Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Παραμύθι: Ο σκαντζόχοιρος και η αχινούλα (Α' μέρος)

 


Μια φορά κι έναν καιρό, σ΄ ένα πευκοδάσος κοντά στη θάλασσα, ζούσε ένας σκαντζόχοιρος που τον έλεγαν Ζήση. Ο Ζήσης ήταν ένας πολύ φιλικός και χαρούμενος σκαντζόχοιρος. Όλοι στο δάσος τον αγαπούσανε και είχε πολλούς φίλους. Οι δυο πιο καλοί του φίλοι ήταν ο Σπύρος κι η Παυλίνα. Όλοι μαζί έπαιζαν κάθε μέρα και έτρωγαν μανιτάρια και βολβούς και περνούσαν τέλεια. Και κάθε βράδυ τραγουδούσανε όλοι μαζί σα χορωδία, και όλα τα υπόλοιπα ζωάκια μαζεύονταν για να τους ακούσουνε μαγεμένα κάτω από τη φεγγαράδα.




Μια ηλιόλουστη μέρα ο Ζήσης αποφάσισε να πάει μια βόλτα μόνος του μέχρι την παραλία. Πλησίασε άκρη άκρη και κοίταξε το καταγάλανο νερό για να δει την αντανάκλασή του. Του άρεσε να βλέπει την αντανάκλασή του όταν ήταν ήρεμη η θάλασσα. Τότε όμως είδε πάνω στο βράχο σκαρφαλωμένη μια αχινούλα.





Ήταν τόσο όμορφη που έμοιαζε με όνειρο. Τα αγκάθια της γυάλιζαν θαλασσοβρεμένα κάτω από τον ήλιο, τα μάτια της ήταν καταγάλανα, και φορούσε ένα ανθισμένο φύκι στο κεφάλι της, που τόνιζε ακόμα περισσότερο την ομορφιά της. Ο Ζήσης έμεινε να την κοιτάζει θαμπωμένος, χωρίς να μπορεί ούτε να σαλέψει.
"Τί κοιτάς εσύ;" τον ρώτησε εκείνη ενοχλημένη. "Δεν έχεις ξαναδεί γυναίκα στη ζωή σου;"
Ο Ζήσης ντράπηκε πολύ. Έγινε κατακόκκινος.
"Συγνώμη", ψέλλισε έχοντας χάσει ξαφνικά τη συνηθισμένη του ομιλητικότητα. "Σε κοίταζα γιατί. . . είσαι πολύ όμορφη!"
"Είναι αγένεια να κοιτάζεις έτσι!" έκανε εκείνη με τη μύτη της ψηλά. "Παρόλ΄ αυτά ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση."
"Με λένε Ζήση", είπε εκείνος νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει δυνατά από τον κεραυνοβόλο έρωτα. "Εσένα;"
"Αλεξάνδρα", είπε εκείνη αδιάφορα.
"Χαίρω πολύ."
"Μμ, κι εγώ."
"Και τί κάνεις εδώ πέρα; Γιατί είσαι έξω απ΄ το νερό;"
"Ήθελα να κάνω μια βόλτα", είπε εκείνη κοιτάζοντας αλλού σα να μην άξιζε να σπαταλήσει πάνω του το βλέμμα της. "Βαρέθηκα εκεί κάτω μ΄ όλους αυτούς τους ανόητους. Κι επίσης τσακώθηκα με το αγόρι μου."
"Το αγόρι σου;" επανέλαβε απογοητευμένος ο Ζήσης.
"Ναι, το βλάκα το Ζακ!" είπε η Αλεξάνδρα συγχυσμένη. "Τσακωθήκαμε και σηκώθηκα κι έφυγα. Δε θέλω να τον ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου!"
"Μα τί σου έκανε;" ρώτησε ο Ζήσης.
"Τί μου έκανε; Όλη μέρα θέλει να είναι με τους φίλους του! Εμένα δε μου δίνει καμία σημασία! Λοιπόν, τέρμα, ως εδώ ήτανε! Μπορώ να έχω όποιον θέλω, δε θα κάτσω να στεναχωριέμαι γι΄ αυτόν!"
"Μπορεί να τα ξαναβρείτε", προσπάθησε να φανεί ευγενικός ο Ζήσης παρόλο που από μέσα του ευχόταν το αντίθετο. "Δεν ξέρεις, μπορεί ν΄ αλλάξει."
"Όχι, όχι, δε με νοιάζει, τελειώσαμε πια!" είπε η Αλεξάνδρα αγανακτισμένη. "Δεν τον αντέχω άλλο. Είναι ανυπόφορος!"

Την ίδια στιγμή εμφανίστηκε ένας νεαρούλης αχινός μέσα απ΄ το νερό. Ήταν κι εκείνος πολύ όμορφος, και είχε τ΄ αγκάθια του χτενισμένα πολύ μοντέρνα. Στο ένα του αυτί φορούσε ένα κοχύλι για σκουλαρίκι.
"Μωρό μου, εδώ είσαι;" έκανε βλέποντας την Αλεξάνδρα σκαρφαλωμένη στην κορυφή του βράχου. "Σ΄ έψαχνα παντού! Δεν πιστεύω να μου θύμωσες;"





Μονομιάς εκείνη, από ΄κει που δεν γύριζε καν να κοιτάξει το Ζήση, στράφηκε προς το μέρος του μ΄ ένα βλέμμα όλο μέλι. Του χαμογέλασε τόσο γλυκά που εκείνος ζαλίστηκε από την εκτυφλωτική ομορφιά της.
"Δεν είμαι το μωρό σου πια, Ζακ", είπε με παθιασμένη φωνή. "Τώρα τα ΄χω με το Ζήση."
"Με ποιον;" έκαναν ο Ζήσης και ο Ζακ μαζί.
"Μάλιστα, ο Ζήσης είναι το καινούριο μου αγόρι, Ζακ. Γι΄ αυτό φύγε κι άφησέ μας ήσυχους!"
"Μα είναι σκαντζόχοιρος!" έκανε ο Ζακ με τα μάτια του γουρλωμένα.
"Και λοιπόν;" ρώτησε η Αλεξάνδρα χαμογελώντας πάλι λάγνα στο Ζήση και πεταρίζοντας τα αχινοβλέφαρά της.
"Δεν μπορείς να τα ΄χεις μ΄ έναν σκαντζόχοιρο!" είπε ο Ζακ αναστατωμένος. "Είναι πλάσμα της στεριάς!"
"Δε με νοιάζει καθόλου", είπε η Αλεξάνδρα αδιάφορα. "Άλλωστε κανείς δεν είναι τέλειος. Κι ο Ζήσης είναι ένα κουκλί, και του αρέσω κι εγώ, έτσι δεν είναι Ζήση;"
"Εε. . . εγώ, δηλαδή. . . ναι, βέβαια!"
"Είδες;" έκανε η Αλεξάνδρα κοιτάζοντας πλάγια τον κατάπληκτο Ζακ. "Γι΄ αυτό άδειασέ μας τώρα τη γωνιά. Θέλουμε να ζήσουμε τον έρωτά μας!"
Έστειλε ένα πεταχτό φιλί στο Ζήση κι εκείνο κάθησε πάνω στη μύτη του κι έσκασε σα σαπουνόφουσκα. Ο Ζακ, πάνω στο βράχο, δεν το βρήκε καθόλου αστείο.



"Δε μπορείς να το κάνεις αυτό, Άλι!" φώναξε θυμωμένος. "Τί θα πουν οι φίλοι μου όταν μάθουν ότι με άφησες για έναν σκαντζόχοιρο; Θα με κοροϊδεύουν!"
"Σκασίλα μου!" είπε η Αλεξάνδρα. "Αυτό να το σκεφτόσουνα νωρίτερα. Τώρα την πήρα την απόφασή μου. Ο Ζήσης είναι ο άντρας της ζωής μου και είμαι πολύ ερωτευμένη μαζί του και καλά θα κάνεις να το δεχτείς!"




"Καλά λοιπόν, αφού είναι έτσι δεν έχουμε τίποτ΄ άλλο να πούμε!" είπε ο Ζακ εξοργισμένος. "Φεύγω! Μη γυρίσεις όμως μετά και μου ζητάς να σε συγχωρήσω! Και θα σβήσω το νούμερό σου από το κινητό μου! Όσο για ΄σένα, Ζήση, εμείς οι δύο δεν τελειώσαμε ακόμα! Θα μου το πληρώσεις αυτό πολύ ακριβά!"
Και πριν προλάβει ο Ζήσης να του απαντήσει, τινάχτηκε από το βράχο και βούτηξε – μπλουμ! – στο νερό και χάθηκε από τα μάτια τους.








"Αχ, ωραία, ζήλεψε!" γέλασε τσιριχτά η Αλεξάνδρα κουνώντας πανηγυρικά τα λαμπερά της αγκάθια. "Τον έκανα να ζηλέψει! Καλά να πάθει, ο παλιοεγωίσταρος! Σ΄ ευχαριστώ, Ζήση για τη βοήθεια! Έπαιξες τέλεια το ρόλο σου! Φεύγω τώρα, πάω να τα πω στις φίλες μου για να γελάσουμε! Χα, χα! Το βλάκα! Πίστεψε ότι θα τα έφτιαχνα στ΄ αλήθεια μ΄ έναν σκαντζόχοιρο!"
Κι έδωσε κι αυτή μια και μπλούμ! βούτηξε στη θάλασσα και χάθηκε στο βυθό.


Aργά αργά ο Ζήσης γύρισε πίσω στο πευκοδάσος. Εκεί τον περίμεναν ο Σπύρος κι η Παυλίνα, που μαζί με τον Ολύμπιο το σκίουρο, τον Άρη το λαγό και τη Μήτση τη χελώνα έπαιζαν "μήλα" μ΄ ένα μεγάλο καρύδι. Του φώναξαν να πάει να παίξει μαζί τους αλλά εκείνος δεν είχε καμία όρεξη. Βλέποντάς τον τόσο κακόκεφο, οι φίλοι του σταμάτησαν το παιχνίδι τους και μαζεύτηκαν γύρω του κι άρχισαν να τον ρωτάνε τί είχε. Στην αρχή ο Ζήσης δεν ήθελε να τους πει, μπροστά στην επιμονή τους όμως αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ήταν ερωτευμένος με την Αλεξάνδρα την αχινούλα.
"Αχινούλα;" φώναξε ο Σπύρος έκπληκτος. "Τί λες τώρα, τρελάθηκες; Δε μπορεί να είσαι ερωτευμένος μ΄ ένα πλάσμα του νερού!"
"Σωστά!" συμφώνησε ο Ολύμπιος μέσα από τα μεγάλα γυαλιά του. "Καλά λέει ο Σπύρος! Τί δουλειά έχεις εσύ μ΄ ένα κορίτσι της θάλασσας; Εσύ ανήκεις στη στεριά!"
"Δε με νοιάζει!" είπε μουτρωμένος ο Ζήσης. "Είναι η πιο όμορφη αχινούλα του κόσμου! Δεν την έχετε δει γι΄ αυτό τα λέτε αυτά!"
"Λογικέψου, βρε χαζέ!" είπε ο Άρης χτυπώντας το καρύδι κάτω σα μπάλα του μπάσκετ. "Τί βλακείες είν΄ αυτές που μας λες τώρα; Δε μπορείς να ταιριάξεις με μια τέτοια κοπέλα! Είστε από τελείως διαφορετικούς κόσμους! Η σχέση αυτή δε θα πετύχει ποτέ!"
"Θα πετύχει!" είπε ο Ζήσης με πείσμα. "Η αγάπη πάντα ξεπερνά τις δυσκολίες και στο τέλος πάντα νικά! Μόνο με την Αλεξάνδρα θα είμαι ευτυχισμένος! Είναι το κορίτσι των ονείρων μου!"
"Έκατσες πολύ στον ήλιο κι έπαθες ηλίαση!" είπε η Μήτση βγάζοντας τα πατίνια της. "Ζαλίστηκες και λες μπούρδες! Άντε να ρίξεις λίγο νερό στο κεφάλι σου να συνέλθεις!"






"Δε με νοιάζει η γνώμη σας!" δήλωσε ο Ζήσης με πίστη. "Η Αλεξάνδρα μου είναι το πιο γλυκό και τρυφερό κορίτσι κι ας λέτε εσείς ό,τι θέλετε! Θα είμαστε το πιο ευτυχισμένο ζευγάρι! Θα το δείτε και θα τρίβετε τα μάτια σας!"










Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, έπεσαν οι φίλοι του πάνω του προσπαθώντας να τον πείσουν, τίποτα ο Ζήσης. Είχε κολλήσει με την Αλεξάνδρα και δεν άκουγε κανέναν τους. Στο τέλος βαρέθηκαν και τον παράτησαν λέγοντάς του "κάνε ό,τι θέλεις, αλλά μετά μην έρθεις κλαίγοντας σε ΄μας όταν θα ΄χεις φάει τα μούτρα σου!" Και πήγαν όλοι μαζί στη βατομουριά για φαγητό.


Την επόμενη μέρα ο Ζήσης αποφάσισε να κατέβει πάλι στην παραλία. Μαζί του πήγαν κι ο Σπύρος με τον Άρη, γιατί τους είχε κεντριστεί η περιέργεια και ήθελαν να δουν την κοπελιά που είχε ξετρελάνει το φίλο τους. Ξεκίνησαν λοιπόν για την ακτή. Ο Ζήσης είχε κόψει και μια μαργαρίτα και την κουβαλούσε μαζί του για να της την προσφέρει. Έφτασαν στην άκρη του βράχου και κοίταξαν κάτω, δεν είδαν όμως τίποτα.


"Πού είναι;" ρώτησε ο Σπύρος. "Δε βλέπω κανέναν!"
"Εδώ ήταν χτες", είπε ο Ζήσης λίγο απογοητευμένος, κρατώντας ακόμα τη μαργαρίτα του που είχε αρχίσει να μαραίνεται από τη ζέστη. "Ίσως πρέπει να περιμένουμε λίγο."
"Γιατί δεν τη φωνάζεις;" ρώτησε ο Άρης. "Για βάλε μια φωνή να δούμε, μπορεί να σ΄ ακούσει!"
"Δε μπορώ", είπε ο Ζήσης κοκκινίζοντας. "Ντρέπομαι."
"Έλα μωρέ που ντρέπεσαι!" είπε ο Άρης. "Βάλε μια φωνή σου λέω, μπορεί να είναι από κάτω και να μη μας βλέπει!"
"Μπορεί να κάνει μπάνιο", κορόιδεψε ο Σπύρος.
"Σταμάτα!" τον λοξοκοίταξε ο Ζήσης.
"Μμ, μπορεί να κάνει μπάνιο στη μπανιέρα της, ολόγυμνη, με το αφρόλουτρό της", συνέχισε την κοροϊδία ο Σπύρος. "Θα μοσχοβολάει!"
"Σταμάτα, λέμε!" θύμωσε ο Ζήσης σπρώχνοντάς τον. "Κόφ΄το!"
"Καλά ντε! Δε μπορούμε να κάνουμε μια πλάκα;"
"Μπορεί να είναι εδώ γύρω και να σ΄ ακούει, ηλίθιε!" είπε ο Ζήσης. "Αν είναι να μου κάνεις χαλάστρα, καλύτερα να φύγεις!"
"Καλά, καλά, συγνώμη! Λοιπόν, θα τη φωνάξεις ή όχι;"
"Ποια ψάχνετε;" άκουσαν ξαφνικά μια φωνή ακριβώς από κάτω τους. "Για ποια μιλάτε;"


Έσκυψαν κι οι τρεις κι έβγαλαν τα κεφάλια τους έξω από το βράχο. Ακριβώς στο σημείο που άρχιζε το νερό να γλείφει την πέτρα, είδαν έναν μεγάλο αστερία που λιαζόταν ανάσκελα με όλα του τα πλοκάμια απλωμένα. Εκείνος τους χαμογέλασε πλατιά και τους χαιρέτησε με την άκρη του ενός του ποδιού.
"Γεια!" έκανε σα να μην έτρεχε τίποτα. "Τί χαμπάρια;"
"Ποιος είσαι ΄συ;" ρώτησε ο Σπύρος.
"Ο Αλφόνσος", έκανε εκείνος με το πιο άνετο και χαλαρό ύφος. "Εσείς ποιοι είστε;"
"Εγώ είμαι ο Ζήσης."
"Κι εγώ ο Σπύρος."
"Κι εγώ ο Άρης."
"Χαίρω πολύ", είπε ο Αλφόνσος κυματίζοντας τα πλοκάμια του. "Στεριανοί, ε; Σπάνια έρχονται τέτοιοι ως εδώ κάτω. Είστε πολύ μακριά από τα μέρη σας, μάγκες!"
"Ψάχνουμε την Αλεξάνδρα την αχινούλα", είπε ο Ζήσης. "Μήπως ξέρεις πού είναι;"

"Την Αλεξάνδρα;" έκανε ο Αλφόνσος χαμογελώντας πονηρά. "Εννοείς την κουκλάρα Άλι;"
"Εε. . .", σάστισε ο Ζήσης. "Δεν ξέρω. . ."
"Αυτήν με τα λυγερά αγκάθια και τις μπλε ματάρες και τη σέξι φωνή, αυτή δε λες;" είπε ο Αλφόνσος κλείνοντάς του το μάτι. "Αυτή με το καυτό κορμί και τα παθιάρικα χείλη;"
"Εε. . . ναι. . .", έκανε ο Ζήσης κοκκινίζοντας από αμηχανία μπροστά στην αναλυτική αυτή περιγραφή, την ώρα που ο Σπύρος κι ο Άρης αλληλοκοιτάζονταν με νόημα. "Μάλλον. . ."
"Μη μου πεις!" αναφώνησε ο Αλφόνσος σα να θυμόταν ξαφνικά κάτι που βρισκόταν στην πίσω μεριά του μυαλού του. "Μη μου πεις ότι είσαι ο σκαντζόχοιρος που την έκλεψε από τον Ζακ! Εσύ είσαι, έτσι δεν είναι;"
"Όχι, όχι. . . εγώ δεν. . ."
"Εσύ είσαι, εσύ, τώρα κατάλαβα! Καλά, είναι απίστευτο! Χαίρομαι πάρα πολύ που σε γνωρίζω, φίλε! Έχει βουΐξει ο βυθός για πάρτη σου! Για πες, για πες λεπτομέρειες! Πώς τα κατάφερες και την έριξες;"






( Συνεχίζεται... )



___________________________________

κείμενο και σκίτσα: Σ. Χατζηνικολάου

1 σχόλιο:

jacki είπε...

Αχου τι γλυκό παραμυθάκι. Τι ωραία. Θα την προσθέσω στις αγαπημένες μου κι έτσι θα μπορώ να λέω πολλά πολλά παραμυθάκια στον ανιψιό μου.