» και μια άλλη: «Ελαστικά ο Μήτσιος» και λίγο πιο πέρα ακόμη μία: «Μάρμαρα – Γρανίτες, Faltacius Athanasius». Σκέφτηκα να κάνω μεταβολή και να γυρίσω εκεί απ’ όπου είχα έρθει και, μάρτυς μου ο Κύριος, θα το έκανα αν δεν συναντούσα για καλή μου τύχη ένα περαστικό που είχε σταθεί και με κοίταζε με προσβλητική περιέργεια από την κορυφή ως τα νύχια. «Καλέ μου κύριε», τον ρώτησα, «μπορείτε να μου πείτε που βρίσκομαι; Είναι η πόλη Trikalum, ή κάποιος άλλος τόπος που δεν αναφέρεται στους γνωστούς μας χάρτες;» Εκείνος έσκασε στα γέλια και μου απάντησε δίχως περιστροφές και τύπους σε μια ιδιότυπη διάλεκτο: «Τι σι σι ρε φίλε; Από πού ξιφύτρωσις; Στα Τρίκαλ’ είσι. Άι, άι…» Και αφού έκανε δυο στροφές γύρω μου και με περιέπαιξε για μερικά λεπτά όπως έκαναν οι Φιλισταίοι στον τυφλωμένο Σαμψών, με άφησε και συνέχισε το δρόμο του.

Μ’ αυτά και με άλλα προχώρησα, αφήνοντας πίσω μου την εξοχή και εισχωρώντας όλο και περισσότερο στην Trikalum. Όσο, όμως, κι αν έψαχνα με το βλέμμα μου, δεν έβλεπα πουθενά κάποιο μεγαλόπρεπο κτίριο, μια αψίδα, ένα οβελίσκο, ένα ναό… τίποτα παρά μονάχα κτίρια της μορφής που προανέφερα. «Δε μπορεί, θα υπάρχει κάποιο μουσείο, κάποιο μέγαρο που θα υμνεί τη μεγαλόπρεπη ιστορία αυτού του τόπου», σκέφτηκα και με τη σκέψη αυτή αναπτερώθηκαν προς στιγμή οι ελπίδες μου και συνέχισα την πεζοπορία ανάμεσα σε σπίτια που δεν είχαν τίποτε να πουν και τίποτε για να καυχηθούν. Κάποτε έφτασα σ’ ένα παραμελημένο χώρο, σκαμμένο και περιφραγμένο με σιδερένιο φράχτη, όπου εντός του υπήρχαν διάσπαρτες πέτρες και πύλοι, μα πουθενά αγάλματα, κτερίσματα, μαρμάρινοι κίονες, αναθήματα, ή κάτι που να θυμίζει αρχαίο πολιτισμό. Στήθηκα εκεί και βάλθηκα να ρωτώ τους περαστικούς αν γνώριζε κανείς τους να μου πει ποιος ήταν αυτός ο χώρος. Πέρασαν πολλοί μα κανείς τους δεν ήξερε. Ήταν όλοι τους νέοι, κάτω από τα σαράντα, και όλοι τους με κοίταζαν ερωτηματικά και με κάποια αποστροφή, οφείλω να πω. Έμοιαζαν βιαστικοί να πάνε κάπου συγκεκριμένα και ήταν όλοι τους ντυμένοι με επίσημα ρούχα. Στο τέλος στάθηκα τυχερός κι έμαθα. Ήταν το αρχαίο Ασκληπιείο. Ένα δέος με κατέλαβε ευθύς. Μα πώς είναι δυνατό να είναι ένας τέτοιος χώρος τόσο παραμελημένος και ξεχασμένος; Τι λογής άνθρωποι είναι ετούτοι που δεν γνωρίζουν καν την ιστορία αυτού του ιερού χώρου; Ίσως, πάλι, ετούτη η πόλη να έχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό να επιδείξει, που το Ασκληπιείο να μοιάζει με ασήμαντο λάκκο… είμαι περίεργος να μάθω…

Αποφάσισα τότε να ακολουθήσω το πλήθος και να κατευθυνθώ εκεί όπου πήγαιναν όλοι. Έτσι όπως ήμουν ρακένδυτος, με τα τριμμένα ρούχα μου και τα άθλια σανδάλια μου με τις φαγωμένες σόλες, αισθάνθηκα κάπως άσχημα μιας και έβαλα τον εαυτό μου ασυναίσθητα σε σύγκριση με τους νέους που κυκλοφορούσαν αμέριμνοι και χαρούμενοι παντού γύρω μου. Προσπάθησα να αναθαρρήσω ενθυμούμενος τα ιερά λόγια του Ευαγγελίου περί πενίας και Παραδείσου και προχώρησα. Ήταν μόλις δώδεκα το μεσημέρι και, όσο πλησίαζα στο κέντρο της πόλης, τόσο οι δρόμοι έσφυζαν από κόσμο και ζωή. Αναρωτήθηκα πού να βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι στους δρόμους και με ποιες εργασίες ασχολούνταν ώστε να μπορούν να περπατούν αμέριμνοι κι ευτυχισμένοι μια τέτοια ώρα.

Διάβηκα ένα γεφύρι και βρέθηκα αίφνις στην αρχή ενός πλακόστρωτου δρόμου που, όπως έμαθα, λεγόταν «Οδός Ασκληπιού», ή σκέτα «Ασκληπιού». Πλήθος ανθρώπων καθόταν σε καρέκλες εκατέρωθεν του δρόμου και έπιναν νωχελικά των καφέ τους μην ξεκολλώντας το διερευνητικό τους βλέμμα από τον κόσμο που περπατούσε. Γέλια και χάχανα, φωνές και μουρμουρητά, τραγούδια και μουσικές από τα διπλανά μαγαζιά ανάκατες σε ένα συνονθύλευμα που σου τρυπούσε το τύμπανο του αυτιού. Μία πραγματική πανήγυρις, μια γιορτή. «Κάποιος Άγιος θα γιορτάζει και γι’ αυτό είναι όλοι έξω» σκέφτηκα. Μα σαν το καλοσκέφτηκα, και μιας και γνωρίζω όλους τους βίους των Αγίων της Μητέρας μας Εκκλησίας, δε μπόρεσα να εντοπίσω στο νου μου κάποια μεγάλη γιορτή. Ήταν μια μέρα όπως όλες οι άλλες, μια εργάσιμη ημέρα. Διέσχισα με βιασύνη το δρόμο καθώς ένιωσα τα ξεφτισμένα μου ρούχα να γίνονται όλο και βαρύτερα, σχεδόν αβάσταχτα πάνω στο ταλαιπωρημένο από την πολυήμερη οδοιπορία κορμί μου και τούτο γιατί ντρεπόμουν που ήμουν ο μόνος κακοντυμένος ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος. Τι γύρευα εγώ εκεί; Εξάλλου το συγκεκριμένο μέρος δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει: δεν υπήρχε ούτε ένα αρχιτεκτονικό θαύμα, ούτε ένας χώρος άξιος λόγου από αισθητικής, ή ιστορικής άποψης.

Αφού βγήκα από τον πολύβουο πεζόδρομο με τις «καφετέριες» συνέχισα πάνω στην κύριο οδό στηριζόμενος στη μαγκούρα μου και νιώθοντας τις πατούσες μου να καίνε από την κούραση. Είδα δυο – τρία μικρά βιβλιοπωλεία αδειανά από κόσμο, που στις προθήκες τους είχαν μια χούφτα βιβλίων, τετράδια και γραφικά είδη. Έπειτα έφτασα έξω από ένα ανατριχιαστικά ακαλαίσθητο δημοτικό κτίριο από άχαρο τσιμέντο και σιδερένια κάγκελα που υποτίθεται πως στέγαζε τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, ήταν παντελώς άδειο και κανείς δεν απάντησε όταν χτύπησα την κεντρική θύρα για να μπω.

Είχε πέσει το σούρουπο και η ζέστη συνέχιζε να είναι αφόρητη. Είχα ήδη διασχίσει την πόλη Trikalum από άκρου εις άκρο τρεις φορές κι όσο κι αν έψαξα, όσο ευσεβείς κι αν ήταν οι πόθοι μου, όσες επικλήσεις κι αν έκανα στους αρχαίους και στους δικούς μας Αγίους, όσο κι αν πάσχισα να διατηρήσω τις ελπίδες και την καλή μου προαίρεση, δεν βρήκα τίποτα άξιο λόγου, μονάχα κάποια σπαράγματα από αλλοτινούς καιρούς, ελάχιστες ενδείξεις της ιστορίας. Συνάντησα πλήρη αδιαφορία για το πνεύμα και τη φιλοσοφία. Βρήκα μονάχα εξοργιστικά εύθυμους ανθρώπους που πάντα κάτι έπιναν, που πάντα κοιτούσαν διερευνητικά τους περαστικούς από την καρέκλα όπου άραζαν, που μιλούσαν με μια βαριά προφορά και που στις φράσεις τους το μονοπώλιο κατείχαν οι άγνωστες σε μένα λέξεις: «γκόμενες», «σχέσεις», «ευρουλάκια», «δάνειο», «BMW», «Μύκονος».

Οι κάτοικοι της πολίχνης Trikalum εργάζονται σε περίεργα επαγγέλματα όπου δε χρειάζεται να είσαι στο χώρο της δουλειάς εν ώρα υπηρεσίας, αλλά μπορείς αντ’ αυτού να κάθεσαι κάπου που σερβίρουν καφέ σε ψηλό ποτήρι με καλαμάκι. Ζουν δίχως περίσκεψη και οδηγούν σχεδόν όλοι ψηλά οχήματα που κινούνται και στους τέσσερις τροχούς και τα παρκάρουν στην πρόσοψη των μαγαζιών αναψυχής για να τα βλέπουν όλοι όσοι τυχαίνει να περνούν από εκεί. Αν σταθείς να τους μιλήσεις σε ειρωνεύονται με ύφος υπεροπτικό και σε εκλαμβάνουν de facto ως κατώτερό τους. Αν περάσεις από μπροστά τους σε κοιτούν από την κορυφή ως τα νύχια για να βρουν που βρίσκεται ραμμένο το επώνυμο σήμα πάνω στα ρούχα σου.

Ένας άστεγος αλήτης που ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς σε ένα παγκάκι μου είπε πως κι εκείνος ζούσε έτσι πριν από λίγο καιρό, αλλά μια αποφράδα ημέρα οι καταραμένες τράπεζες όπου χρωστούσε του τα πήραν όλα, του έκλεψαν την «porche» (βάζω αυτή τη λέξη σε εισαγωγικά γιατί ακόμη δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει) , την εξοχική έπαυλη, το κατάστημά του. «Οι παλιο-Ομβριοί σου τάζουν τον ουρανό με τ’ άστρα κι έπειτα σου τα παίρνουν όλα» μου είπε με την πρόσκαιρη οργή που προκαλεί στον άνθρωπο η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Ήταν ο τελευταίος κάτοικος της Trikalum που συνάντησα…


____________________________________
Αφορμή για το κείμενο αυτό στάθηκε το κείμενο του Ammianus Marcellinus (c.330-395 CE) με μεταφρασμένο στα αγγλικά τίτλο: "The Luxury of the Rich in Rome", c.400 CE. Το κείμενο φιλοξενείται στο Medieval Sourcebook (http://www.fordham.edu/halsall/sbook.html) στο παρακάτω link:
http://www.fordham.edu/halsall/ancient/ammianus-history14.html

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Χίμαιρας Εγκώμιον, Μυθιστόρημα



Πολλές φορές χρειάζεται λίγων ημερών σιγή προκειμένου να μπορέσει το στόμα να ξαναμιλήσει και να πει δυο κουβέντες της προκοπής.
Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα τα στόματα σωπαίνουν για να αφήσουν όλη την ενέργεια στις αισθήσεις να αντλήσουν εικόνες κι ευχαρίστηση από τους καρπούς της θάλασσας. Η φαντασία μικραίνει και ζαρώνει στο μέγεθος μιας μπάλας του τένις, αφού οι άνθρωποι δεν την χρειάζονται προσωρινά. Τώρα έφτασε ο καιρός να βάλουν όλες τους τις δυνάμεις για να ζήσουν αυτό που φαντασιόνονταν στη διάρκεια του χειμώνα. Είναι μια εποχή που δε θέλεις να σκεφτείς, τρέμεις στην ιδέα του συλλογισμού, απεχθάνεσαι τον κάματο της έγνοιας, ακόμη κι αν αυτή ανήκει στη σφαίρα της φιλοσοφίας… ή της αμπελοφιλοσοφίας. Είναι μια εποχή όπου όλοι ορχούνται σ’ ένα βακχικό ντελίριο ανάλαφρης ανυπαρξίας κι αισθητηριακής αποκάρωσης.

Οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα για ν’ αποκαλύψουν τους κόπους και τις στερητικές θυσίες ολάκερου του χειμώνα και να εκτεθούν σ’ όσους θαρρούν πως τους παρακολουθούν με δέος ανάμικτο με ηδονή από τις διπλανές ξαπλώστρες. Αλείφονται φιλήδονα με λάδι και πομάδες κι απλώνουν τα μέλη τους τεντωμένα κάτω από μια πολυκαιρισμένη ομπρέλα που άρχισε να χάνει τα χρώματά της νικημένη από το αδιάλειπτο κι ανελέητο σφυροκόπημα του ήλιου. Όλοι κοιτούν όλους πίσω από τα μαύρα τους γυαλιά με τα πελώρια γράμματα και τα σήματα εστέτ εταιριών μόδας. Οι λουόμενοι έχουν μπει για τα καλά στο πετσί του καθιερωμένου ρόλου που πρέπει να παίξουν.

Η διανομή των ρόλων έχει γίνει προ πολλού, οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι πολλοί (μια ολάκερη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή):

Κάποιοι θα επιδεικνύουν το σώμα τους περπατώντας πάνω – κάτω την παραλία, εκεί όπου το κύμα αφήνει την τελευταία του πνοή σε μια λευκή κορδέλα από αφρό, ή παίζοντας μανιωδώς ρακέτες κάτω από τον πυρωμένο ήλιο που τους κατακαίει το δέρμα. Κάποιες σνομπ δεσποινίδες θα μένουν ξαπλωμένες μπρούμυτα, σε πείσμα των κηφήνων που τις περιτριγυρίζουν με τις πετσέτες τους ανά χείρας, λαγοκοιμώμενες από το πρωί ως το βράδυ πάνω στην ξαπλώστρα τους, θυσιάζοντας μονάχα λίγες στιγμές της ναρκισσικής ραστώνης τους για να αλείψουν το καλλίγραμμο σοκολατένιο κορμί τους με λάδι. Κάμποσος λαός θα χοροπηδά μες σε μια υποχρεωτική επίφαση μαζικής ευθυμίας πάνω στα σανίδια του εξώστη κάποιου περιώνυμου beach bar, ρουφώντας κατά διαστήματα μικρές γουλιές από τα mohito τους και ιχνηλατώντας με το βλέμμα το ποιόν των άλλων γύρω τους. Κάποιοι αθλητικοί τύποι θα πρέπει απαραιτήτως να επιδίδονται σε θαλάσσιες δραστηριότητες, ξεπατώνοντας από την πολυχρησία τα jet ski, τα canoes, τα wind surfs και τα κάθε λογής ταχύπλοα. Τέλος, κάποιοι ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος θα ανοίξουν για πρώτη και τελευταία φορά γι’ αυτή τη χρονιά τα βιβλία τους για να αράξουν το βλέμμα τους νωχελικά πάνω στις γραμμές τους. Δεν είναι σίγουρο ότι αυτοί οι αναγνώστες διαβάζουν πραγματικά. Δεν είναι μήτε βέβαιο και διακριβωμένο ότι ενδιαφέρονται στ’ αλήθεια για το βιβλίο που έχουν στα χέρια τους. Είναι κι αυτός ένας ρόλος σαν όλους τους άλλους στα πλαίσια αυτής της δαπανηρής υπερπαραγωγής.

Εν μέσω καλοκαιριού, λοιπόν, αποφάσισα κι εγώ να εκδώσω το μυθιστόρημα που έγραψα πριν κάποια χρόνια. Όμως, δεν προορίζεται για τους αναγνώστες της παραλίας, γι’ αυτό και δεν είναι σε μορφή έντυπου βιβλίου. Προορίζεται για όσους θέλουν πραγματικά να το διαβάσουν και θα κάνουν τον κόπο να ταλαιπωρήσουν για χάρη του τα μάτια τους στην οθόνη του υπολογιστή.

Τιτλοφορείται:

«Χίμαιρας Εγκώμιον»

και θα το βρείτε στο blog μου στη διεύθυνση:

http://eulogyofchimera.blogspot.com/


Σας στέλνω την αγάπη μου από την αιώρα όπου λαγοκοιμάμαι…

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

Νίκος Σεργιανόπουλος - Περί Μεταθανάτιας Σήψης και Πτωματοφαγίας


Το λυπηρό γεγονός του βίαιου θανάτου του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου και η αηδία που μου προκάλεσαν στο σύνολό τους τα τηλεοπτικά «παιανικά» μνημόσυνα λογίδρια των τελευταίων ημερών στάθηκαν αφορμή να ανασύρω από το μνημονικό μου κάποιες γνώσεις της Ιατροδικαστικής και, πιο συγκεκριμένα, του κλάδου της Ιατροδικαστικής Εντομολογίας, που είχα συνειδητά απωθήσει ως τώρα στα ντουλάπια του υποσυνειδήτου μου. Δε θα σε ταλαιπωρούσα φίλε μου αναγνώστη με τέτοιες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες περί θανάτου αν δεν είχα συγκεκριμένο λόγο για κάτι τέτοιο, λόγο που υπόσχομαι να εξηγήσω μετά την ιατροδικαστική ανασκόπηση. Εξάλλου, δεν είμαι δα και ο πρώτος που θα σου μιλήσει για την αποσύνθεση των πτωμάτων. Είσαι αρκετά εξοικειωμένος με το θάνατο από τις πάμπολλες αστυνομικές ταινίες που έχεις δει…

Αμέσως μετά το βιολογικό θάνατο ξεκινά η σήψη του νεκρού που δεν είναι τίποτε άλλο από την κατά στάδια αποικοδόμηση της μεγαλομοριακής οργανικής ύλης από την οποία αποτελούνται οι ανθρώπινοι ιστοί σε απλούστερες χημικές ενώσεις υπό την επίδραση αερόβιων και αναερόβιων μικροοργανισμών. Το πτώμα σήπτεται τόσο από τους δικούς του μικροοργανισμούς, που ανέκαθεν φιλοξενούσε εντός των σπλάγχνων του, όσο και από μικροοργανισμούς του περιβάλλοντός του. Ο ρυθμός δε της σήψης εξαρτάται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι η θερμοκρασία, η υγρασία, ο αέρας, καθώς και από την ίδια την αιτία που προκάλεσε το θάνατο. Το πρώτο σημάδι της σήψης είναι μια μικρή πράσινη κηλίδα στο δεξιό λαγόνιο βόθρο ύπερθεν του τυφλού (τμήμα του εντέρου) και πρωτοεμφανίζεται, ανάλογα με την εποχή του χρόνου που επισυμβαίνει ο θάνατος, στις 12 ως και 48 ώρες. Έπειτα, η κοιλιά πρασινίζει ολάκερη και φουσκώνει σαν το μπαλόνι έτοιμη να ραγεί, χύνοντας τα συσσωρευμένα δύσοσμα υγρά που αθροίζονταν εντός της.

Η σήψη φυσιολογικά θα προχωρήσει ως την πλήρη διάλυση (αυτό που κοινώς ονομάζουμε αποσύνθεση) του πτώματος, για να απομείνουν μονάχα ασύνδετα τα οστά, τα δόντια και οι τρίχες. Πέραν των μικροοργανισμών, στη διάλυση αυτή συνεπικουρούν διάφορα σμήνη εντόμων, που κατατρώγουν αλληλοδιάδοχα σε οχτώ διαφορετικές αλλά αλληλοεπικαλυπτόμενες χρονικές φάσεις το πτώμα. Το πρώτο σμήνος εντόμων αποτελείται από την τάξη των διπτέρων της οικογένειας των μυγών και κάνει την έφοδό του πριν καν ακόμη ενταφιαστεί το πτώμα. Αυτά τα πτωματοφάγα έντομα προσελκύονται από την οσμή που αναδίδεται κατά τη σήψη και αφήνουν τα ωά τους κατά εκατοντάδες πάνω στις φυσιολογικές σχισμές του σώματος, όπως είναι τα βλέφαρα, οι ρώθωνες, οι γωνίες του στόματος και οποιαδήποτε τυχόν λύση της συνέχειας του δέρματος. Οι σκώληκες που θα εκκολαφθούν μέσα σε 8 έως 14 ώρες θα αρχίσουν να καταβροχθίζουν με ακόρεστη λαιμαργία τα μαλακά μόρια. Μέσα σε 10-12 ημέρες, όταν θα έχουν πια γεμίσει τα σωθικά τους με «φαγητό», θα μεταμορφωθούν σε νύμφες και σε άλλες 6-12 ημέρες θα προκύψουν απ’ αυτές νέα τέλεια έντομα που θα συνεχίσουν με τη σειρά τους το τρελό φαγοπότι. Κάποτε έρχεται να επιδράμει το δεύτερο σμήνος που ανήκει κι αυτό στην οικογένεια των μυγών και που εισχωρεί όμοια από τις ίδιες φυσιολογικές σχισμές μες στη νεκρή σάρκα.

Καθώς αλλάζουν διαρκώς οι χημικές αλλοιώσεις που υφίσταται το πτώμα, αλλάζουν όμοια και οι οσμές που αυτό αναδίδει. Περί τον τρίτο μήνα η οσμή που κυριαρχεί είναι εκείνη του ταγγού λίπους. Αυτή τρελαίνει τα κολεόπτερα και πεταλούδες από εκείνες που ελκύονται από το φως και πετούν γύρω του μέχρι να καούν αθέλητα συνεπαρμένες από το βασανιστικό αυτοκτονικό τους ντελίριο. Αυτά αποτελούν το λεγόμενο τρίτο σμήνος.

Το τέταρτο σμήνος ελκύεται από τα προϊόντα της τυροειδούς ζύμωσης και εκφύλισης των λευκωματοειδών ουσιών. Το πέμπτο σμήνος (επίσης αποτελείται από δίπτερα και κολεόπτερα) οσμίζεται τάχιστα τις οσμές της επερχόμενης αμμωνιακής ζύμωσης των ιστών και εφορμά με τη σειρά του για να λάβει μέρος στο λουκούλειο γεύμα. Έπειτα έρχεται το έκτο σμήνος, αποτελούμενο από αραχνοειδή και ακάρεα (ναι, είναι αυτά που συχνά βλέπουμε έντρομοι να ξετρυπώνουν από τις άδειες κόγχες των νεκροκεφαλών στις ταινίες τρόμου) και τελικά η οπισθοφυλακή, δηλαδή το έβδομο και όγδοο σμήνος αποτελειώνουν πανηγυρικά τη διεργασία της πλήρους απογύμνωσης του πτώματος. Ο πόλεμος έχει πλέον τελειώσει και έχει νομοτελειακά κερδηθεί από τα σμήνη. Τα απογυμνωμένα οστά του res που κάποτε ήταν άνθρωπος λιάζονται τώρα πια στον ήλιο, ολοκάθαρα και σεπτά σαν τα χιλιόχρονα αρχαία μάρμαρα…

Ο χρόνος που χρειάζεται για να διαλυθεί τελείως ένα πτώμα ποικίλλει ανάλογα με τις συνθήκες του περιβάλλοντος και ακόμη ανάλογα με το αν το πτώμα έχει ταφεί, ή έχει αφεθεί εκτεθειμένο πάνω στη γη για να σαπίσει.

Μήπως όλα τα παραπάνω σου φαίνονται αηδιαστικά; Μήπως αγγίζουν αποτρόπαια τις ευαίσθητες χορδές σου; Μήπως διακατέχεσαι από κάποιο συναίσθημα ανατριχίλας που γλιστρά απ’ άκρου εις άκρον πάνω στη σπονδυλική σου στήλη, όμοια όπως όταν ακούς το ξύσιμο των νυχιών πάνω στην επιφάνεια ενός μαυροπίνακα; Έλα τώρα… πάψε να είσαι τόσο ντελικάτος κι επιτηδευμένα αγνός! Δεν είναι δυνατό να σε αναστατώνει μια φυσική διαδικασία, όπως αυτή της αποσύνθεσης ενός πτώματος, την ίδια στιγμή που θέλγεσαι από μια άλλη διαδικασία, μιαν άλλης μορφής αποσύνθεση: τη λαίμαργη κατασπάραξη από τηλεοράσεως της ψυχής και της μνήμης ενός νεκρού!

Η Φύση σέβεται τα πλάσματά της. Οι τρόποι με τους οποίους τα μεταχειρίζεται τόσο εν ζωή, όσο και μετά θάνατον είναι σοφά μετρημένοι και ηθικά αδέκαστοι. Δεν αντέχει να βλέπει ένα νεκρό της πλάσμα να κείται σκανδαλιστικά ακίνητο και άψυχο πάνω στη γη. Το συμπονά και στέλνει τα όρνεα και τα σμήνη των εντόμων και των μικροβίων της να το διαλύσουν, να το αφανίσουν. Κανείς νεκρός δε θα ήθελε να υπάρχει σαν άψυχο πτώμα, παρά μονάχα σαν γλυκιά θύμηση, σαν αέρας, σαν ιπτάμενη, μετεωριζόμενη σκέψη. Η Φύση πάντοτε φροντίζει γι’ αυτό: αποσυνθέτει την ύλη, μα απελευθερώνει την ψυχή.

Κι όμως, ποτέ άλλοτε ως τώρα η Φύση δεν έμοιαζε τόσο ανεπαρκής μες στην αργοπορία και τους ράθυμους ρυθμούς των διεργασιών της. Ποτέ άλλοτε η ψυχή δεν αποσυντιθόταν γρηγορότερα από τη σάρκα, όπως στις μέρες μας. Ποτέ ως τώρα ο Θάνατος δεν άγγιζε τόσο γρήγορα την ελευθερωμένη από το σώμα ψυχή για να την καρατομήσει με την κοφτερή λεπίδα του δρεπανιού του. Γιατί, πλέον, έχουν εμφανιστεί νέα είδη όρνεων, μικροβίων και πτωματοφάγων εντόμων, που εφορμούν κι επιτίθενται κατά μυριάδες και κατά ορδές στην ελκυστική θέα του πρόσφατου θανάτου. Ο νέος Θάνατος δεν ελκύεται πια από την οσμή του πτώματος, δεν περιμένει να αφουγκραστεί την αμετάκλητη παύση της αναπνοής, δεν κάνει καν τον κόπο να θέσει το δάκτυλό του στην καρωτιδική αρτηρία για να βεβαιωθεί για την έλλειψη σφυγμού, ούτε να ανασπάσει τα βλέφαρα για να βεβαιωθεί για τη μυδρίαση των κορών. Ο νέος Χάροντας δεν ενδιαφέρεται καν για το τι θα απογίνει το νεκρό σαρκίο. Καραδοκεί νυχθημερόν, ελλοχεύει μες στην αθέατη γωνιά του και ορμά σε κλάσματα του δευτερολέπτου για να πάρει μαζί του στον Άδη την Ψυχή του νεκρού, δίχως έλεος, δίχως σεβασμό.

Είναι η εποχή της «τηλεοπτικής αποσύνθεσης των πτωμάτων».

Η νέας μορφής μεταθανάτια σήψη κι αποσύνθεση έχει τους κανόνες της, υπακούει σε δικά της θεωρήματα κι αξιώματα, έχει αναχθεί σε πραγματική επιστήμη. Η διασημότητα, που εν ζωή είναι ευλογία, γίνεται κατάρα μετά θάνατον. Η διασημότητα λειτουργεί, πλέον, όπως η οσμή. Ελκύει δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και κάθε λογής όρνεα και έντομα μες σε ελάχιστο χρόνο. Η ψυχική αποσύνθεση έχει τα εξής στάδια:

Αρχικά διακόπτεται η κανονική ροή του τηλεοπτικού προγράμματος σε όλους τους σταθμούς της χώρας. Ο επιβλητικός ήχος των τίτλων «Έκτακτη Επικαιρότητα» αντηχεί σε όλους τους δέκτες, όμοια όπως η σάλπιγγα των αγγέλων της Αποκάλυψης. Το πρώτο όρνεο κάνει την εμφάνισή του. Είναι ένας δημοσιογραφίσκος δεύτερης γραμμής με συντετριμμένη έκφραση. Αναγγέλει το δυστυχές γεγονός. Από ένα κινητό τηλεοπτικό συνεργείο που μεταφέρεται αέναα στους δρόμους της πόλης με ένα βαν ξεπετάγονται άλλα πέντε-έξη όρνεα με κάμερες και μικρόφωνα. Μέχρι να το πάρει κανείς είδηση έχουν ήδη βρεθεί στον τόπο του εγκλήματος και μεταδίδουν αμοντάριστα πλάνα. Το όρνεο του στούντιο συνομιλεί με τα ομοειδή του στον τόπο του ρεπορτάζ. Αυτή είναι η πρώτη φάση της σήψης. Ο θάνατος αναγγέλεται μονάχα ως γεγονός. Εικασίες δεν έχουν προλάβει να γίνουν, έχουν, ωστόσο, αρχίσει να «μαγειρεύονται» στο παρασκήνιο. Ο δημοσιογραφίσκος της δεύτερης γραμμής διακατέχεται από την έκσταση του αγγελιοφόρου που ξέπνοος φωνάζει πρώτος το «νενικήκαμεν» και πέφτει νεκρός στο χώμα μιας και ο ρόλος του έχει ολοκληρωθεί και δεν έχει κανένα άλλο λόγο να ζήσει περαιτέρω.

Ο νεκρός δεν είναι πια στον τόπο του εγκλήματος. Ο θάνατός του είναι βίαιος και γι’ αυτό έχει μεταφερθεί στο νεκροτομείο για νεκροψία και νεκροτομή. Τα αίτια του θανάτου του πρέπει να εξακριβωθούν. Παρά ταύτα, ο τόπος του εγκλήματος συνεχίζει να ελκύει όλο και περισσότερα πτωματοφάγα έντομα και όρνεα. Οι ανταποκριτές από όλα τα τηλεοπτικά δίκτυα βρίσκονται όλοι εκεί και έχουν από ώρα αρχίσει να διαβρώνουν το νεκρό. Το φιλοπερίεργο πλήθος συνωθείται στη σκηνή του εγκλήματος. Θρήνοι δεν ακούγονται, παρά μονάχα ένας διάχυτος ψίθυρος από δεκάδες στόματα με χαρακτήρα ερωτηματικό, θαυμαστικό, ή αμήχανο. Αυτό είναι το δεύτερο σμήνος των πτωματοφάγων εντόμων.

Στα τηλεοπτικά παράθυρα κάνουν αίφνις την εμφάνισή τους παιδικοί φίλοι, συνεργάτες, ομοϊδεάτες, πρώην συμβίοι ή σύζυγοι. Αυτοί είναι το τρίτο σμήνος. Μοιάζουν συντετριμμένοι, ψυχικά καταρρακωμένοι, αιφνιδιασμένοι… ορφανοί… «Η Τέχνη έχασε ένα πολύτιμο κι αναντικατάστατο μέλος της», λέει κάποιος με ύφος απελπισμένο. «Δε θα βρεθεί κανείς άλλος να τον αντικαταστήσει», διαρρηγνύει τα ιμάτιά του κάποιος άλλος. Το όρνεο που συντονίζει τη συζήτηση κρατά καλά τις ισορροπίες ανάμεσα στους καλεσμένους και τα τρέχοντα γεγονότα στον τόπο του εγκλήματος και εστιάζει περίτεχνα από το στούντιο στον τόπο του γεγονότος και τ’ ανάπαλιν. Η φάση αυτή της αποσύνθεσης είναι χρονοβόρος. Βλέπεις… τα σμήνη των πτωματοφάγων εντόμων του καλλιτεχνικού στερεώματος έχουν προσελκυθεί όλα ταυτόχρονα και συνωθούνται τριγύρω από ένα τηλεοπτικό παράθυρο, αλληλοσπρωχνόμενοι για έναν επικήδειο λόγο, για μια προσωπική μαρτυρία, για την ατομική νεκρολογία. Μόλις ο καθένας απ’ αυτούς αρπάξει ένα μικρό κομμάτι σαρκικού σπαράγματος από τον αποβιώσαντα και το αναμασήσει με ηδονή στο στόμα του, αισθάνεται αδήριτη την ανάγκη να βροντοφωνάξει την προσωπική του μαρτυρία, μετρά το χρόνο που γνώριζε τον εκλιπόντα και τον βγάζει μεγαλύτερο από τον αντίστοιχο χρόνο των συνομιλητών του. Η πολύβουη αρένα των εκφωνούντων τη νεκρολογία είναι κατάφορτη και τα σκοινιά της πάνε να σπάσουν από την πίεση των αντιμαχόμενων εντός της.

Το τέταρτο και πιο επικίνδυνο σμήνος διπτέρων, κολεόπτερων και αραχνοειδών κάνει την εμφάνισή του εντός της ίδιας κιόλας ημέρα. Είναι οι μάχημοι ρεπόρτερς που έχουν διασκορπιστεί σε διάφορα σημεία της χώρας, απ΄ όπου είχε περάσει εν ζωή ο δυστυχής εκλιπών και αναμεταδίδουν με κομμένη την ανάσα, σαν να επρόκειτο για διαγωνιζόμενο της Eurovision που χοροπηδά ξέφρενα και ταυτόχρονα τραγουδά, τις τελευταίες ειδήσεις από το αστυνομικό δελτίο. Είναι η ώρα για την έρευνα να πάρει μια νέα τροπή, πιο «αξιόλογη» και πιο «πιπεράτη» από ειδησεογραφικής απόψεως. Είναι η ώρα που πρωτοακούγονται «στον αέρα» λέξεις και φράσεις κλειδιά για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, όπως «φόνος», «21 μαχαιριές», «έγκλημα πάθους», «γυμνός στο κρεβάτι», «ξεκαθάρισμα λογαριασμών του υποκόσμου της μαφίας των ναρκωτικών» και τα παρόμοια. Μερικά από τα δίποδα μικρόβια της ηθικής σήψης έχουν προφτάσει να συγκεντρωθούν στη γενέτειρα πόλη του πεθαμένου. Γύρω τους συναθροίζονται παιδικοί φίλοι, συγγενείς κάθε βαθμού συγγένειας και απλοί γνώριμοι που ο καθένας διεκδικεί ένα μικρό μερίδιο από τη σάρκα του νεκρού. Η ενημέρωση είναι πολύπλευρη, πολυδιάστατη. Υπάρχει έδαφος για όλες τις απόψεις, θετικές κι αρνητικές. Ωστόσο, τα δικαιώματα του νεκρού προασπίζονται μέχρις εσχάτων από τον κεντρικό συντονιστή-δημοσιογράφο του στούντιο, που ενώ αφήνει να ακουστούν και οι αρνητικές απόψεις, εντούτοις γνωρίζει πολύ καλά να τις διακόπτει με ύφος προσποιητά αυστηρό κι εκνευρισμένο, αφού φροντίσει πρώτα να βγει το αρνητικό και δυσφημιστικό συμπέρασμα κι αφού βεβαιωθεί πως ο τηλεθεατής έχει προφτάσει να λάβει το μήνυμα. Η πολιορκία της πατρικής κατοικίας του νεκρού καλλιτέχνη είναι αφόρητη. Κανείς δεν γνωρίζει για πόσο χρόνο θα αντέξουν οι πολιορκημένοι, έτσι όπως επιμένουν να παραμένουν κρυμμένοι στη φωλιά τους μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, καταναλώνοντας οι άμοιροι τα τελευταία αποθέματα των τροφών τους.

Έπειτα, έρχεται η ώρα για το πέμπτο σμήνος. Ο δευτεροκλασάτος δημοσιογράφος-συντονιστής φεύγει από το στούντιο κακήν κακώς προκειμένου να αδειάσει ο θρόνος όπου θα στρογγυλοκαθίσει ο πρωτοκλασάτος δημοσιογράφος του κεντρικού δελτίου ειδήσεων. Παίρνει να πέφτει η νύχτα και το λυκόφως έξω στην πόλη βάφει με ένα μυστηριακό και μεταφυσικό χρωματικό τόνο τα τσιμεντένια κτίρια εντός των οποίων βρίσκονται καθηλωμένοι στους τηλεοπτικούς δέκτες χιλιάδες τηλεθεατές διψασμένοι για «ενημέρωση». Το ύφος του συντονιστή των ειδήσεων είναι επίσημα τεθλιμμένο, αυστηρά θρηνητικό, με μια ιδέα συγκρατημένης σύσπασης των μυών του προσώπου. Οι καλεσμένοι στα παράθυρα είναι τώρα άλλοι, απ’ αυτούς που ανήκουν στο στρατόπεδο των υποχθόνιων επικριτών της καλλιτεχνικής και προσωπικής πορείας του νεκρού. «Σε όλη του τη ζωή ήταν ένας ΞΕΝΟΣ» παραδέχεται με λύπη κάποιος. «Ήταν ένας άνθρωπος με πάθη», συνυπογράφει κάποιος άλλος. «Ήταν ένας ευγενικός γνήσιος άνθρωπος που, ωστόσο, έμενε κλεισμένος στον εαυτό του και σπάνια έβγαινε στις τηλεοράσεις», έρχεται να συμπληρώσει το παζλ ένας τρίτος. Αυτό το πέμπτο σμήνος τρώει αδηφάγα από τη σάρκα του πτώματος και, καθώς αναμασά τους ιστούς με τα δόντια του, κουνά παράλληλα το κεφάλι με συγκαταβατική θλίψη. Στο κάτω μέρος της οθόνης αναγράφεται μες σε κόκκινη κορδέλα η επικήδειος φράση: «Στη ζωή του ήταν ένας ΞΕΝΟΣ». Κρίμα που δε ζει ο Albert Camus για να χαρεί που άποψή του επιβεβαιώνεται. Αν τόσοι «ξένοι» που υπάρχουν σε τούτη τη ζήση γνώριζαν ο ένας τον άλλο, θα έκαναν παρέα μεταξύ τους και θα έπαυαν να είναι πια ξένοι…

Πριν οι δείκτες του ρολογιού χτυπήσουν δώδεκα τα μεσάνυχτα η αποσύνθεση του πτώματος έχει ολοκληρωθεί στο μεγαλύτερο ποσοστό. Δεν έχουν απομείνει παρά μονάχα κάποια κομμάτια από τους τένοντες που μένουν ακόμη κολλημένα στα οστά και κάποια ράκη από εν τω βάθει μύες που κουνιούνται ρυθμικά στο φύσημα του αγέρα. Η αποσύνθεση θα ολοκληρωθεί μες στις επόμενες μία ως δύο μέρες. Τα όρνεα, τα έντομα και τα βακτήρια της Φύσης θα μείνουν γι’ άλλη μια φορά νηστικά και δίχως ρόλο. Πόσο ανεπαρκή έχουν αποδειχθεί…



Εις μνήμη Νίκου Σεργιανόπουλου (ηθοποιού). Ας αναπαυτεί εν ειρήνη...

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

Το μυθιστόρημα ' Ίρις ' της Σουζάνας Χατζηνικολάου

Μ' αυτή την ανάρτηση θέλω να κάνω μια ανακοίνωση:


Είμαι πολύ χαρούμενος που η συνεργάτιδα του blog μου, Σουζάνα Χατζηνικολάου, αποφάσισε να δημοσιεύσει το μυθιστόρημα φαντασίας "Ίρις" φτιάχνοντας ένα blog με μοναδικό θέμα του αυτό το μυθιστόρημα. Κάθε ανάρτηση αυτού του blog είναι και ένα κεφάλαιο του μυθιστορήματός της. Θα το βρείτε στο παρακάτω link:

http://souzywrite.blogspot.com/

Για μένα αυτό το μυθιστόρημα σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή γεμάτη από ευχάριστες εκπλήξεις, αλλά και αποκαρδιωτικές στιγμές. Αν είναι καλό ή κακό, ευχάριστο ή ανιαρό, ευφάνταστο ή τετριμμένο, παραμυθένιο ή ρεαλιστικό, αυτό μένει να το κρίνει ο αναγνώστης. Ένα, όμως, είναι αυτό που δε μπορεί να κριθεί από κανέναν και σε καμία περίπτωση δεν είναι διαπραγματεύσιμο: Η συγγραφέας του "Ίρις" έβαλε όλη την ψυχή της και την έκλεισε μες στις γραμμές του, μες στις καρδιές των ηρώων του, μες στα τοπία και τον φανταστικό κόσμο του.

Εγώ μπορώ μονάχα να την ευχαριστήσω ολόψυχα για τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε μαζί όσο διαρκούσε η συγγραφή του και για τις ατέλειωτες συζητήσεις που κάναμε πάνω σ' αυτό και που με έκαναν να αναθεωρήσω πολλές απόψεις για λογοτεχνικές νόρμες και "δόγματα" στα οποία πίστευα ως τότε.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Κομμένες Σελίδες από το Ημερολόγιο μιας Μητέρας Παιδιού Indigo





2 Ιουνίου 1985

Σήμερα γέννησα ένα υγιέστατο αγοράκι στο μαιευτήριο Μ… Είμαι τόσο ευτυχισμένη που θέλω να βγάλω φτερά και να πετάξω. Ο Γιώργος είναι κι αυτός το ίδιο ευτυχισμένος και συνεχώς κοιτάζει το παιδί μας με ένα βλέμμα όλο θαυμασμό και πατρική στοργή. Για κάτι τέτοιες στιγμές αξίζει κανείς να ζει. Ω, πόσες και πόσες προσπάθειες δεν κάναμε για ένα παιδί! Πόσες στιγμές αγωνίας κι απελπισίας περάσαμε με τον άντρα μου ώσπου να έρθει επιτέλους αυτή η χαρμόσυνη μέρα στη ζωή μας! Όχι, όχι, ας μη σκαλίζω το παρελθόν μια τέτοια μέρα… ας μην αμαυρώσω τη χαρά με φαντάσματα από το παρελθόν. Είμαι επιτέλους μάνα… μάνα! Ω, θεέ μου… μου φαίνεται απίστευτο! Να, γέμισα τις προτάσεις με θαυμαστικά. Αυτός δεν είναι τρόπος να γράφει κανείς…



5 Ιουνίου 1985

Πλέω ακόμη σε πελάγη ευτυχίας. Δε λέω να ξεπεράσω το γεγονός. Ο Γιώργος με έχει «μη στάξει και μη βρέξει» καθώς λένε. Παρατηρεί εμένα και το γιο μας με μια ιδέα δέους και συνάμα με μια παράλογη φοβία, πρέπει να ομολογήσω. Μοιάζει να φοβάται μήπως σπάσουμε, μήπως πάθουμε κάτι, σαν να πρόκειται για δυο κρυστάλλινα πλασματάκια, σα να είμαστε το παιδί κι εγώ λεπτοδουλεμένα κρύσταλλα swarowski. Ομολογώ πως μου αρέσει αυτή η αντιμετώπιση. Αχ, μακάρι να κρατούσε για πάντα αυτή η ευτυχία!




6 Ιουνίου 1985

Το παιδάκι μου είναι πανέμορφο, ένα κατάξανθο αγγελούδι. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται κάπως περίεργο, μιας και ούτε εγώ ούτε ο άντρας μου είμαστε ξανθοί. Αν δεν έμοιαζε τόσο πολύ στο Γιώργο μου θα έλεγα πως τούτο το παιδί δεν είναι δικό μας. Έχω εκστασιαστεί από τις μικροσκοπικές διαστάσεις αυτού του ανθρώπινου θαύματος. Ένα τόσο δα πραγματάκι και μας έχει σκλαβώσει ολότελα. Δυο ενήλικες άνθρωποι είμαστε καθηλωμένοι να κοιτάζουμε τούτο το αγγελάκι και να έχουμε την προσοχή μας ολάκερη στραμμένη πάνω του.

Χαϊδεύω τις βελούδινες πατούσες του, το εύθραυστο κεφαλάκι του όπου αρχίζουν να ξεφυτρώνουν λεπτές, απαλές κατάξανθες τριχούλες σαν χρυσά στάχια του θέρους. Δε χορταίνω να βάζω το δάχτυλό μου μες στη μικρή του παλάμη για να αισθανθώ το ανεπαίσθητο κι αδύναμο σφίξιμό του. Πρώτη μου φορά μου φαίνονται τα δάχτυλά μου τόσο μεγάλα και χοντροκομμένα. Ανέκαθεν τα σύγκρινα με εκείνα του αντρός μου και μου φαινόταν τόσο λεπτά και ντελικάτα… τώρα είναι τα δάχτυλα μιας μάνας, πελώρια μπροστά σ’ εκείνα του μωρού της, ωστόσο γεμάτα στοργή και έτοιμα να γραπώσουν με ακατανίκητη μανία κάθε πράγμα, ζώο, ή άνθρωπο που θα θέσει σε κίνδυνο το σπλάγχνο της. Ναι, τα δάχτυλά μου, αυτά που τόσο απαλά χαϊδεύουν το θείο τούτο κεφαλάκι και ψαχουλεύουν τις ευένδοτες πηγές του βρεφικού κρανίου, τα ίδια δάχτυλα είναι ικανά να μετατραπούν σε φονικό όπλο απέναντι σε οποιοδήποτε δυνητικό κίνδυνο που ελλοχεύει.




15 Ιουνίου 1985

Εγώ κι ο Γιώργος συζητάμε ώρες ατελείωτες. Έχουμε ανοίξει πλήρως τις ψυχές μας και θωρούμε ο ένας τον άλλο σα μέσα από ακηλίδωτο καθρέφτη. Εγώ κάθομαι στην κουνιστή πολυθρόνα με το βρέφος μας στην αγκαλιά κι εκείνος πλάι μου. Μου είπε πως μοιάζω με ζωγραφικό πίνακα της «Μαντόνας με το Θείο Βρέφος» κάποιου ζωγράφου της Αναγέννησης… δυστυχώς το όνομά του μου διαφεύγει.

Χρειαζόταν ένα παιδί για να μας ενώσει τόσο άρρηκτα, να μας κάνει ένα σώμα, μια ψυχή. Θαρρώ πως τώρα πια αγαπώ ακόμη περισσότερο τον άντρα μου. Νιώθω πιο κοντά του. Χάρις σε τούτο το παιδί είμαστε, πλέον, αυτό που λένε: ολοκληρωμένη οικογένεια.

Με πιάνει έξαψη όταν το μωρό μας βυζαίνει από το στήθος μου, μια έξαψη σχεδόν ερωτική που με κάνει να σκιρτώ από μια παράξενη ηδονή. Τα στήθη μου ήταν πάντα μικρά σαν έφηβης κοπέλας, κάτι που με στενοχωρούσε κάπου – κάπου. Τώρα πια έχουν φουσκώσει, είναι μεστά και τροφαντά. Έχω την εντύπωση πως και ο Γιώργος είναι πλέον πιότερο ευχαριστημένος με το σώμα μου, γιατί πολλές φορές συλλαμβάνω το βλέμμα του που καρφώνεται με μια ιδέα ηδονής πάνω στα στήθη μου καθώς ταΐζω το παιδί… ίσως, πάλι, όλα αυτά να είναι ιδέα μου… δεν ξέρω… Ένα μόνο ξέρω και μπορώ να ομολογήσω με μια σιγουριά μεγαλύτερη κι από την ίδια την ομολογία της πίστεως: Είμαι ευλογημένη!

Ανέφερα πιο πριν πως συζητάμε πολλά και διάφορα με το Γιώργο. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν ήμασταν τόσο διάφανοι και ανοιχτοί ο ένας απέναντι στον άλλο. Μιλάμε επί παντός επιστητού: για τους γονείς μας, για τον τρόπο που γνωριστήκαμε, για τη μέρα του γάμου μας, για το μέλλον μας. Ωστόσο, κανένα θέμα συζήτησης δεν είναι πιότερο ενδιαφέρον από το πώς θα ονομάσουμε το γιο μας. Κάθε φορά που μιλάμε για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, προσπαθώ να γυρίσω την κουβέντα στο όνομα του παιδιού μας. Αδημονώ να το συζητήσω όσο γίνεται περισσότερο. Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως δε θέλω να καταλήξουμε σε κάποια λύση γιατί κάτι τέτοιο θα έδινε τέλος στην ευχαρίστηση της αναζήτησης. Είναι όπως ο ταξιδιώτης που ρεμβάζει στο κατάστρωμα του πλοίου αγναντεύοντας τον υδάτινο ορίζοντα, αντλώντας χαρά μεγαλύτερη από τη διαδικασία του ταξιδιού προς το νησί παρά από το ίδιο το νησί, ευχόμενος ούτε λίγο ούτε πολύ να μην έφτανε ποτέ στον προορισμό του ώστε να μπορεί να κάνει όσο το δυνατό περισσότερα σχέδια για το πώς θα περάσει τις διακοπές του.

Σε κάποια στιγμή ο Γιώργος μου ανέφερε μια ιδέα που του κατέβηκε στο νου για το όνομα του παιδιού και που μου φάνηκε τόσο γελοία που δε μπόρεσα να κρατηθώ να μη γελάσω. Μου είπε κατά λέξη: «Γιατί δεν το ονομάζουμε Αντρέα; Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που γεννήθηκε την ημέρα των εθνικών εκλογών! Ίσως είναι γραφτό του να γίνει κι αυτός ένας μεγάλος ηγέτης!» Στο άκουσμα της ιδέας του γέλασα τόσο πολύ που ένιωσα να αδειάζει ολάκερο ποτάμι από τα σωθικά μου και να στερεύω. Ο καημενούλης θίχτηκε λιγάκι με την ασυγκράτητη αντίδρασή μου, αλλά στο τέλος γέλασε κι εκείνος και παραδέχτηκε πως τον τελευταίο καιρό έλεγε όλο βλακείες εξαιτίας της τόσης ευτυχίας που τον πλημμύριζε.




28 Ιουνίου 1985

Είμαι σε απόγνωση! Δεν ξέρω τι να κάνω! Το μωρό δε θέλει να βυζάξει άλλο από το στήθος μου. Του προσφέρω απέλπιδα τη ρόγα στο στοματάκι του, αλλά μάταια: εκείνο κλαίει συνεχώς και αποστρέφει το κεφάλι. Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Ένα μονάχα προαισθάνομαι: αυτό δεν είναι καλό σημάδι!

Εδώ και δυο μέρες νιώθω τα νεύρα μου κουρέλια. Δε μπορώ να κοιμηθώ και ξεσπάω συνεχώς στον καημένο το Γιώργο. Τι να μου κάνει κι αυτός ο άμοιρος… Αρκετά ταλαιπωρείται από τα αδιάλειπτα κλάματα του παιδιού που τον κρατούν ξύπνιο όλο το βράδυ σε τέτοιο βαθμό που κοντεύει να λιποθυμήσει τις ώρες της δουλειάς του. Ορκιστήκαμε, όμως, να κάνουμε υπομονή και θα τηρήσουμε τον όρκο μας. Διανύουμε μια από τις πιο δύσκολες φάσεις και πρέπει να βγούμε νικητές για χάρη του μωρού μας…

Δεν αντέχω στην ιδέα πως θα διακόψω το θηλασμό! Είμαι μια αχρεία και άχρηστη λεχώνα!




11 Σεπτεμβρίου 1991

Πρώτη μέρα στο Σχολείο. Είναι ν’ απορεί κανείς πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια. Το αγοράκι μου, ο Αντρέας, είναι πανέτοιμος για τη Μεγάλη Αρχή. Αχ, πότε ήταν ένα τοσοδούλι μωρό στην αγκαλιά και πότε κιόλας φορτώνεται τη σχολική του τσάντα για να πάει στο Δημοτικό! Ο χρόνος είναι σαν το τρεχούμενο νερό: κυλά γαργαριστά μπροστά σου και γεμίζει ανάταση την ψυχή σου, αλλά ποτέ δε γυρνά ξανά πίσω. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι προετοιμασμένη ψυχολογικά για μια τέτοια δραστική αλλαγή. Δεν το χόρτασα το αγοράκι μου όσο επιθυμούσα. Τώρα τα πρωινά που ο Γιώργος λείπει στη δουλειά θα κυλούν απελπιστικά αργόσυρτα μες στη μοναξιά, δίχως να θωρώ τη γλυκιά φατσούλα του Αντρίκου μου και δίχως να μιλάμε για παραμύθια και φανταστικές ιστορίες. Τι θα απογίνω; Ώσπου να ‘ρθει το μεσημέρι θα νιώθω τόσο άδεια!

Από την άλλη μ’ έχει καταλάβει μια παράλογη φοβία για τον Αντρέα. Αγχωτικά ερωτήματα τριβελίζουν το μυαλό μου: Θα τα πάει καλά στο Σχολείο; Θα κάνει παρέες με τους συνομηλίκους του; Θα είναι κοινωνικός; Θα είναι καλός μαθητής; Θα τον αγαπάει η δασκάλα του; Θα είναι ασφαλής και θα ξεπεράσει τις παιδικές αρρώστιες που μαστίζουν τα παιδιά της σχολικής ηλικίας; Όλα αυτά τα ερωτήματα στριφογυρίζουν αδιάκοπα στο νου μου και με ταλανίζουν εδώ και κάμποσες ημέρες. Ο Γιώργος έχει εκνευριστεί μαζί μου. Προσπαθεί μάταια να με καθησυχάσει με λόγια κοινότυπα και τετριμμένα επιχειρήματα. Μα τι θαρρεί, τέλος πάντων; Πως δεν τα ξέρω όλα αυτά που μου λέει; Πως δεν τα έχω ακούσει κι εγώ κατά καιρούς; Πως δεν ενστερνίζομαι την κοινή λογική; Δεν είμαι καμιά παράφρονας, απλά είμαι μάνα και σαν κάθε μάνα σε τούτο τον πλανήτη ανησυχώ για το παιδί μου. Τι κι αν μας συμβουλεύουν οι παιδοψυχολόγοι, τι κι αν μας νουθετούν οι παιδίατροι; Όλα αυτά τα λόγια μοιάζουν τόσο ψεύτικα κι απόμακρα, δεν μου αγγίζουν την ψυχή. Αυτή τη στιγμή αγωνιώ βαθιά εντός μου… πρόκειται για το δικό μου παιδί!




20 Φεβρουαρίου 1992

Ο Αντρέας μου έχει πυρετό 39 και το κορμάκι του τρέμει από το ρίγος. Κοντεύω να τρελαθώ! Το προσωπάκι του έχει γεμίσει ανατριχιαστικά εξανθήματα και μες στο στοματάκι του έχει κάτι μικρές μπεζ κηλίδες. Ω, το μωρό μου είναι τόσο νωθρό κι αδύναμο. Παναγιά μου Μεγαλόχαρη, βοήθησέ με, κάνε να αναρρώσει πλήρως το παιδάκι μου, ο Αντρίκος μου! Σου τάζω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι του που θα έρθω να την ανάψω γονατιστή στην Τήνο! Θα παραγγείλω να φτιάξουν για τον Άγιο Ναό σου και ένα ολόχρυσο τάμα με τη μορφή του παιδιού μου και θα το κρεμάσω στην κατάφορτη από τάματα εικόνα σου με τα ίδια μου τα χέρια! Μονάχα κάνε καλά το παιδάκι μου, είναι και δικό σου παιδί όπως, εξάλλου, είναι και όλα τα παιδιά τούτης της Γης. Σε παρακαλώ… σε ικετεύω… μάνα είσαι κι εσύ και με καταλαβαίνεις!

Ο Γιώργος είναι κι εκείνος ανάστατος. Είναι σε μια διαρκή κίνηση. Πηγαινοέρχεται από το γραφείο του στο δωμάτιο του παιδιού και το κοιτά με ένα βλέμμα όλο φόβο ανάκατο με μια συναίσθηση ανημπόριας. Τηλεφώνησε στον παιδίατρο να έρθει στο σπίτι να δει τον Αντρέα. Πόσο αναίσθητοι είναι αυτοί οι γιατροί! Μας έβγαλε την πίστη μέχρι να αποφασίσει να έρθει. Όλο διευκρινιστικές ερωτήσεις ήταν στο τηλέφωνο. Α, δεν πάει άλλο… ως εδώ και μη παρέκει... θα βρούμε άλλο παιδίατρο!




12 Απριλίου 1992

Η δασκάλα του Αντρέα μου τηλεφώνησε σήμερα το πρωί να πάω να τη δω αφού θα τελείωνε το μάθημα. Κάτι συμβαίνει, λέει, με τον Αντρέα μου. «Κυρία Παπαδάκη, θα ήθελα να έρθετε στο Σχολείο μετά τη λήξη του μαθήματος για να μιλήσουμε για τον Αντρέα», αυτά ήταν τα λόγια της στο τηλέφωνο. Πόσο με ανησύχησε! Πρέπει να την τρόμαξα με την γεμάτη φόβο και απορία αντίδρασή μου που αναγκάστηκε ευθύς αμέσως να με καθησυχάσει λέγοντάς μου πως δεν επρόκειτο για κάτι κακό, μήτε για κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό, απλώς ήθελε να μου επιστήσει την προσοχή σε κάποια «ελάσσονα», όπως τα χαρακτήρισε, θέματα συμπεριφοράς του παιδιού στα πλαίσια του Σχολείου. Έκλεισα με φούρια το τηλέφωνο και ντύθηκα αμέσως παρότι ήταν ακόμη πρωί. Το σπίτι δε με χωρούσε. Τι φαγητό να ετοιμάσω και τι ρούχα να πλύνω από τη στιγμή που έλαβα ένα τέτοιο τηλεφώνημα! Τα παράτησα όλα και πήγα στο Σχολείο.

Όταν έφτασα εκεί, μόλις είχε χτυπήσει το κουδούνι για μάθημα και τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί μες στις αίθουσες, εκτός από μια μικρή ομάδα (έμοιαζαν με μαθητές προχωρημένων τάξεων) που παρέμειναν στο προαύλιο για το μάθημα της γυμναστικής. Τότε μου ήρθε μια εικόνα στο νου: της Σκύλας και της Χάριβδης. Ναι, τα σχολικά κτίρια μοιάζουν με τα δυο αυτά ομηρικά τέρατα που το ένα ξεβράζει μονομιάς όλα τα παιδιά στην αυλή με το χτύπημα του κουδουνιού για διάλειμμα και το άλλο τα ξαναρουφά με την ίδια ορμή πάλι μέσα μετά τον διαπεραστικό μηχανικό ήχο του επόμενου κουδουνιού. Έτσι όπως είχα γραπωθεί στο καγκελόφραχτο παραπέτασμα με το μούτρο μου χωμένο ανάμεσα σε δυο κάγκελα προσπαθώντας να διακρίνω σε κάποια έρημη γωνιά τον ανυπεράσπιστο Αντρέα μου, ο δάσκαλος της Γυμναστικής τά ‘χασε προς στιγμή και ήρθε προς το μέρος μου για να με ρωτήσει τι γύρευα εκεί σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν περίμενα να με πλησιάσει πολύ και αμέσως οπισθοχώρησα τρέχοντας προς ένα αντικρινό καφέ. Εκεί κάθισα βράζοντας στο ζουμί μου και ήπια ένα καφέ μπας και χαλαρώσω λιγάκι από την ένταση. Η ώρα δεν περνούσε κι έτσι ήπια κι άλλο, κι άλλο. Πήρα στο τηλέφωνο και το Γιώργο, αλλά δυστυχώς δεν καταφέραμε να μιλήσουμε μιας και πνιγόταν στη δουλειά.

Όταν, επιτέλους, έφτασε η ώρα για το ύστατο κουδούνισμα, το κουδούνισα που ηχεί πιο γλυκά και πιο καμπανιστά από οποιοδήποτε άλλο στο αυτί ενός παιδιού, όρμισα μες στο Σχολείο. Τα νεύρα μου ήταν τόσο τεντωμένα από το άγχος και τους πολλούς καφέδες που κόντεψα να πέσω κυριολεκτικά πάνω στη δασκάλα χωρίς να την προσέξω. Εκείνη με πήρε κατά μέρος και άρχισε να μου εξηγεί διακριτικά χαμηλόφωνα τη ζοφερή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, άγνωστο γιατί, ο μικρούλης μου.

Δεν ξέρω αν μπορώ να αντιμετωπίσω τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε χωρίς καν να το υποψιαστώ, αυτή τη νέα δοκιμασία στην οποία με έχει βάλει ο άπονος Θεός. Όση ώρα η δασκάλα του Αντρέα μου εξηγούσε το λόγο για τον οποίο με είχε καλέσει, εγώ έστεκα βουβή, με απλανές βλέμμα να κοιτάζω επίμονα το μαυροπίνακα, έχοντας απωλέσει κάθε δυνατότητα λογικής σκέψης κι αντίδρασης. Το πρόβλημα με τον Αντρέα έχει ως εξής: Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στο μάθημα ούτε για μια στιγμή. Συνεχώς ζωγραφίζει ασυνάρτητα σκίτσα στο τετράδιό του και δε δείχνει να ενδιαφέρεται ουδόλως για κανέναν και για τίποτα. Κάμποσα παιδιά προσέτρεξαν στη δασκάλα κλαμένα για να παραπονεθούν πως ο Αντρέας τους χτύπησε χωρίς κανένα απολύτως λόγο εν ώρα διαλείμματος. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η δασκάλα συνέλαβε κάμποσες φορές το παιδί μου να μιλά χαμηλόφωνα με κάποιο αόρατο άτομο δίχως να μπορέσει το αυτί της να πιάσει κάποια συγκεκριμένη λέξη από αυτά που το παιδί ψέλλιζε. «Θα μπορούσε κανείς να πει μετά βεβαιότητας πως ο Αντρέας πάσχει από το σύνδρομο της μειωμένης προσοχής που έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας τα τελευταία χρόνια» απόσωσε η δασκάλα την ώρα που εγώ ένιωθα τη γη να γλιστρά κάτω από τα τρεμάμενα πόδια μου. «Είναι πολύ αντικοινωνικός και ίσως χρειάζεται βοήθεια από κάποιο ειδικό, για παράδειγμα κάποιο παιδοψυχίατρο». Αυτά τα τελευταία λόγια στάθηκαν για μένα η χαριστική βολή. Μια σκοτοδίνη με τύφλωσε για ελάχιστα δευτερόλεπτα και κρατήθηκα από ένα θρανίο για να μην πέσω. Όταν συνήλθα, συγκέντρωσα όλο μου το κουράγιο για να ανακτήσω την αξιοπρέπειά μου. Έπρεπε να αμυνθώ. Δεν είναι δυνατό μια τυχάρπαστη δασκαλίτσα να συστήνει ψυχιατρική παρακολούθηση για το ΓΙΟ ΜΟΥ! «Δεν υπάρχουν κακοί μαθητές, ούτε προβληματικά παιδιά», αντεπιτέθηκα. «Υπάρχουν μόνο ανίκανοι δάσκαλοι!» Βρήκα τον Αντρέα μου και τον άρπαξα από το μπράτσο… μπορεί ακόμη και να το πόνεσα το αγοράκι μου με τη φούρια που με κατέλαβε. Ευθύς αμέσως τον πήρα από το παλιοσχολείο και πήγαμε στο ζεστό μας σπιτάκι.

Το απόγευμα μίλησα με το Γιώργο και του τα διηγήθηκα όλα με το νι και με το σίγμα. Εκείνος συνοφρυώθηκε και έμεινε αμίλητος και σκεφτικός. «Δεν υπάρχει περίπτωση να στείλω τον Αντρέα σε παιδοψυχίατρο!» ξεκαθάρισα μια και για πάντα τη θέση μου.



15 Ιουνίου 1992

Έφτασαν, επιτέλους, οι θερινές διακοπές που τόσο περίμενα. Ο Αντρέας έχει ανάγκη την ξεκούραση και εδώ, στο εξοχικό μας στην Ανάβυσσο, είναι το κατάλληλο μέρος για να ξεφύγει λιγάκι το μυαλουδάκι του από την πίεση που προκαλεί η σχολική χρονιά σε ένα μαθητή. Ο Γιώργος συνεχίζει κανονικά τη δουλειά του στην Αθήνα, διαμένοντας στη διάρκεια της εβδομάδας στο σπίτι μας στην Κηφισιά, κι έτσι έχω όλο το χρόνο στη διάθεσή μου για να χαρώ το γιό μου με την ησυχία μου εδώ στα ανατολικά.

Περνάμε ειδυλλιακές στιγμές οι δυο μας στην άμμο, χτίζοντας μικρά παλάτια με το κουβαδάκι και το φτυαράκι του, αληθινά κομψοτεχνήματα. Αχ, να μπορούσαμε ο Αντρέας κι εγώ να ζούσαμε μαζί για πάντα ευτυχισμένοι σε ένα τέτοιο παλάτι! Δε θα είχαμε ανάγκη κανέναν!.. Ούτε καν το Γιώργο (ντρέπομαι που μιλάω έτσι για τον ίδιο μου το σύζυγο, αλλά αυτή είναι η πλέρια αλήθεια έτσι όπως την αισθάνομαι ως τα κατάβαθα του «είναι» μου)…




14 Αυγούστου 1992

Η κατάσταση έχει ξεφύγει από τα όρια! Ταλανίζομαι από σκέψεις εφιαλτικές! Αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε δυο προοπτικές: να το αποκαλύψω στο Γιώργο, ή όχι. Προς το παρόν δε θα το κάνω. Ίσως είναι κάτι προσωρινό που θα σταματήσει κάποτε και τότε θα είμαστε και πάλι ευτυχισμένοι. Όχι, όχι… δε θα το αποκαλύψω στον άντρα μου γιατί τα παίρνει όλα τοις μετρητοίς και μπορεί να κάνει καμιά κουταμάρα.

Ακόμη και σε σένα, αγαπητό μου Ημερολόγιο, διστάζω να το εξομολογηθώ. Ω, μοιάζει τόσο επώδυνο, τόσο ζοφερό! Ο Αντρίκος μου μιλά με κάποιο φανταστικό φίλο! Παναγιά μου Μεγαλόχαρη, κάνε το θαύμα σου! Δεν μπόρεσα να έρθω στην Τήνο να σε προσκυνήσω εφέτος, αλλά να είσαι σίγουρη πως θα το κάνω του χρόνου οπωσδήποτε! Μη με τιμωρείς γι’ αυτή μου την παράλειψη!

Τι να κάνω; Πώς να το αντιμετωπίσω; Δεν έχω την εμπειρία και τις απαραίτητες γνώσεις για κάτι τέτοιο, το ομολογώ. Ωστόσο, μου είναι αδύνατο να αποτανθώ σε κάποιο από τους λεγόμενους «ειδικούς». Δεν μπορεί ΕΓΩ να ζω αυτή την κατάσταση. Δεν είναι δυνατό ο γιος ΜΟΥ να είναι σαν αυτές τις ακραίες περιπτώσεις που βλέπουμε στις ταινίες! Όχι!

Προσπάθησα να φέρω σε επαφή τον Αντρέα με το γιο του γείτονά μας μήπως και βγει από τον φαύλο κύκλο του φανταστικού φίλου. Μάταια. Δείχνει να μην ενδιαφέρεται καθόλου για το συνομήλικό του και απομονώνεται μόνος στην παραλία, ή στο δωμάτιό του και μιλά με τον αόρατο φίλο του. Δοκίμασα να μπω στο παιχνίδι του. Σκέφτηκα πως είναι κάποιο ανώδυνο καπρίτσιο της ηλικίας του και πως θα περάσει με το χρόνο. Δε θέλει να μου αποκαλύψει με ποιον συζητά χαμηλόφωνα κι αυτή του η επίμονη άρνηση με τρελαίνει. Λιώνω σαν το κεράκι κάθε φορά που τον ακούω από το διπλανό δωμάτιο να χαχανίζει μονάχος δίχως λόγο κι αφορμή, ή να ψιθυρίζει κάποιο δήθεν μυστικό στον φανταστικό του φίλο, σαν να μην πρέπει να το ακούσει άλλος κανείς.

Ωστόσο, περιμένω… περιμένω μες στις φλόγες της κόλασης που με καίνε και με τσουρουφλίζουν σύγκορμη. Θα περάσει…




10 Φεβρουαρίου 1997

Ο Αντρέας πηγαίνει στην έκτη τάξη του Δημοτικού. Τα προβλήματα με την κοινωνική συμπεριφορά του και τις μαθησιακές του δυσκολίες δεν έχουν εκλείψει ολότελα, παρά συνεχίζουν να υφίστανται με υφέσεις και εξάρσεις στα πλαίσια μιας εξουθενωτικής χρονιότητας. Εκεί που ο Γιώργος κι εγώ λέμε πως τα προβλήματα πλέον έπαψαν μια για πάντα, νά σου και υποτροπιάζουν με ποικίλη ένταση. Ένα μονάχα πρόβλημα εξαφανίστηκε μια για πάντα, κάτι που έκανε την κόλαση που ζω καθημερινά πιο υποφερτή: ο αόρατος φανταστικός φίλος δεν ξαναφάνηκε (και ούτε θα ξαναφανεί, θέλω να ελπίζω…)

Κατά τα άλλα το παιδί διατηρεί την ίδια κι απαράλλαχτη αντικοινωνική συμπεριφορά. Όσο δύσκολα κάνει καινούργιους φίλους, τόσο εύκολα τους διώχνει από κοντά του με την προβληματική συμπεριφορά του. Κανείς δε μπορεί να τον αντέξει, γιατί, όπως οι φήμες θέλουν, ο Αντρέας παρα-είναι σνομπ για να έχει φίλους. Υπάρχουν φορές που τον επιπλήττω για τη στάση του απέναντι στα άλλα παιδιά και του τονίζω πως δεν πρέπει να τα θεωρεί κατώτερα, απλά και μόνο επειδή τυγχάνει να μην ανήκουν στη δική μας ευκατάσταση κοινωνική τάξη. «Το γεγονός πως ζούμε σ’ ένα μεγάλο σπίτι στην Κηφισιά δε σημαίνει τίποτα απολύτως!» του λέω με έμφαση για να τον συνεφέρω. «Όλα τα παιδάκια είναι το ίδιο και έχουν το καθένα τις δικές του δυνατότητες, ασχέτως της κοινωνικής θέσης και του επαγγέλματος των γονιών τους». Ματαιοπονία…

Ίσως, από την άλλη, να μην πρόκειται για σνομπισμό και αυταρέσκεια. Ίσως ο Αντρέας μου να μην έχει πρόβλημα πρωτογενώς, αλλά δευτερογενώς. Με άλλα λόγια, εννοώ πως μπορεί να μην είναι εκείνος η πέτρα του σκανδάλου, η πηγή όλων των προβλημάτων, αλλά οι συμμαθητές του, που τον φθονούν για τα αγαθά και τις ανέσεις που έχει. Αυτό είναι και το πιθανότερο. Αχ, παιδί μου… συγχώρα με που σε αμφισβήτησα!

Αχ, πόσες και πόσες φορές έχω έρθει σε ρήξη με τον άντρα μου εξαιτίας της συμπεριφοράς του παιδιού! Εκείνος είναι της άποψης πως πρέπει να του ρίξει ένα γερό χέρι ξύλο για να τον συνετίσει, ενώ εγώ τρέμω από αποτροπιασμό μπροστά σε μια τέτοια προοπτική. Κανείς δε θα ακουμπήσει ποτέ το μονάκριβο γιό μου! Δεν θα αφήσω κανένα να σηκώσει χέρι επάνω του… ούτε καν τον ίδιο του τον πατέρα!





28η Οκτωβρίου 1999

Είμαι έξω φρενών με τον άντρα μου! Σήμερα συνέβη κάτι ανήκουστο, κάτι αδιανόητο! Ο άντρας μου χαστούκισε τον Αντρέα επειδή δεν δέχτηκε να συμμετάσχει στη σχολική παρέλαση! Ποιος να το ακούσει και να μην αναρριγήσει από τον αποτροπιασμό και την αηδία! Μα ποιος είναι αυτός που αξιώνει από το παιδί να συμμετέχει σε τέτοιες αναχρονιστικές φιέστες! Δε θα το ανεχτώ! Ο Αντρέας είναι αρκετά ώριμος (είναι στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου) και μπορεί, θαρρώ, να αποφασίζει μονάχος για τα «πιστεύω» του και να διαμορφώνει ο ίδιος την κοσμοθεωρία και τις ιδέες που θεωρεί προσφιλείς σ’ αυτόν και που του ταιριάζουν. Δεν είμαστε δα στο Μεσαίωνα! Όσο επιτυχημένος κι αν θεωρείται ο άντρας μου, εντούτοις δεν έχει κανένα δικαίωμα να επιβάλει τις ιδέες και τα «πιστεύω» του στον Αντρέα! Εξάλλου, ποιος είναι ο Γιώργος; Ξεχνά από πού ξεκίνησε και ποια ήταν η ως τώρα πορεία του; Μήπως θαρρεί πως είναι κανένας μορφωμένος και πεπαιδευμένος επιστήμονας; Τι κι αν έχουμε λεφτά και ζούμε στον αφρό της κοινωνίας. Ο Γιώργος είναι ένας χονδρέμπορας ζαρζαβατικών, από αυτούς που έκαναν την τύχη τους με τη νέα τάξη πραγμάτων κι εκμεταλλεύονται τους παραγωγούς τούτης της χώρας. Στην εποχή αυτή που όλα αγοράζονται με το χρήμα, μπορεί ακόμη κι ένας χονδρέμπορας (όσο χοντροκομμένος κι άξεστος κι αν είναι στους τρόπους και την εμφάνιση) να ζει στην Κηφισιά και να περνιέται για μεγαλοεπιχειρηματίας. Ζητώ συγνώμη, Ημερολόγιό μου, που μιλώ έτσι για τον ίδιο μου τον άντρα, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα κι εγώ ήμουν πάντα φιλαλήθης κι αντικειμενική… Ο γιος μου είναι ένα πλάσμα ντελικάτο, εκλεπτυσμένο στο μέγιστο βαθμό. Δε θα τον αφήσω να τον διαπλάσει ένας χονδρέμπορας που καταδυναστεύει τον κόσμο με το «επιχειρηματικό» του μικροαστικό μυαλό!

Στο σπίτι έγινε πραγματική μάχη. Ο Γιώργος έχασε ολότελα την υπομονή και την αυτοσυγκράτησή του και όρμισε στο παιδί με απειλητικές διαθέσεις. Όσο θυμάμαι το μάτι του που γυάλιζε από τη μάνητα αναρριγώ σύγκορμη! «Την επόμενη φορά που θα χτυπήσεις το παιδί θα σε χωρίσω» του είπα άθελά μου μες στο φόβο που με κατέλαβε τη στιγμή της πάλης. Όταν τα πράγματα ησύχασαν στο σπίτι και ο άντρας μου βγήκε να κάνει ένα περίπατο για να ηρεμήσει, εγώ πήρα κοντά μου τον Αντρίκο μου και προσπάθησα με τρόπο πολιτισμένο να τον νουθετήσω και να τον συμβουλέψω. Εξάλλου, έτσι λένε όλα τα περιοδικά περί ανατροφής του παιδιού και όλοι αυτοί οι διάσημοι ψυχολόγοι που βγαίνουν καθημερινά στα κανάλια και λύνουν τα προβλήματα του κόσμου. Τόσοι πολλοί επιστήμονες δεν μπορεί να κάνουν λάθος…

Το μεσημέρι που έγινε ο καβγάς απείλησα πως θα χωρίσω το Γιώργο, πάνω στα νεύρα μου και κυριευμένη από το φόβο, δίχως να το εννοώ ούτε κατ’ ελάχιστο. Τώρα, όμως, που γράφω ήρεμη, πλέον, πάνω στις σελίδες σου, αγαπημένο μου Ημερολόγιο, είμαι σίγουρη πως αν αυτός ο γορίλας ξαναχαστουκίσει το καημένο το παιδί… θα τον χωρίσω!




Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2001

Μαύρη Πρωτοχρονιά κάναμε εφέτος! Δε θα την ξεχάσω ποτέ όσο ζω και αναπνέω. Δεν ξέρω αν όλες οι δοκιμασίες που περνώ προέρχονται από εσένα, Μεγαλοδύναμε, αλλά θέλω να ξέρεις πως η υπομονή μου παίρνει ν’ αποσώνει. Δεν είμαστε όλοι σαν τον Ιώβ, είμαστε απλοί άνθρωποι με αδυναμίες και όρια.

Όχι, όχι, Θεέ μου, παίρνω πίσω τα άδικα αυτά λόγια μου, δεν τα εννοούσα! Δεν φταις Εσύ παρά μονάχα εγώ και μόνο εγώ. Εγώ επέτρεψα στον Αντρέα μας να βγει με τους φίλους του και να διασκεδάσει μονάχος απόψε. Ήταν, άραγε, κάτι τόσο τρομερό; Το παιδί πηγαίνει στην πρώτη τάξη του Λυκείου, δεν είναι δα και κανένα μωρό παιδί. Είναι αρκετά μεγάλος για να κάνει τη ζωή του όπως αυτός ορίζει.

Όχι, όχι, δε φταίω σε τίποτα εγώ. Ο άντρας μου φταίει που τον έχει τόσο πολύ καταπιέσει και έχει καταρρακώσει τον εφηβικό εγωισμό και την υπερηφάνεια του…. Κι όμως, ούτε κι εκείνος φταίει απόλυτα: η αμορφωσιά και οι γκροτέσκοι τρόποι του φταίνε. Νομίζει πως ο Αντρέας μας, το παληκαράκι μας, προορίζεται να γίνει σαν και δαύτον: ένας χονδρέμπορας της λαϊκής.

Τα ατυχή γεγονότα που συνέβησαν με τρόπο κατακλυσμιαίο εκείνο το βράδυ έχουν λίγο πολύ ως εξής:

Ο Αντρέας βγήκε με την παρέα του για να διασκεδάσουν (δεν μας έχει επιτρέψει να γνωρίσουμε τους φίλους του, κάτι το οποίο το σέβομαι). Κατά τις δύο τα ξημερώματα και αφού ο Καινούργιος Χρόνος διαδέχτηκε θριαμβικά τον παλιό και στρογγυλοκάθισε για μια ολόκληρη χρονιά στο θρόνο του φέρνοντας σε όλο τον κόσμο υγεία, αγάπη και ειρήνη, χτύπησε το τηλέφωνο. Νομίζοντας πως είναι ο Αντρέας μας έτρεξα μπροστά από τον άντρα μου για να σηκώσω το ακουστικό και να ακούσω τη γλυκιά φωνή του παιδιού να μου εύχεται τα «χρόνια πολλά». Όμως, αλίμονο, αντί για τη γνώριμη φωνή του Αντρέα ακούστηκε μια βαριά και τραχιά φωνή αγνώστου: «Είστε η κυρία Παπαδάκη;» Δεν πρόλαβα καλά – καλά να αποκριθώ και η αγριοφωνάρα ξανακούστηκε, μόνο που αυτή τη φορά ο τόνος της ήταν κατάφορτος από ειρωνεία και σαρκασμό συνάμα: «Σας τηλεφωνώ από το Αστυνομικό Τμήμα. Έχουμε εδώ το γιο σας εξαιτίας κάποιας παρανομίας στην οποία υπέπεσε μαζί με κάποιους άλλους νεαρούς φίλους του. Πρέπει να έρθετε στο Τμήμα». Η γραμμή έκλεισε απότομα κι εγώ έμεινα να κοιτώ με βλέμμα απλανές και χαύνο τη συσκευή του τηλεφώνου. «Τι έγινε;» έφτασε από το σαλόνι η φωνή του Γιώργου, «ποιος ήταν στο τηλέφωνο;» Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να του εξηγήσω. «Ντύσου να πάμε στο τμήμα» είπα με όση περισσότερη προσποιητή αυστηρότητα μπορούσα να συγκεντρώσω στη φωνή μου προκειμένου να αποφύγω τα χειρότερα…

Στο Τμήμα βρήκαμε τον Αστυνομικό βάρδιας και μάθαμε, αλίμονο, πως ο γιος μας έμπλεξε σε ένα καβγά στον οποίο αυτός και οι φίλοι του κυνήγησαν και χτύπησαν ένα γιο μετανάστη. Ω, πόσο απελπισμένη νιώθω αυτή τη στιγμή που γράφω. Ίσως ο Γιώργος μου να έχει δίκιο σε ό,τι αφορά στη συμπεριφορά του Αντρέα. Τον τελευταίο καιρό συμφωνώ μαζί του πως το παιδί μας έχει ξεπεράσει τα όρια. Κι αυτοί οι φίλοι του… φοβήθηκα λίγο μόλις τους αντίκρισα. Έμοιαζαν με skinheads. Πότε ο Αντρέας γνώρισε αυτά τα αποβράσματα; Πού γνώρισε αυτούς τους αλήτες; Ο ξανθός μου άγγελος παραείναι λεπτεπίλεπτος για να επιδίδεται σε τέτοιες πράξεις. Αυτοί τον παρέσυραν σε τέτοιες ακραίες συμπεριφορές… είμαι σίγουρη γι’ αυτό, όσο σίγουρη είμαι πως εγώ κι ο άντρας μου θα τον βοηθήσουμε να ξεφύγει από αυτή την «Αυλή των Θαυμάτων» όπου το καημένο το παιδί παραδέρνει, ποιος ξέρει πόσο καιρό τώρα, δίχως εμείς, οι γονείς του, που τον αγαπάμε και θέλουμε μονάχα το καλό του, να γνωρίζουμε ως τώρα τίποτα!

Δεν θέλω να περιγράψω τι επακολούθησε στο σπίτι… ήταν μια μαύρη Πρωτοχρονιά που όμοιά της ελπίζω να μην ξαναζήσει η οικογένειά μας…




16 Μαρτίου 2002

Ευτυχώς που υπάρχουν και καλοί άνθρωποι σε τούτο τον άγριο κόσμο, άνθρωποι που βοηθούν τους συνανθρώπους τους με όλες τις δυνάμεις που μπορούν να διαθέτουν από το μετερίζι όπου βρίσκονται. Ένα τέτοιο άνθρωπο γνώρισα στο πρόσωπο του αγαπημένου μου δημοσιογράφου, Κώστα Χαρδαβέλα.

Τι να πρωτοπώ γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Δε βρίσκω λόγια να περιγράψω το καλό που μου έχουν κάνει οι εκπομπές του. Είμαι, πλέον, πιστός οπαδός του. Τον ακολουθώ νοερά διαμέσου των εκπομπών του σε ό,τι κάνει. Η εκπομπή του «Το Παιδί μου, Αυτός ο Άγνωστος» στάθηκε για μένα πραγματική αποκάλυψη! Και τι δεν έμαθα από αυτήν! Πόσο πολύ με βοήθησε να γίνω μια καλύτερη μητέρα! Του χρωστώ ευγνωμοσύνη, κι αν κάποτε καταφέρω να τον συναντήσω και να τον γνωρίσω από κοντά θα του μιλήσω για το γιο μου και μένα και θα του εκμυστηρευτώ τα πάντα, το πόσο καλό μου έκανε, το πόσο με διαπαιδαγώγησε.

Αισθάνομαι αδήριτα την ανάγκη να ευχαριστήσω και όλους αυτούς τους Ψυχολόγους (σκόπιμα γράφω το πρώτο γράμμα με κεφαλαίο) που έχουν ως τώρα εμφανιστεί στην τηλεόραση και συμπαραστέκονται στις μητέρες όλης της Ελλάδας και συμπάσχουν μ’ αυτές συμβουλεύοντάς τες και νουθετώντας τες με άρτια από επιστημονικής πλευράς επιχειρήματα. Οι αγαπημένοι μου είναι η Τένια Μακρή, η Καπάτου, ο Δανιάς (ας με συγχωρέσουν οι υπόλοιποι που δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή τα ονόματά τους). Με τη μνεία που κάνω σ’ αυτούς μες στο Ημερολόγιό μου, πιστεύω πως τους ξεχρεώνω με το δικό μου τρόπο για το καλό που μου έκαναν, αποτίω κατά τις δικές μου δυνάμεις ένα φόρο τιμής σ’ αυτούς.

Γιατί βλέπω, πλέον, ολοκάθαρα τη διαφορά στη συμπεριφορά του παιδιού. Έχει ηρεμήσει και έχει γίνει το ίδιο (ίσως κι ακόμη περισσότερο) γλυκός, όπως όταν ήταν μικρό παιδάκι. Διακρίνω την αγάπη που τρέφει για μένα, τη μητέρα του, μες στα λαμπερά του καταγάλανα μάτια. Όταν μιλά μαζί μου ο τόνος της φωνής του είναι μελιστάλαχτος, πράος. Η σχέση μας διαπνέεται από μια σεραφική γαλήνη. Μ’ αγαπά πολύ και δεν παύει να μου δείχνει την αγάπη του σε όλο της το μεγαλείο, ανεμπόδιστα, απρόσκοπτα, ανοικονόμητα… Διανύουμε τη «χρυσή εποχή» και είναι όλα γύρω μου φωτεινά κι αισιόδοξα.

…Δε μπορώ να πω ότι ισχύουν τα ίδια και για τον πατέρα του. Εδώ και χρόνια ο άντρας μου διακατέχεται από μια απέχθεια απέναντι στο παιδί. Οι μεταξύ τους σχέσεις είναι τόσο τυπικές κι επιδερμικές, σχεδόν ανύπαρκτες. Ποτέ του δεν αγάπησε αληθινά τον Αντρέα μας. Δεν είναι ικανός να αγαπήσει κανέναν, ούτε κι εμένα… Το παιδί το διαισθάνεται, προσλαμβάνει την αρνητική ενέργεια και με το δίκιο του έχει απομακρυνθεί από κοντά του. Εμένα αγαπά περισσότερο, με λατρεύει με μια λατρεία αγνή κι αμόλευτη. Δεν ήταν, εξάλλου, λίγες οι προσπάθειες που έκανα για να αξίζω κάτι τέτοιο. Προσπάθησα, αγωνίστηκα, πέρασα στιγμές αγωνίας και μαρτυρίου συμπάσχοντας μαζί του, τον συμπόνεσα, έστερξα στις κάθε λογής ανάγκες του. Με μέντορα και καθοδηγητή μου τον Κώστα Χαρδαβέλα και όλους αυτούς τους Ψυχολόγους των τηλεοπτικών εκπομπών έφτασα στην ευτυχία.

Ο Αντρέας είναι τόσο καλό παιδί! Ένα πανέμορφο ξανθό παληκάρι, γέννημα δικό μου, κατάδικό μου. Αν δεν ήταν ο γιος μου… θα τον είχα ερωτευτεί…



21 Ιουλίου 2002

Αποκάλυψη!

Μόνο αυτή τη λέξη μπορώ να χρησιμοποιήσω για να περιγράψω αυτό που μου συμβαίνει, αυτή την αναστάτωση και την ακραιφνή ενέργεια που νιώθω βαθιά εντός μου και που αναστατώνει το «είναι» μου ωθώντας με στον έβδομο ουρανό! Είμαι ευλογημένη!

Λίγες ημέρες πριν επισκέφτηκα μια φίλη μου και ήπιαμε τσάι στο σπίτι της. Είναι μια καλή κυρία, σύζυγος επιχειρηματία. Το σπίτι της στη Γλυφάδα ένα χάρμα οφθαλμών! Και το δικό μου καλό είναι, αλλά αυτό… Τέλος πάντων, για να μη μακρηγορώ, εκεί που μιλούσαμε για τις οικογένειές μας και τα παιδιά μας, έπεσε στο τραπέζι ένα πολύ περίεργο εκ πρώτης θέμα συζήτησης: τα παιδιά Indigo. Η Ντέμπυ (έτσι λέγεται η φίλη μου αυτή) ισχυρίστηκε ότι η κόρη της (μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα που έχει την ίδια ηλικία με το γιο μου) είναι παιδί – Indigo. Τη ρώτησα σχετικά για να μάθω περί τίνος πρόκειται. Τότε άρχισε να μου μιλά γι’ αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο που όμοιό του δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ στα χρονικά της ανθρώπινης φυλής. Χρησιμοποιούσε ένα φρασεολόγιο και μια ορολογία εν πολλοίς άγνωστα σε μένα, κάτι μεταξύ συμβατικής επιστήμης και παραψυχολογίας, μεταφυσικής και αυτού που στα αγγλικά αποδίδεται με τον όρο “paranormal activity” (τα ελληνικά είναι πενιχρά ως προς τέτοιες έννοιες).

Έμεινα εκστασιασμένη, κυριολεκτικά κρεμάμενη από τα χείλη της! Μου μίλησε για μια καινούργια γενιά παιδιών που ήρθαν στον κόσμο τούτο στη δεκαετία του ‘80 κι έπειτα. Μου είπε πως, σύμφωνα με κάποια Nancy Ann Tappe, υπολογίζεται πως σήμερα ένα 70% των παιδιών ηλικίας μεταξύ 15 και 25 ετών, καθώς και το 97% των παιδιών ηλικίας κάτω από 10 ετών είναι αυτό που λέμε Indigo. Το indigo είναι χρώμα που στα ελληνικά αποδίδεται πιστότερα ως βιολετί, ή λουλακί και αφορά στην αύρα που εκπέμπουν αυτά τα παιδιά γύρω τους. Αυτά τα παιδιά ανήκουν στο λεγόμενο κίνημα New Age που θα κυριαρχήσει στον κόσμο μες στα επόμενα χρόνια και έχουν απίστευτες δυνατότητες, ικανότητες που δεν μπορεί να συλλάβει ο νους του ανθρώπου. Γνωρίζουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ξέρουν να τιθασεύουν τα συναισθήματά τους, μιας και το συναίσθημα είναι ένα αταβιστικό κατάλοιπο του παρελθόντος το οποίο δεν χρειάζεται πλέον ο άνθρωπος στη νέα χιλιετία. Απαλλαγμένος από το συναίσθημα μπορεί κανείς να μεγαλουργήσει, να γίνει ηγέτης, να κρίνει αντικειμενικά, να έχει ενόραση. Για φαντάσου! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η έκσταση που με κατέλαβε πήρε να φουντώνει ακόμη περισσότερο και να με κυριεύει σύμψυχα όταν η Ντέμπυ μου αποκάλυψε ότι ένα ακόμη χάρισμα που έχουν αυτά τα παιδιά είναι πως, χάρη στην περίεργη, εξωπραγματική τους αύρα μπορούν να γιατρεύουν ασθένειες με ένα τους άγγιγμα! Είναι να τα χάνει κανείς…

Αμέσως κατάλαβα πως ο Αντρέας μου είναι κι αυτός ένα παιδί Indigo, ένα τέτοιο χαρισματικό πλάσμα του New Age, της Νέας Εποχής. Είναι ένας μικρός Χριστούλης που ήρθε σε τούτο τον κόσμο για να τον κάνει καλύτερο, για να ηγηθεί και να φέρει, μαζί με τους ομοίους του, την παγκόσμια ειρήνη και ευημερία. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου γι’ αυτή την αποκάλυψη! Σου είμαι ευγνώμων αιώνια!

Φεύγοντας από το σπίτι της Ντέμπυ, εκείνη μου πρότεινε να διαβάσω το βιβλίο “The Indigo Children: The New Kids Have Arrived” των Lee Carroll και Jan Tober που πρωτοεκδόθηκε μόλις τέσσερα χρόνια πριν, το 1998. Δεν έχασα χρόνο. Το παρήγγειλα ευθύς αμέσως και το διάβασα μονορούφι (ευτυχώς γνωρίζω αγγλικά λόγω της καλής μου ανατροφής).

Αχ, να ‘ταν εδώ κοντά μου ο Αντρίκος μου για να του τα εξηγήσω όλα, να του πω πόσο διαφορετικός είναι από τον χοντροκομμένο και βάρβαρο πατέρα του, πόσο τυχερός στάθηκε που γεννήθηκε στα μέσα του ’80! Αυτή την περίοδο είναι πολύ μακριά μου στην Ιταλία, όπου κάνει τις διακοπές του με τη καινούργια του φιλενάδα. Σχίζεται η ψυχή μου που δε μπορώ να μοιραστώ μαζί του την Αποκάλυψη που μόλις έζησα… Μήπως δεν πρέπει να του το πω από τώρα; Μήπως είναι ακόμη πολύ νωρίς και με τα άγαρμπα λόγια μου τον επηρεάσω αρνητικά; Δεν είμαι σίγουρη… αμφιταλαντεύομαι… Πώς να κρατήσει κανείς κρυφό ένα τέτοιο νέο, πώς να μην τρέξει παντού σ’ όσους ξέρει και δεν ξέρει για να το διαδώσει!

Ας είναι. Θα περιμένω να γυρίσει από τις διακοπές του και θα αποφασίσω τότε τι θα κάνω…




11 Φεβρουαρίου 2003

Στο σπίτι έγινε φοβερός καυγάς για τους βαθμούς του Αντρέα. Ο Γιώργος έχει αφρίσει και τριγυρνά από δωμάτιο σε δωμάτιο μουγκρίζοντας σαν τον Μινόταυρο. «Σε λίγους μήνες θα δώσει πανελλήνιες αυτό το ζώον! Τι θα πάει να γράψει;» μαινόταν όλο το απόγευμα ο άντρας μου. «Ζώον είσαι εσύ και το βάρβαρο επάγγελμά σου!» τόλμησα να αντιμιλήσω σε έντονο τόνο, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην κλάψω από την αγανάκτηση. Άκου «ζώον» το παιδί μας! Είναι λόγια πατέρα αυτά; Τι κι αν πήρε τέτοιους βαθμούς… έτσι είναι όλα τα Indigo παιδιά: ασυμβίβαστα και αδιάφορα απέναντι στην ξεπερασμένη, στεγνή, μονολιθική και αποστειρωμένη εκπαίδευση που τους παρέχουν τα σημερινά Σχολεία. Δεν φταίει εκείνος που οι καθηγητές του είναι μέτριοι, ανίκανοι να αντιληφθούν τις πάμπολλες και ποικίλες ιδιαιτερότητες ενός παιδιού Indigo.

«Θα κάνει μια τρύπα στο νερό στις τελικές Εξετάσεις. Λυπάμαι τα χρήματα που ξόδεψα για να τον πάω στα καλύτερα φροντιστήρια. Καλύτερα να τα έτρωγα στραγάλια!» Θεέ μου τι άξεστος άνθρωπος, quelle vulgarité! «Δεν χρειάζεται να πάει σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Θα τον στείλουμε να σπουδάσει management στην Αγγλία, εκεί που πάνε όλα τα παιδιά του καλού κόσμου και γίνονται οι καλύτεροι managers», αντέτεινα στις προσβολές του και, διατηρώντας την ψυχραιμία και την αυτοσυγκράτησή μου, συνέχισα λέγοντας πως λεφτά, δόξα τω Θεώ, έχουμε υπερ-αρκετά για κάτι τέτοιο. Δε μπορείς, αγαπητό μου Ημερολόγιο, να φανταστείς τι μου απάντησε αυτός ο γορίλλας, αυτός ο Ούνος, ο Βάρβαρος! Με πιάνει η απόγνωση όταν αναθυμούμαι τα τελευταία του λόγια πριν βροντήξει με πάταγο την εξώπορτα του σπιτιού και φύγει: «Άκου να σου πω», μούγκρισε κατακόκκινος από οργή, «δε θα μου φάτε άλλα λεφτά εσύ και τούτο το στουρνάρι. Προτιμώ να τα φάω όλα μόνος μου στις πουτάνες!»

Μια λέξη μπορώ να πω για όλα αυτά: Καταισχύνη!




7 Μαρτίου 2004

Είμαστε, καθώς λένε, στα χωρίσματα με το Γιώργο. Με χαρακτήρισε, ούτε λίγο ούτε πολύ, τρελή, παθολογική περίπτωση, ανίκανη μάνα, αχαλίνωτη, με λίγα λόγια: παρανοϊκή!

Πες μου, καλό μου Ημερολόγιο, αξίζω, άραγε, όλους αυτούς τους άδικους χαρακτηρισμούς, αυτή την επίθεση κατάφορης χυδαιότητας; Και όλα αυτά γιατί; Γιατί αγαπώ το παιδί μου όπως κάθε μάνα οφείλει να αγαπά; Επειδή πιστεύω στις ξεχωριστές του ικανότητες; Επειδή θέλγομαι από το μεταφυσικό και την παραψυχολογία; Μήπως γιατί δεν είναι αρκετά ώριμος και καλλιεργημένος για να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα: πως το παιδί μας είναι Indigo;

Μου μίλησε ψυχρά και με εξοργιστική απάθεια για διαζύγιο. Έκανε, μάλιστα, και χιούμορ λέγοντάς μου πως ανέκαθεν τα μεγάλα γεγονότα στη ζωή του συμβάδιζαν, για λόγους ανεξήγητους, με την πολιτική πορεία αυτού του τόπου. Έτσι αποφάσισε να μου ζητήσει διαζύγιο τη μέρα των βουλευτικών εκλογών. Έφτασε σε τέτοιο σημείο παραλογισμού που περίμενε τα πρώτα αποτελέσματα των exit polls για να μου το αναγγείλει. «Στη χώρα αυτή γίνεται μια νέα αρχή καθώς βλέπεις», μου είπε μειδιώντας σαρκαστικά. «Το παρελθόν έχει τη θέση του στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Είναι καιρός να κάνω κι εγώ μια νέα αρχή στην προσωπική μου ζωή. Θα σου χαρίσω το σπίτι και… τον γιο μας».


Ως εδώ και μη παρέκει. Με έπιασε υστερία και κόντεψα να τον ξεσκίσω με τα νύχια μου. Δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ και καθώς αχνοχάραζε, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου με βρήκαν κατάστεγνη από δάκρυα κι απαλλαγμένη από κάθε συναίσθημα.

Τώρα που ο Αντρέας μου σπουδάζει στο Λονδίνο και δεν τον έχει ανάγκη, ίσως δεν είναι και τόσο κακή η ιδέα του διαζυγίου.

Αφού θέλει διαζύγιο, θα το έχει!




21 Αυγούστου 2004

Υπογράφτηκε το διαζύγιο κοινή συναινέση και επιδικάστηκε για μένα και τον Αντρέα μια διόλου ευκαταφρόνητη διατροφή. Εξάλλου, οι δουλειές του Γιώργου ως μεσάζοντα ζαρζαβατικών, τώρα που το ευρώ έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, πάνε πολύ καλά. Συμφωνήσαμε να πουλήσουμε και το εξοχικό στην Ανάβυσσο και να μοιραστούμε την αμοιβή. Αυτό το σπίτι πάντα με στοίχειωνε. Εκεί είχα πρωτοδιαπιστώσει έντρομη πως ο Αντρέας μου είχε φανταστικό φίλο. Είναι για μένα το σπίτι των φαντασμάτων. Καλά θα κάνουμε να το πουλήσουμε, δε θέλω να το θυμάμαι.

Ένα μονάχα με παρηγορεί και μου δίνει ψυχική δύναμη καθ’ όλη ετούτη τη διάρκεια της ψυχοφθόρου διαδικασίας στην οποία έχω μπει και παραδέρνω: ο γιος μου. Συχνά – πυκνά μου τηλεφωνεί από το μακρινό Λονδίνο και μου λέει τα νέα του. Άλλοτε, πάλι, μου στέλνει τρυφερά γράμματα με φωτογραφίες, στιγμιότυπα από την όμορφή ζωή του στο μακρινό βορά. Χάρη στο γιο μου συνεχίζω να ζω…

Τελευταία έπεσε στα χέρια μου ένα παλιό βιβλίο καθώς τακτοποιούσα το σπίτι και ξεκαθάριζα παλιά, σκονισμένα πράγματα για να ξεγελάσω τη μοναξιά μου. Είναι κάποιου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας ονόματι Arthur C. Clarke και τιτλοφορείται “Οι Επικυρίαρχοι” (στα αγγλικά ο τίτλος είναι: “Childhood’s End”), γραμμένο το 1953. Στις σελίδες του ανακάλυψα ότι τα παιδιά Indigo δεν είναι καθόλου μια καινούργια υπόθεση. Από το 1953 κιόλας γίνεται αναφορά γι’ αυτά, δίχως να δίνεται ο χαρακτηρισμός “Indigo”. Μαγεύτηκα από τις φανταστικές, μελλοντολογικές και σχεδόν “νοστραδαμικές” εικόνες που ξεπηδούσαν από εκείνο το βιβλίο. Ωστόσο, δεν κρύβω πως με κυρίευσε σύνωρα κι ένας παράξενος φόβος καθώς διάβαζα την περιγραφή των εξωγήινων “επικυρίαρχων”: ήταν κερασφόροι δαίμονες με φτερά νυχτερίδας, έτσι όπως περιγράφονται διαχρονικά στη χριστιανική παράδοση.


30 Απριλίου 2005

Είδα σε DVD την ταινία “Village of the Damned” του John Carpenter και πολύ φοβήθηκα έτσι όπως ήμουν ολομόναχη στο σπίτι. Αυτά τα παιδιά στην ταινία… αυτά τα καταραμένα παιδιά με τα ξανθά μαλλιά και τα σατανικά λαμπυρίζοντα μάτια… ω, αυτά τα παιδιά μπορεί να είναι Indigo!

Γράφω αυτή τη στιγμή για να καταπραΰνω τις φοβίες που μ’ έχουν κυριεύσει. Άναψα όλα τα φώτα στο σπίτι για να έχω άμεση οπτική επαφή με κάθε χώρο, μην τύχει και εμφανιστεί μπροστά μου κανένα τέτοιο κολασμένο παιδί. Γράφω για να ξεχαστώ.

Ο Αντρέας μου δεν έχει καμία σχέση με τέτοια πράγματα, γι’ αυτό είμαι σίγουρη!



13 Οκτωβρίου 2006

Ω, πόσο λάθος έκανα! Είμαι μια ξεμωραμένη μάνα που αφήνει να ξεφεύγουν από το στόμα της ακατάσχετες ανοησίες! Τι πήγα κι έκανα σήμερα!

Ο Αντρέας μου έστειλε με το ταχυδρομείο κάποιες καινούργιες φωτογραφίες του, όπου απεικονίζονταν οι καινούργιοι του “κολλητοί”. Άνοιξα το φάκελο με μια ασυγκράτητη αδημονία και έπιασα μία – μία τις φωτογραφίες στα χέρια μου για να τις αποθαυμάσω… αλλά τι να δω; Στις φωτογραφίες ήταν ο Αντρίκος μου, το κατάξανθο αυτό παληκάρι, με ένα τσούρμο μαύρους με εγκληματικές φάτσες! Αυτοί είναι οι φίλοι του; Από όλους τους ευγενείς, γαλαζοαίματους, φλεγματικούς Άγγλους, εκείνος προτίμησε να συναναστραφεί με μια τέτοια συμμορία; Και, σαν να μην έφτανε αυτό το σοκ, σε δύο από τις εν λόγω φωτογραφίες πόζαραν σε άκρως προκλητικές στάσεις τρεις κάτασπρες σαν το γάλα κοπέλες (πιθανολογώ πως πρόκειται για Αγγλίδες), των οποίων η αμφίεση (δεκάδες σκουλαρίκια σε μύτη, φρύδια, χείλη και πηγούνι, σούπερ μίνι που άφηναν σε κοινή θέα ένα τμήμα της κυλόττας) παρέπεμπε μονάχα σε κοινές πόρνες. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Το συναίσθημα που με κυρίευσε δεν ήταν τόσο ο θυμός όσο μάλλον ο φόβος και η αγωνία για την κατάσταση του γιου μου στη μακρινή αυτή χώρα.

Του τηλεφώνησα αμέσως, αλλά δεν απάντησε. Συνέχισα, ωστόσο, με αμείωτη υπομονή να του τηλεφωνώ, ώσπου κατά το βραδάκι τον πέτυχα. Διακατεχόμενη από αγωνία, του μίλησα απότομα και δίχως περίσκεψη. «Ποιοι είναι όλοι αυτοί στις φωτογραφίες, μπορείς να μου πεις;» του φώναξα έξαλλη. «Τι θαρρείς πως κάνεις εκεί πέρα; Το ξέρεις ότι οι σπουδές σου μου στοιχίζουν περί τα 3.000 ευρώ μηνιαίως; Να σε δω τι θα κάνεις αν ο πατέρας σου μας κόψει τη διατροφή!» Ήμουν σε ντελίριο, το παραδέχομαι. Όπως, επίσης, παραδέχομαι ότι ήμουν άδικη. Δεν τα γνώριζα αυτά τα παιδιά στις φωτογραφίες και, παρόλα αυτά, τα κατέκρινα όντας προϊδεασμένη από την ελληνική πραγματικότητα. Έκανα λάθος, αλλά τι να γίνει; Μάνα είμαι και ανησυχώ. Ως ένα βαθμό οι φόβοι μου είναι δικαιολογημένοι.

Ο Αντρέας μου έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα και στις επόμενες επανειλημμένες προσπάθειες που έκανα όλο το βράδυ για να επικοινωνήσω και πάλι μαζί του δεν ξανασήκωσε το ακουστικό.

Αν χάσω τον Αντρέα, θα μείνω ολομόναχη σε τούτο τον κόσμο…



25 Δεκεμβρίου 2006

Είναι Χριστούγεννα. Όλος ο κόσμος έχει γιορτή, μα η χαρμόσυνη ατμόσφαιρα που διαχέεται παντού τριγύρω δεν έχει πλησιάσει το σπίτι μου. Είμαι μια γυναίκα – ζόμπι, μια ζωντανή νεκρή. Τριγυρνώ άσκοπα μες στο σπίτι και αισθάνομαι ότι θα πάθω ασφυξία, ότι θα λιποθυμήσω και θα με βρουν νεκρή μετά από ημέρες. Εφέτος δεν στόλισα ούτε δέντρο, ούτε έκανα οποιαδήποτε γιορτινή ετοιμασία. Αχ, πόσο ζηλεύω τις άλλες μανάδες που έχουν υποδεχτεί τα παιδιά τους και τα περιποιούνται! Είμαι μια ύπαρξη τραγική.

Ο Αντρέας μού τηλεφωνεί αραιά και πού και κάθε φορά για λίγα μονάχα λεπτά. Πώς είναι δυνατό να μου φτάσουν αυτά τα λίγα λεπτά επικοινωνίας; Τι να πρωτοπεί κανείς μες σε τόσο ασφυκτικά περιορισμένο χρόνο; Πνίγομαι… δεν έχω λόγο ύπαρξης… θα πεθάνω μονάχη… Θέλω τον Αντρέα, το παιδί μου, το μονάκριβο γιό μου!

Είναι, λέει, στο Παρίσι για τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές μαζί με μια φίλη του. Μακάρι να είναι καλά κι ας μ’ έχει ξεχάσει…



10 Μαΐου 2008

Αποκάλυψη! …ή καλύτερα: Αποκάλυψη ξανά!

Είδα την εκπομπή "Οι Πύλες του ανεξήγητου" του αγαπημένου μου δημοσιογράφου, Κώστα Χαρδαβέλα στην τηλεόραση και στάθηκε για μένα μεγάλη παρηγοριά κι απάγκιο. Το θέμα της εκπομπής ήταν τα παιδιά Indigo και όχι μόνο… Για τα παιδιά Indigo ξέρω τα πάντα, έχω παρακολουθήσει όλες τις συζητήσεις που έχουν γίνει ως τώρα, έχω πάει σε συνέδρια, σεμινάρια, έχω επισκεφτεί κατ’ ιδίαν πολλούς ειδικούς επί του θέματος. Μην ξεχνάτε πως εγώ η ίδια έχω ένα τέτοιο χαρισματικό παιδί. Ως εκ τούτου, η εκπομπή αυτή δεν προσέθεσε στις γνώσεις μου κάτι παραπάνω από αυτά που ήδη γνωρίζω.

Η Αποκάλυψη, όμως, εμφανίστηκε σε μένα για άλλο λόγο: μιλώ για τα παιδιά Crystal (τα “κρυστάλλινα παιδιά”) και τα παιδιά Rainbow (τα “παιδιά του Ουράνιου τόξου”) που αρχίζουν να γεννιούνται και που αποτελούν, κατά τα λεγόμενα του έγκριτου αυτού δημοσιογράφου, τη συνέχεια των παιδιών Indigo με επαυξημένες μεταφυσικές ικανότητες. Εκστασιάστηκα από όσα λέχθηκαν στη διάρκεια της εκπομπής, έμεινα κυριολεκτικά άναυδη! Θεέ μου, τι αξιοθαύμαστα σχέδια που κάνεις για το μέλλον αυτής της άμοιρης ανθρωπότητας!

Έπειτα σκέφτηκα πως παιδιά Crystal μπορεί να είναι ήδη ανάμεσά μας, ακόμη και στην χώρα μας. Ίσως είναι τα λεγόμενα παιδιά – Emo! Πρέπει να το διασταυρώσω, πρέπει να μάθω περισσότερα. Θα τηλεφωνήσω στην εκπομπή για να με φέρει σε επαφή με όποιον μπορεί να γνωρίζει κάτι παραπάνω. Είμαι ικανή να ταξιδέψω και στο εξωτερικό για να συναντήσω τους ειδικούς επί του θέματος και να συζητήσω μαζί τους. Το ‘βαλα σκοπό να πάω και στο ξενοδοχείο Athens Electra το άλλο Σάββατο για να δω από κοντά τον κύριο Gordon Smith, που υποστηρίζει πως συνομιλεί με τις ψυχές του Κάτω Κόσμου. Ανέκαθεν με τραβούσαν οι σεάνς. Αφού ο κύριος Χαρδαβέλας κάλεσε αυτόν τον άνθρωπο στην έγκριτη εκπομπή του, μου είναι αδύνατο να φανταστώ πως υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να αποδειχτεί ένα τραγικό φιάσκο. Είμαι σχεδόν βέβαιη για το ότι ο Gordon Smith έχει το χάρισμα να επικοινωνεί με τους νεκρούς. Πρέπει να τον συναντήσω όπωσδήποτε! Εξάλλου, ενθυμούμενη την περίπτωση του Γιούρι Γκέλλερ, μόνο θετικά λόγια έχω να πω για όσους καλεί ο Χαρδαβέλας στην εκπομπή του. Δεν υφίσταται ούτε η παραμικρή υποψία φάρσας, δεν διαφαίνεται το παραμικρό ψιμμύθι πλάνης. Α, όλα κι όλα… μιλάμε για τον κύριο Κώστα Χαρδαβέλα!

Ας γυρίσω, όμως, πίσω στο θέμα που με έχει σχεδόν ολοκληρωτικά απορροφήσει: Αν αληθεύει πως τα παιδιά – Emo ανήκουν στην κατηγορία των παιδιών Crystal θα πρέπει να σκεφτώ πολύ σοβαρά ακόμη και την περίπτωση να υιοθετήσω ένα τέτοιο παιδί… ειδικά τώρα που είμαι ολομόναχη δίχως τον μονάκριβο Αντρέα μου…

Για ένα μονάχα λόγο λυπάμαι που χώρισα με το Γιώργο: αν ζούσαμε ακόμη μαζί θα κάναμε ακόμη ένα παιδί και αυτό θα ήταν με βεβαιότητα παιδί – Crystal!

Αλίμονο, τι θα απογίνω;…


____________________________________


Θα ήθελα να ευχαριστήσω ολόψυχα τον Κώστα Χαρδαβέλα, που με την εκπομπή του "Οι Πύλες του Ανεξήγητου" του Σαββάτου, 10 Μαΐου 2008 μου έδωσε την ιδέα για το post αυτό

____________________________________




Παναγιώτης Σιμιτσής