Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Διήγημα: Η Νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου



Ήταν ένα κρύο πρωινό του Φεβρουαρίου. Η πόλη έμοιαζε κοκαλωμένη. Στο συννεφιασμένο ουρανό αναρριχιόνταν θερμοί ατμοί, καπνοί και κάθε λογής ρύποι που σχημάτιζαν ένα θολό, αέρινο πέπλο λίγο πιο κάτω από τα σύννεφα, θαρρείς για να ντύσουν με την προστατευτική τους αχλή τα παγωμένα οικοδομικά τετράγωνα και τους πολύβουους δρόμους ανάμεσά τους. Η πόλη αντιδρούσε στο παγερό άγγιγμα του χειμώνα με όλους τους τρόπους που μπορούσε να έχει στη διάθεσή της. Δεν έπρεπε να υποκύψει, δεν έπρεπε να καταρρεύσει κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Μια πόλη οφείλει να είναι πάντα ζωντανή, να βουίζει με χίλια στόματα, να ακούει με χίλια αυτιά, να ξαγρυπνά με χίλια μάτια. Κορδέλες μαύρου καπνού αναδύονταν από τις χίλιες της καπνοδόχους, ασφυκτικές αναθυμιάσεις ξεπετάγονταν από χίλιες εξατμίσεις οχημάτων κάθε μορφής και μεγέθους, ενέσεις θέρμης από χίλια καλοριφέρ τρυπούσαν τη στέρεη παγωνιά όμοια όπως τα σκουλήκια ανοίγουν λαγούμια μες στα χαλασμένα φρούτα, κοφτές αναπνοές βγαίναν από χίλια στόματα περαστικών και αίφνης μετατρέπονταν σε απειροελάχιστα συννεφάκια που ενσωματώνονταν το ίδιο γρήγορα μες στην καταχνιά.

Η πόλη έπρεπε να εναντιωθεί στο χειμώνα. Έπρεπε ειδικά εκείνη την ημέρα να μείνει ζωντανή, να μην αφεθεί στη μουδιασμένη νάρκη. Γιατί εκείνη η ημέρα είχε οριστεί να είναι ξεχωριστή από τις άλλες. Πότε είχε γίνει αυτό; Η πόλη δε μπορούσε να πει με σιγουριά. Ήξερε, όμως, με μια σιγουριά όμοια μ’ αυτή που νιώθει κανείς για τις παιδικές του αναμνήσεις που ενοικούν πλέον μες στο σύθαμπο του συνειδητού του, πως κάποτε μια σύναξη από εμπόρους και μαγαζάτορες είχε λάβει χώρα στην καρδιά της και είχαν όλοι αυτοί αποφασίσει να εφεύρουν ένα άγιο για να τους προστατεύει.

Μες στη σύναξη αυτή ήταν όλοι εκείνοι οι επαγγελματίες που δίνουν ζωή και κίνηση στην πόλη, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που ανοίγουν μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις σε κάθε της γωνιά και τη φωτίζουν και τη ζεσταίνουν και την ομορφαίνουν ολημερίς κι ολονυχτίς. Χάρη σ’ αυτούς τους επινοητικούς και πολυμήχανους κατεργάρηδες μια πόλη είναι πόλη. Τους χρειάζεται, της είναι απαραίτητοι. Πρέπει να τους ακούει και να τους υπακούει αν θέλει να μακροημερεύσει και να ευημερήσει.

Η πόλη θυμάται αχνά σα σε όνειρο εκείνη τη σύναξη. Ανθοπώλες, Ζαχαροπλάστες, Καταστηματάρχες ρούχων, υποδημάτων και παντιοδών μπιχλιμπιδιών, Ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων διασκέδασης, εστιατορίων, καφέ, μπαρ καθώς και πάμπολλοι άλλοι μικρο- ή μεγαλο-Επιχειρηματίες ήταν εκεί συναθροισμένοι και διαβουλεύονταν. Άνοιξαν τα τεφτέρια τους και είδαν ότι οι πωλήσεις τους χρειάζονταν μια τονωτική ένεση για να ανέβουν στα επιθυμητά επίπεδα. Σκέφτηκαν, συζήτησαν, αντάλλαξαν απόψεις ώρες πολλές. Κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ορίσουν μια παγκόσμια γιορτή, μια γιορτινή επέτειο. «Ναι, αλλά με ποια αφορμή», αντέτεινε κάποιος άλλος. Τότε έπεσε μεγάλη περισυλλογή και περίσκεψη στην αίθουσα της συνεδρίασης. Κάποιος που ήταν ξεμοναχιασμένος από την ομήγυρη αναφώνησε μια λέξη που έφερε γενική αναστάτωση. «Άγιος!» Η λέξη μεταδόθηκε σε όλους, πήρε να βγαίνει απ’ όλα τα στόματα, έγινε οχλοβοή κι έπειτα από λίγα λεπτά υποβιβάστηκε σε ψίθυρο. «Ένας Άγιος μας χρειάζεται», συμφώνησε μια ολάκερη ομάδα εντός της σύναξης. «Ναι, αλλά ποιος;» ήρθε αναπόφευκτη κι επίκαιρη η ερώτηση από κάπου στο βάθος της αίθουσας. «Ας ανοίξουμε τους βίους των Αγίων για να δούμε τι θα δούμε». «Μα, εμείς είμαστε άσχετοι μ’ αυτά τα θέματα». «Πνίγεστε σε μια κουταλιά νερό! Δεν έχουμε παρά να καλέσουμε ένα παπά να μας δώσει τη λύση». «Ναι, δίκιο έχει ο συνάδελφος, ας καλέσουμε ένα παπά. Εξάλλου, οι παπάδες είναι φίλοι μας και τα συμφέροντά τους σχετίζονται άμεσα με τα δικά μας». Φωνές και χαμόγελα επιδοκιμασίας σκόρπισαν ολούθε.

Ευθύς αμέσως τράβηξαν τον άνθρωπο που είχε βρει τη λύση από τη γωνιά του και τον έφεραν στο κέντρο του ιδιότυπου κοινοβουλίου. Τον ανέβασαν σ’ ένα βάθρο και τον έχρισαν πρόεδρο της συνέλευσης. Εκείνος πήρε αμέσως το ύφος που αρμόζει σε πρόεδρο και έβγαλε λόγο. «…και ρωτώ φίλτατοι και αξιότιμοι συνάδελφοι επιτηδευματίες: τι θα ήταν η Εκκλησία μαζί μ’ όλο της το παπαδαριό δίχως εμάς; Τι; Τι θα έκαναν δίχως τις απειράριθμες γιορτές και τα πανηγύρια; Πώς θα μπορούσαν οι πιστοί να χαρούν μια γιορτή αγίου δίχως τους πάγκους και τα πλανόδια παντοπωλεία των πνευματικών μας προγόνων, εκείνων των πρωτοπόρων εμπόρων; Σας ρωτώ: τι θα ήταν οι γάμοι, οι βαπτίσεις και οι κηδείες χωρίς τα δώρα και τις φιέστες που εμείς παρέχουμε; Και απαντώ: τίποτα απολύτως! Ναι, αγαπητοί συνάδελφοι και συνοδοιπόροι, ο κλήρος μας χρειάζεται, εξαρτάται άρρηκτα από εμάς. Από τις προμήθειές μας αντλεί την αίγλη που έχουν οι γιορτές του». Δεκάδες, εκατοντάδες κεφάλια κατένευσαν επιδοκιμαστικά. Ο πρόεδρος συνέχισε: «Ας πάει κάποιος να φέρει ένα παπά. Να θυμηθεί, όμως, να του πει να πάρει μαζί του και τους Βίους των Αγίων τους. Άντε, λοιπόν, ας πάει κάποιος!»

Δεν πέρασε ούτε ένα τέταρτο της ώρας και μες στην αίθουσα φάνηκε ο παπάς. Ήταν λαχανιασμένος από την τρεχάλα που είχε βάλει και χοντρές στάλες ιδρώτα ακροβατούσαν στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ μετώπου και τριχωτού της κεφαλής. Στα παχουλά του χέρια κρατούσε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο. «Παπά, βρες μας έναν πολιούχο Άγιο!» είπε επιτακτικά ο πρόεδρος και όλοι χάρηκαν με το αναντίρρητο κύρος που επέδειξε απέναντι στον κληρικό. Ο παπάς υπάκουσε πειθήνια και άνοιξε το μεγάλο in folio του. Το φυλλομέτρησε με μάτι εξασκημένο, διάβασε εν τάχει μερικά ακατανόητα χωρία άλλοτε στα λατινικά, άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα εβραϊκά. Έπειτα έκλεισε ερμητικά το βιβλίο και κοίταξε έναν – έναν τους παρισταμένους εντός της αίθουσας σα να τους αναμετρούσε με το διαπεραστικό του βλέμμα. Έπειτα είπε με στεντόρεια φωνή σα να κήρυττε: «Φίλτατοι συνεργάτες, αγαπητά εν Χριστώ τέκνα. Η Αγία μας Εκκλησία θαρρώ σας έχει ανταποδώσει μέχρι κεραίας την εξυπηρέτηση που της έχετε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Σας έδωσε πάμπολλες γιορτές και πανηγύρια για να πουλήσετε την πραμάτεια σας και να ευημερήσετε. Δε θα απαριθμήσω τις μικρές γιορτές του έτους. Θα σας υπενθυμίσω, όμως, δυο μεγάλες γιορτές χάρη στις οποίες μερικοί από εσάς έχετε κυριολεκτικά θησαυρίσει: τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Η Εκκλησία μας καταδέχτηκε αδιαμαρτύρητα να μετατρέψετε ένα σπουδαίο μας Άγιο σε παχύσαρκη καρικατούρα, σε ερυθρόλευκο κλόουν που το μόνο που κάνει είναι να παρασκευάζει δώρα όλη τη χρονιά για να τα μοιράσει στους κακόμοιρους εν μία νυκτί σχίζοντας τους ουρανούς με ένα γελοίο κτηνίλατο όχημα. Για να μην αναφέρω και την ανοχή μας για την επιμονή σας να συνεχίζετε ακάθεκτοι να εορτάζετε το ειδωλολατρικό έθιμο της Αποκριάς…» Σάλος ακολούθησε τα λόγια του παπά, σάλος που απλώθηκε σ’ ολάκερη την αίθουσα. Κάποιοι κινήθηκαν απειλητικά με προτεταμένες τις γροθιές τους εναντίον του φοβισμένου κληρικού έτοιμοι να τον λιντσάρουν. «Ησυχία!» πρόσταξε ο πρόεδρος της συνέλευσης. «Μην τον πειράξει κανείς!» Οι λίγοι ευέξαπτοι που κίνησαν για να χειροδικήσουν σταμάτησαν άπραγοι. Ο εκνευρισμός, όμως, ήταν μεγάλος. Ο πρόεδρος κατάλαβε πως η ισορροπία και η ειρήνη στην αίθουσα είχε πέσει στους δικούς του ώμους. Έπρεπε να φανεί ενωτικός και μετριοπαθής, ειδάλλως μπορεί να θρηνούσαμε θύματα. «Καλέ μας πάτερ, φανού ευσπλαγχνικός και καταδεκτικός στα τέκνα σου, στο ποίμνιό σου, γιατί τέκνα της Εκκλησίας είμαστε κι εμείς οι δύστυχοι πραματευτάδες. Συμφωνούμε όλοι όσοι βρισκόμαστε σε τούτη την αίθουσα ότι η Εκκλησία έχει σταθεί συμπαραστάτης μας από πολύ παλιά και μας έχει σπλαχνιστεί και βοηθήσει κατά καιρούς. Να, όμως, που ήρθανε χρόνοι δίσεκτοι και οργισμένοι και η συντεχνία μας σφαδάζει από αναδουλειές κι ανέλπιστα χρέη. Αν το συνάφι μας καταστραφεί σύνωρα κι η πόλη τούτη θα σβήσει και θα μετατραπεί σε άθλιο, οικτρό χωριό. Ούτε η Εκκλησία το θέλει αυτό. Πρέπει να μας βοηθήσετε, άγιε πατέρα…» Και λέγοντας αυτά ο παπάς μαλάκωσε και τους συμπόνεσε από τη θέση ισχύος όπου έπρεπε πάντα να στέκει. «Καλά, λοιπόν» αποκρίθηκε συγκαταβατικά κι ευσπλαγχνικά. «Ως ανταποκριτής του Θεού μας σε τούτη εδώ τη Γη, οφείλω να είμαι και άριστος εις την ψυχολογία της μάζας και εις τα ανομολόγητα πάθη της ανθρώπινης φύσης. Κάνοντας με το νου μου μια γρήγορη ανακεφαλαίωση των ανθρώπινων αδυναμιών δε μπορώ παρά να σταθώ στον έρωτα!» Η στερνή εκείνη λέξη διαχύθηκε εν ριπή οφθαλμού σε όλη την αίθουσα. Στάθηκε σε ολονών τα χείλη κι αναμασήθηκε απ’ ολονών τα στόματα. «Έρωτας», αυτό ήταν. Αυτό το πολυύμνητο συναίσθημα, αυτή η αέναα εξυμνησμένη αρετή συνάμα και κατάρα.

Ο πρόεδρος πετούσε στον έβδομο ουρανό από τη χαρά του που δόθηκε επιτέλους μια λύση. «Πάτερ, βρες μας έναν άγιο για τον Έρωτα!» «Ναι, βρες μας», ακούστηκε απ’ όλους σαν εύηχη συγχορδία. «Δεν υπάρχει τέτοιος Άγιος», είπε ο παπάς και για να προλάβει νέο κύκλο αποδοκιμασιών και αγανάκτησης βιάστηκε να συνεχίσει: «Εννοώ πως τέτοιος αμιγής Άγιος δεν υπάρχει. Όλοι οι Άγιοι που διαθέτει η Εκκλησία είναι εξ’ ορισμού ανέραστοι. Αλλά, μην ανησυχείτε αγαπητά τέκνα μου. Υπάρχει και η παραλλαγή. Θα πάρουμε από τούτο εδώ το άγιο βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου έναν κατά προσέγγιση Άγιο της αγάπης και θα τον μεταμορφώσουμε σε Άγιο του Έρωτα. Δεν είναι δύσκολο, θαρρώ…» είπε και ξανάνοιξε το βαρύτιμο βιβλίο και το ξεφύλλισε ερευνητικά. Όλη η αίθουσα μια αναμονή δίχως ανάσα. Τελικά ο δείκτης του παπά άγγιξε μια σελίδα κάπου προς το τέλος του βιβλίου. «Για να δούμε… να το… το βρήκα!» «Πες μας και μας γκάστρωσες!» αναφώνησε το πλήθος. «Άγιος Βαλεντίνος! Αυτός θα είναι ο Άγιός σας». Το περίεργο όνομα έκανε ένα γύρο στην αίθουσα. «Πρέπει, όμως, να τον μεταμφιέσουμε λιγάκι», συνέχισε βασανιστικά ο κληρικός. Το πλήθος δεν περίμενε άλλα σχόλια. Του έφτανε το όνομα: «Άγιος Βαλεντίνος». Αυτό το όνομα φώναζαν όλοι, αυτό τον άγιο επευφημούσαν με όλη τη δύναμη της φωνής τους (και είχαν οι περισσότεροι εκκωφαντική φωνή, μιας και ήταν πολύτιμο όπλο της δουλειάς τους). Δεκάδες χέρια σήκωσαν τον παπά και τον πετούσαν θριαμβευτικά στον αέρα…

Αυτά αναλογίστηκε η πόλη εκείνο το παγερό πρωινό και αχνογέλασε αδιόρατα επιστρατεύοντας όλα της τα φώτα, τις καπνοδόχους, τις σειρήνες, τα κορναρίσματα, τις μουσικές. Άνθρωποι βιαστικοί διέσχιζαν τους άπειρους δρόμους της και μπαινόβγαιναν σε μαγαζιά. Κάμποσοι έστεκαν υπομονετικά στην ουρά των ταμείων των τραπεζικών υποκαταστημάτων, κάποιοι άλλοι, πιο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, παρέκαμπταν τις ουρές και τραβούσαν ένα αξιοσέβαστο μέρος από το κομπόδεμά τους από αυτόματα μηχανήματα. Κάμποσοι περπατούσαν και μιλούσαν στο κινητό με φωνή όσο πιο γλυκιά και μελιστάλαχτη μπορούσαν να βγάλουν από τα μουδιασμένα από το κρύο χείλη τους. Άλλοι πάλι, πιο τσιγκούνηδες, περπατώντας σκόνταφταν εδώ κι εκεί γιατί είχαν το βλέμμα τους προσηλωμένο στη φωτεινή οθόνη του κινητού όπου σχημάτιζαν ολιγόλογα, κωδικοποιημένα μηνύματα έρωτα κι παντοτινής αφοσίωσης που θα τα έστελναν δίχως τύψεις στο ταίρι τους. Ένας, μάλιστα, ξέφυγε παρ’ ολίγο το μοιραίο, αφού την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή απέφυγε το διερχόμενο αυτοκίνητο που περνούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα την ώρα που εκείνος με το βλέμμα προσηλωμένο στο κινητό έκανε να διασχίσει το δρόμο.

Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι αγχωμένοι κι αεικίνητοι είχαν βγει στους δρόμους για να ψωνίσουν ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, σέξυ εσώρουχα, ευτράπελα αναμνηστικά και δωράκια, είδη κινητής τηλεφωνίας, ανθοδέσμες, γλυκά και ό,τι μπορεί να φανταστεί (ή να μη φανταστεί) ο νους του ανθρώπου. Υπήρχαν βέβαια και οι λίγοι εκλεκτοί που δεν καταδέχονταν να πάνε σε τέτοια μαγαζιά γιατί οι δικές τους αγαπημένες άξιζαν κατιτίς σημαντικότερο και πιο ελιτίστικο, όπως για παράδειγμα ένα εξωτικό ταξίδι, ή ένα γλυκούλι αυτοκίνητο απ’ αυτά τα μικρά κι ευκίνητα αυτοκίνητα πόλης που είναι προορισμένα μονάχα για γυναίκες. Αυτούς, όμως, ας τους αφήσουμε κατά μέρος κι ας μην πολυασχοληθούμε μαζί τους, μιας και δεν είναι αυτοί που δίνουν πραγματική ζωή και χαρά στην πόλη. Ακόμη και η ίδια η πόλη δεν έχει πολλά πάρε δώσε με τέτοιους τύπους. Τη σνομπάρουν και τους σνομπάρει έχοντάς τους στα ακρόριά της, τα εστέτ προάστια.

Ξέχωρα από όλους εκείνους που είχαν εξορμήσει στους πολύβουους δρόμους με μοναδική σκέψη την αγαπημένη τους, υπήρχαν και πάμπολλοι άλλοι κλεισμένοι στα σπίτια τους, ή στα γραφεία τους κολλημένοι μ’ όλο τους το είναι και το δυναμισμό στην οθόνη του υπολογιστή. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι της τελευταίας στιγμής, μιας και δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο ταίρι, αλλά ήταν αποφασισμένοι να το βρουν έστω κι αν τα κατάφερναν ένα λεπτό πριν τα μεσάνυχτα. Τα chats, τα dating portals και τα παρόμοια έβριθαν από χιλιάδες χρήστες του διαδικτύου. Μοναχικοί τύποι και μοναχικές ευαίσθητες γυναίκες ερωτοτροπούσαν εικονικά κρυμμένοι πίσω από κάθε λογής πονηρά ή ρομαντικά, επιτηδευμένα ή χυδαία παρατσούκλια.

Η πόλη εκείνη την ημέρα ένιωθε μια απέραντη αγάπη για όλους αυτούς τους μικροσκοπικούς της κατοίκους, μια καλοσύνη και μια ευφροσύνη που πήγαζε κατευθείαν μέσα από τα βαθύτερα πηγάδια της. Λαμποκοπούσε με χιλιάδες φωτεινές μαρκίζες, πολύχρωμες βιτρίνες και πανηγυριώτικα λαμπιόνα. Περίμενε κι εκείνη στολισμένη και ντυμένη τα γιορτινά της τον Άγιο να κάνει την εμφάνισή του και να τριγυρίσει στις λεωφόρους και τα στενορύμια της μοιράζοντας αγάπη κι έρωτα απλόχερα. Ούτε αυτή η ίδια η πόλη δεν ήταν εντελώς σίγουρη για την ύπαρξη αυτού του μυστηριώδους Αγίου, δε μπορούσε να πάρει όρκο ότι στ’ αλήθεια υπάρχει ένας τέτοιος Άγιος. Δεν τον είχε δει ποτέ της ιδίοις όμμασι. Εξάλλου, ακόμη κι εκείνη η πρώτη συνέλευση των εμπόρων και των μαγαζατόρων δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι είχε ποτέ γίνει στ’ αλήθεια. Ήταν μια εικόνα, μια ανάμνηση που κατοικούσε στα παιδικά της όνειρα και της γέμιζε τα τσιμεντένια σωθικά με παραμυθένια θαλπωρή και μυστηριακή αγαλλίαση.

Το απόβραδο τύλιξε την πόλη με το βαθυκύανο πέπλο του. Από ψηλά, εκεί που βρίσκονται τ’ αστέρια, η πόλη έμοιαζε σαν μπάλωμα ρούχου πλουμισμένο με στρας πάνω στην κυρτή ράχη της Γης. Τα κίτρινα φώτα των δρόμων ήταν αναμμένα σε γραμμικές συστοιχίες. Στις προσόψεις των πολυκατοικιών ήταν φωτισμένα τα περισσότερα παράθυρα και μπαλκόνια, έτσι που τα θεόρατα αυτά κτίρια έμοιαζαν με εκατόφθαλμα τέρατα που είχαν ανοίξει σχεδόν όλα τα κίτρινα μάτια τους για να κοιτάξουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Μαρκίζες και ταμπέλες καταστημάτων φωσφόριζαν από το νέον.

Και τότε μια σφαίρα ξεπρόβαλλε μέσα από γαλακτώδη νεφελώματα κι αστερισμούς στο παντοτινά σκοτεινό διάστημα. Ήταν ένας μικρός κομήτης που ξερνούσε στη φλεγόμενη ουρά του εύφλεκτα αέρια και κατευθυνόταν με ιλιγγιώδη, ασύλληπτη ταχύτητα προς τη Γη. Μόλις ακράγγιξε την ατμόσφαιρά της πήρε να φλέγεται σαν την κόλαση και να σκορπά μικρά κομμάτια στο νυχτερινό ουρανό σαν πυροτεχνήματα. Η πόλη αναστέναξε με ηδυπάθεια σαν ο κομήτης έπεσε εντός της. Παρά τη σφοδρή σύγκρουση κρατήρας δε σχηματίστηκε πουθενά και μάταια η πόλη έψαχνε εξονυχιστικά το σώμα της απ’ άκρη σ’ άκρη για να ανακαλύψει την πληγή που της προκάλεσε η πτώση του Αγίου. Το ίδιο αόρατος έμελλε να είναι και ο Άγιος, έτσι που κανείς (ούτε κι αυτή η μεγάλη πολιτεία) να μην τον πάρει χαμπάρι.

Είχε το ανάστημα ενός μέτριου άντρα, με καλοσχηματισμένο, ευθυτενές κορμί και όμορφο παρουσιαστικό. Φορούσε μια ολόσωμη φόρμα με βασικά χρώματα το ροζ και το κόκκινο, που οι ραφές της ήταν κεντημένες με ολόχρυση κλωστή. Παντού στο στήθος, την πλάτη και τους γοφούς ήταν κολλημένες χνουδωτές άλικες καρδούλες κι ασημόχρυσα αστεράκια σε ροζ φόντο. Στο κεφάλι φορούσε μια εφαρμοστή κουκούλα με πέντε τεράστιες προεξοχές σαν κέρατα προς όλες τις κατευθύνσεις που κατέληγαν σε κρεμαστά κουδουνάκια. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα μικρό ραβδί που κατέληγε σε ένα λαμπερό αστέρι σχηματισμένο από κρύσταλλα swarowski, ενώ στο άλλο κράδαινε μια κοφτερή τρομερή ρομφαία.

Κρίνοντας από την όψη του έμοιαζε να είναι βαρύθυμος και κουρασμένος, πιότερο αγανακτισμένος. Έδειχνε να δυσανασχετεί με την άβολη αμφίεσή του και όλο τραβούσε το ελαστικό ύφασμα της στολής του από μερικά σημεία του σώματός του για να τακτοποιήσει το δυνατό πιο άνετα τα απόκρυφά του που ασφυκτιούσαν από τη στενότητα. Εκείνη τη χρονιά ένιωθε πραγματικά γελοίος. «Ανάθεμα στους εμπόρους και τους καταστηματάρχες!» βρυχήθηκε. «Ανάθεμα και σε σένα τραγόπαπα καταραμένε που με μεταμφίεσες κατά τις ορέξεις σου!» «Ανάθεμα και σε…» Και αφού αναθεμάτισε και έβρισε και καταράστηκε τόσες πολλές φορές που απόσωσαν τα διαθέσιμα λόγια ώστε δεν είχε άλλα στη διάθεσή του για να χρησιμοποιήσει, πήρε τους δρόμους.

Έπρεπε να ολοκληρώσει γι’ άλλη μια χρονιά την αποστολή του και μάλιστα να το κάνει αυτό πριν αχνοφέξει η μέρα, γιατί αν δεν προλάβαινε θα γινόταν ένας κοινός θνητός και θα καταδικαζόταν να κατοικήσει στη γη και να πεθάνει σαν άνθρωπος. «Ίσως να ήταν καλύτερα αν συνέβαινε κάτι τέτοιο», σκέφτηκε με πείσμα. «Εξάλλου, στον αστερισμό των Αγίων κατέχω μια μικρή σκοτεινή γωνιά και όλοι με σνομπάρουν. Κανείς άλλος Άγιος δεν καταδέχεται να συναναστραφεί μαζί μου και να μου πει ένα καλό λόγο. Με θεωρούν υποδεέστερό τους, δίχως ίχνος πνευματικότητας και αγιοσύνης. Εκεί ψηλά είμαι ένα ανθρώπινο τερατούργημα, ένα κατασκεύασμα δίχως πνευματική υπόσταση, ένα έκτρωμα, ένας απόκληρος, ένας παρίας!» Κοντοστάθηκε για λίγο αναποφάσιστος, ενώ αυτές οι διαβρωτικές σκέψεις τον ταλαιπωρούσαν. Έπειτα ξαναπήρε το δρόμο γιατί αναθάρρησε στη σκέψη πως ακόμη κι αν ήταν έτσι τα πράγματα, είχε παρόλα αυτά μια δική του, κατάδική του γιορτή στα επίγεια και ασκούσε μια, έστω στρεβλή, επίδραση στο ανθρώπινο είδος. Ενώ ήταν χριστιανικός άγιος, πίστευε σ’ αυτόν όλη η οικουμένη. Ισλαμιστές, Ινδουιστές, Βουδιστές, Εβραίοι, Αθεϊστές, όλοι είχαν λίγο ή πολύ επηρεαστεί από την παρουσία του και τον τιμούσαν. Έπρεπε, λοιπόν, κι αυτός να εκπληρώσει το καθιερωμένο του χρέος: να ευλογήσει τους ερωτευμένους με το έναστρο ραβδί του και να ξεσχίσει τις καρδιές των μοναχικών ανθρώπων δίχως ταίρι και αγάπη με τη ρομφαία του.

Πέταξε παντού μες στην πόλη, τη διάβηκε από άκρου εις άκρον, την ξεψάχνισε, ήταν ταυτόχρονα παντού και πουθενά. Του άρεσε η οργάνωση κι ο προγραμματισμός και γι’ αυτό είχε σαν πρώτο του μέλημα να επισκεφτεί όλα τα μαγαζιά της πόλης για να τσεκάρει και να επιβεβαιώσει όλους όσοι δήλωναν ερωτευμένοι εκείνη τη βραδιά. Αυτό το τμήμα της δουλειάς του ήταν το πιο κουραστικό κι επίπονο μα τον βοηθούσε πάντα και του έδινε ένα μπούσουλα για να κάνει σωστά τη δουλειά του. Μπορεί να κουραζόταν λίγο στη αρχή, μα αργότερα στην πορεία της νύχτας θα ανταμειβόταν. «Είναι καλύτερα να κάνει κανείς μια λίστα με τους ανθρώπους από τα πριν και να τους ξεδιαλέξει κατατάσσοντας τον καθένα τους σε μία από τις δύο κατηγορίες, παρά να τρέχει από σπίτι σε σπίτι κι από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο για να διαπιστώσει πού υπάρχει έρωτας με τα ίδια του τα μάτια. Άλλωστε, η νύχτα είναι πεπερασμένη ακόμη και για έναν Άγιο… ας μην αναλογιστώ, βέβαια, και την κατάφωρη αδικία που γίνεται εις βάρος μου, ότι, δηλαδή, ποτέ σε μένα δε διατέθηκε όλη εκείνη η συνοδεία από ξωτικά και η βοήθεια που κρατά για τον εαυτό του ο Santa Claus! Τον μισώ…»

Πήρε, το λοιπόν, τα καταστήματα με τη σειρά. Αρχίνησε από τα ζαχαροπλαστεία. «Εδώ θα βρω όλους τους φτηνιάρηδες» είπε και χαμογέλασε με μια δόση αχνής κακίας. Αφού σημείωσε τα ονόματα όλων όσοι είχαν αγοράσει γλυκά για τις ή τους αγαπημένους τους, πετάχτηκε στα καταστήματα με τα εσώρουχα. «Εδώ θα βρω όλους όσοι είναι φετιχιστές. Τελικά αυτά τα μπιχλιμπίδια κάνουν τη δουλειά τους; Ποιος ξέρει…» Έπειτα επισκέφτηκε τα αρωματοπωλεία. «Αχ αυτά τα αρώματα! Είναι να ξετρελαίνεται κανείς με τόσες γαργαλιστικές μυρωδιές…». Αφού συμπλήρωσε τη λίστα με τα ονόματα που είχαν επισκεφτεί τα αρωματοπωλεία, ήταν τώρα η σειρά των καταστημάτων με αναμνηστικά είδη και είδη δώρων. Εκεί κοντοστάθηκε για να χαζέψει την ατέλευτη ευρηματικότητα των εμπόρων. Πόσα μικρά και μεγάλα, χρήσιμα κι άχρηστα, ουσιώδη κι ανούσια, πονηρά και ρομαντικά δώρα! Πήρε μερικά να τα περιεργαστεί και να τα συγκρίνει με εκείνα που είχε δει την προηγούμενη χρονιά την ίδια ημέρα. Έπιασε στα χέρια του μαξιλάρια σε σχήμα καρδούλας, ευχετήριες κάρτες με κοινότυπες ή πρωτότυπες ευχές, κουκλάκια όλων των ειδών που κρατούσαν καρδούλες, καθώς και κάποια άλλα που στα αχαμνά τους είχαν το αντρικό ή το γυναικείο γεννητικό μόριο και το επιδείκνυαν χαμογελώντας χαζά, τασάκια με βυζάκια ή πέη, δονητές ηλεκτροκίνητους ή χειροκίνητους, προφυλακτικά διαφόρων γεύσεων και ακροφυσίων… «Για δες τους κατεργαρέους τι έχουν επινοήσει!» αποθαύμασε ο Άγιος. Αφού χάζεψε αρκετά τις βιτρίνες κατάλαβε πως είχε ξοδέψει πολύ χρόνο και έπρεπε να ξαναστρωθεί στη δουλειά. Δε χρειαζόταν να σκεφτεί την επόμενη στάση που θα έκανε. Πήγε ευθύς αμέσως στα μαγαζιά κινητής τηλεφωνίας. «Πόσο πιο απλά ήταν τα πράγματα τον παλιό καλό καιρό που δεν υπήρχαν αυτά τα καταστήματα. Να, λοιπόν, που προστέθηκε κι άλλη δουλειά στην έρμη την καμπούρα μου. Μάλλον, εδώ ταιριάζει η λαϊκή ρήση ‘κάθε πέρσι και καλύτερα, κάθε φέτος και χειρότερα’». Αφού πρόσθεσε τα ονόματα όσων αγόρασαν ως δώρο κάποιο κινητό ή παρελκόμενο, κατευθύνθηκε στα κοσμηματοπωλεία. «Τα αγαπημένα μου!» αναφώνησε. «Σίγουρα εδώ θα δω πολλά ονόματα γνωστά σε μένα από τα πέρυσι». Κοίταξε τον κατάλογο των αγοραστών και δεν μπόρεσε να κρύψει ένα πονηρό μειδίαμα για εκείνους που κάθε χρόνο χάριζαν τα ίδια ή παρόμοια κοσμήματα σε διαφορετική γυναίκα. «Ας είναι», είπε μέσα του, «έστω κι έτσι, τουλάχιστον αυτοί δηλώνουν ερωτευμένοι ακόμη μια χρονιά».

Για να μην απαριθμήσω όλα τα καταστήματα που επισκέφτηκε ο Άγιος, και για να αποφύγω τον κίνδυνο να γίνω κουραστικός θα πω απλά πως με τον ίδιο τρόπο πήγε σε αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, σε ανθοπωλεία, σε ταξιδιωτικά γραφεία. Τηλεφώνησε σε κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια, μπαρ, ξενοδοχεία ημιδιαμονής και κάθε άλλο μέρος όπου μπορεί ο άνθρωπος να βρει τη διασκέδαση μιας νύχτας.

Στο τέλος κατέγραψε όλους τους ερωτευμένους της πόλης. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι μόνος κι έρημος. Μ’ ένα αναστεναγμό ανακούφισης έβγαλε από κάποιο κρυφό σημείο του ρούχου του τον μακρύ κατάλογο όπου ήταν καταγεγραμμένοι όλοι οι κάτοικοι της πόλης: ερωτευμένοι και μη, πιστοί στον Άγιο Βαλεντίνο και μη. «Άραγε, πόσο κίβδηλος είναι τούτος ο κατάλογος. Βάζω στοίχημα την αγιοσύνη μου ότι οι μισοί τουλάχιστον από αυτούς που είναι δηλωμένοι ως ερωτευμένοι, με κοροϊδεύουν ανερυθρίαστα. Ας είναι… δε μου φταίει κανείς. Εγώ είμαι ο φταίχτης. Εγώ βαριέμαι να ψάξω την ουσία του έρωτα και αρκούμαι στην επιφάνεια. Όμως, μία και μόνη νύχτα έχω στη διάθεσή μου και μου είναι αδύνατο να κάνω κάτι περισσότερο απ’ αυτό που ήδη κάνω». Κοίταξε διερευνητικά τη λίστα. Αυτοί που δεν ήταν δηλωμένοι ως ερωτευμένοι ήταν αρκετοί. Μεταξύ αυτών υπήρχαν πολλοί που καμώνονταν και διατράνωναν πως δεν πιστεύουν στον Άγιο, αλλά ο Άγιος γνώριζε καλά πως στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή τους η άρνηση δεν ήταν παρά καθαρή προσποίηση, ένας μηχανισμός άμυνας γνωστός από πολύ παλιά. «Πολλοί απ’ αυτούς τους δύστυχους δεν έχουν ταίρι και για τούτο κάνουν πως δεν πιστεύουν στην ημέρα του έρωτα. Άλλοι πάλι που έχουν σχέση, ή είναι παντρεμένοι, προσποιούνται το ίδιο πως δε μ’ αναγνωρίζουν μόνο και μόνο γιατί δεν έχουν αρκετά χρήματα για να διασκεδάσουν απόψε. Λίγοι είναι αυτοί που μένουν απολύτως ανεπηρέαστοι. Ας είναι… όπως και να ‘χει κανείς από δαύτους δε θα γλιτώσει απόψε το κοφτερό σχίσιμο που θα του προξενήσει η ρομφαία μου καθώς θα χώνεται αργά και βασανιστικά κατάστηθα στην καρδιά τους». Σκεπτόμενος αυτά δε θεώρησε ούτε για μια στιγμή πως υπήρξε για λίγο κακόβουλος και μισερός. Άγιος είναι εξάλλου, και όπως όλοι οι άγιοι, έτσι κι αυτός οφείλει να είναι απαλλαγμένος από ανθρώπινα συναισθήματα που γεννοβολούν αδυναμίες.

Αρχικά κίνησε για όλους τους χώρους και τις γωνιές της πόλης όπου ήταν οι δηλωμένοι ως ερωτευμένοι. Αυτή ήταν μια ξεκούραστη κι αβασάνιστη δουλειά. Δε χρειαζόταν παρά να αγγίξει αυτούς και τα κρεβάτια τους με το μαγικό του ραβδάκι για να τους ψευτο-ευλογήσει. Αν θα έπιανε η ευλογία του, αυτό ήταν… αλλουνού παπά ευαγγέλιο. «Δεν πιστεύω να περιμένει κανείς πως θα στέκομαι παρά την κλίνη του καθενός ζευγαριού για να ελέγξω αν όντως έχει πιάσει η ευλογία μου…» Πέρασε από αρχοντικά και σπιτάκια, από μέγαρα και χαμόσπιτα, από ουρανοξύστες και πολυκαιρισμένες φτωχο-πολυκατοικίες. Πέταξε πάνω από ελίτ γειτονιές κι από φτωχογειτονιές, γλίστρησε καβαλώντας το νυχτερινό φύσημα του αδυσώπητου βοριά μες σε λεωφόρους και καλντερίμια, έκανε την εμφάνισή του όμοια σε ακριβά προάστια και σε κακόφημες συνοικίες, σε δωμάτια ακριβών ξενοδοχείων και φτηνών πανσιόν, χώθηκε σε ύποπτα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και σε πορνεία. Όπου έβλεπε μεγάλα μπαλκόνια τρύπωνε στα διαμερίσματα και ευλογούσε με το ραβδί του τους ερωτευμένους και γέμιζε τα κρεβάτια τους με στραφταλιστές πούλιες που έπεφταν από το ραβδί του, όπως τα πούπουλα από μια κότα που τη μαδάει ο χασάπης. Απ’ όποιο σπίτι δεν τον ενέπνεε πολύ και του προκαλούσε συναισθήματα αηδίας κι αποτροπιασμού για την έκδηλη φτώχεια και τη μιζέρια του, περνούσε μονάχα ξυστά απ’ έξω και ράντιζε στα γρήγορα τους τοίχους και τα παράθυρα με την ευλογία του δίχως να μπει στον κόπο να εισέλθει.

Αφού απόσωσε το πρώτο τμήμα της δουλειάς που όφειλε να κάνει σαν καλός Άγιος, ξεκίνησε το δεύτερο και τελευταίο. Αυτό έμελλε να είναι πιο δύσκολο γιατί έπρεπε να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον καθένα από αυτούς που δεν είχαν δηλώσει πως έχουν κάποια σχέση και, επομένως, δεν ήταν ερωτευμένοι. Κι έπρεπε να τους συναντήσει όλους αυτούς προσωπικά γιατί θα τους κάρφωνε την καρδιά με τη ρομφαία του (το ραβδάκι είχε εκπληρώσει την αποστολή του και το είχε κρύψει μες στο εσώρουχό του, παρέα με τ’ απόκρυφά του μιας και δεν είχε κάπου αλλού να το τοποθετήσει). Πήρε για στερνή φορά τους δρόμους και μπήκε μία – μία στις κατοικίες των ερωτικά αποτυχημένων και των ψευδοαπίστων. Κάρφωσε τη ρομφαία του βαθιά στο παχύσαρκο στήθος μιας χοντρής κυρίας που εκείνη την ώρα έτρωγε ακατάσχετα μπρος στην τηλεόραση για να ξεχάσει τον πόνο και τις έγνοιες της. Έπειτα κατακρεούργησε κάποιο νεαρό φοιτητή που, κλειδαμπαρωμένος στην ασφυκτικά στενή του γκαρσονιέρα, καμωνόταν πως διάβαζε για τις εξετάσεις του, ενώ η λίμπιντός του κόχλαζε κι έβραζε εντός του. Τρύπησε τις καρδιές μιας παρέας αντρών που είχαν ξεμείνει τελευταίοι σ’ ένα μπαρ και ξερνούσαν όσα ποτά είχαν κατεβάσει κατά τη διάρκεια όσων ωρών επιδίδονταν στο προσφιλές τους οφθαλμόλουτρο. Κάποια νεαρή γυναίκα χηρευάμενη που ήταν πεσμένη τ’ ανάσκελα στο αδειανό διπλό κρεβάτι και κοιτούσε με αναστεναγμούς ανάκατους με πικρά δάκρυα τις φωτογραφίες του εκλιπόντος συζύγου δέχτηκε κι αυτή μια κατάστηθη επίθεση. Δεν την γλίτωσε ούτε κάποιος που είχε κλειδωθεί στην τουαλέτα και αυνανιζόταν.

Έτσι ξεκληρίστηκε σχεδόν η μισή πόλη: χωρισμένοι και χωρισμένες, χήροι και χήρες, παρθένοι και παρθένες, άσχημοι και άσχημες, τσιγγούνιδες, ανέραστοι… όλοι. Ολονών οι καρδιές ξεσκίστηκαν και ράγισαν καθώς η αμείλικτη, ματοβαμμένη ρομφαία τις τρυπούσε διαμπερώς. Μάλιστα, ήταν τόση η μανία που είχε καταλάβει τον Άγιο που, καθώς υπερίπτατο και κατόπτευε την πόλη για να εντοπίσει τα θύματά του, σκότωσε χωρίς να το θέλει με την κοφτερή μυτούλα της ρομφαίας του την καρδιά ενός σπουργιτιού που, από καθαρή σύμπτωση, είχε κι εκείνο χάσει το ταίρι του εξαιτίας της βαρυχειμωνιάς.

Αχνοχάραζε. Η νύχτα μάζευε το πέπλο της κι αποτραβιόταν σιγά – σιγά από τον ουρανό. Ο Άγιος είχε τελειώσει τη δουλειά του κι έπρεπε να εγκαταλείψει τη Γη, ειδάλλως κινδύνευε να γίνει ένας κοινός θνητός. Σεργιάνισε μια τελευταία φορά στους σχεδόν έρημους δρόμους έτσι δίχως σκοπό, ίσως για να πάρει λίγο καθαρό αέρα και να αποδιώξει από πάνω του τη βαριά οσμή του άδικου μακελειού που είχε προ ολίγου προξενήσει, ίσως, πάλι, για να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις εντός του και να τις βάλει σε μια τάξη. Δε γινόταν να αναλυθεί στους ουρανούς έτσι μπερδεμένος και συγχυσμένος καθώς ήταν.

Έφτασε σε μια γέφυρα. Θα μπορούσε να ήταν η Golden Gate έτσι όπως έστεκε περήφανη με όλο της το μεταλλικό σκελετό, τους πύργους και τα χοντρά της συρματόσχοινα πάνω από τον ποταμό, μα αυτό θα σήμαινε πως αναφερόμαστε σε συγκεκριμένη πόλη, κάτι που θέλουμε να αποφύγουμε. Στην κορυφή του πελώριου κυρτώματός της ακροβατούσε επισφαλής μια μικρή μαύρη φιγούρα. Ο Άγιος δεν ήξερε να πει αν επρόκειτο για άντρα, ή για γυναίκα και ούτε τον ενδιέφερε πραγματικά. Έτσι, όμως, όπως ήταν αποκαρωμένος από την ολονύκτια εργασία του, με τις αισθήσεις του αμβλυμένες και κορεσμένες από τον έρωτα και τον πόνο τόσων και τόσων ανθρώπων, θάρρησε πως θα ήταν μια καλή ιδέα να πάει να δει από κοντά. Προχωρούσε αργά και ράθυμα, έτσι που η απόσταση που τον χώριζε από τη δυστυχισμένη εκείνη ύπαρξη πάνω στη γέφυρα δε φαινόταν να μικραίνει καθόλου. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου ξεπρόβαλλαν πανηγυρικά πίσω από τα βουνά. Η καινούργια ημέρα προμηνυόταν ασυννέφιαστη κι ηλιόλουστη, και το κρύο επιτέλους θα απάλυνε μες στην καρδιά του Φλεβάρη.

Κάποτε ο Άγιος Βαλεντίνος πλησίασε το πλάσμα της γέφυρας σε απόσταση αναπνοής. Ήταν μια νέα γυναίκα, εντυπωσιακά όμορφη. Ήταν ακόμη ντυμένη με τα ρούχα της νυχτερινής εξόδου: μακριά μεταξωτή ιριδίζουσα τουαλέτα που από τα δυο πλαϊνά της σχισίματα ξεπρόβαλλαν δυο υπέροχα εβένινα πόδια. Το φόρεμα είχε ανοιχτό, βαθύ ντεκολτέ που άφηνε στην κοινή θέα σκανδαλιστικά ημίγυμνα δυο τροφαντά στήθη που ανεβοκατέβαιναν από την ώθηση των λυγμών και του δυνατού αέρα. Από το λεπτό, μακρύ λαιμό της κρέμονταν τρεις σειρές αληθινών μαργαριταριών. Τα βαθυγάλανα μάτια της μισοκεπάζονταν από βλέφαρα μουτζουρωμένα από τη λίμνη των δακρύων που είχε συμπαρασύρει όλο το μολύβι των βλεφαρίδων και το είχε απλώσει ανομοιόμορφα πάνω στα κατακόκκινα από τον τσουχτερό βοριά μάγουλά της. Είχε βγάλει τις γόβες της και με τις γυμνές πατούσες της ήταν ανεβασμένη πάνω στο κιγκλίδωμα έτοιμη να κάνει το απονενοημένο διάβημα. Έκλαιγε με λυγμούς. Έκλαιγε σπαραχτικά. Όλο έκλαιγε ατενίζοντας το ποτάμι που φιδόσερνε ανάμεσα στα στήθη της απλωμένης πολιτείας μπροστά της. Ένα – δυο αυτοκίνητα πέρασαν δίπλα στον Άγιο και την κοπέλα χωρίς να σταματήσουν. Ένας οδηγός, μάλιστα κορνάρισε καθώς διέσχιζε τη γέφυρα για να πάει στη δουλειά του. Η πόλη ξυπνούσε ράθυμα από το χαυνωτικό ολονύκτιο έρωτα.

Ο Άγιος έμεινε να την κοιτάζει έκθαμβος κι εκστατικός. «Ποια είναι τούτη;» αναρωτήθηκε. «Μα δε μπορεί… τη λένε Τίνα και είναι μια από εκείνες που ευλόγησα στη διάρκεια της νύχτας. Αν θυμάμαι καλά είδα το όνομά της σε μερικά από τα πιο ακριβά καταστήματα καθώς έψαχνα τις λίστες με τα δώρα. Ο αγαπημένος της της δώρισε ένα ολόκληρο αυτοκίνητο. Ναι… είναι κάποιος βαθύπλουτος μεσήλικας… παντρεμένος, όμως. Ποιο είναι το πρόβλημά της; Μα, πώς είναι δυνατόν; Πώς μου ξέφυγε τούτη εδώ και δεν έλουσε με το αίμα της καρδιάς της την κόψη της ρομφαίας μου; Α… μα αυτή τρυπά μονάχη την καρδιά της!»

Έψαξε το γελοίο του ολόσωμο κολλάν για να βρει τη ρομφαία. Έβαλε το χέρι σ’ όλες τις τσέπες, εσωτερικές κι εξωτερικές, της φανταχτερής ροζ στολής του και δε βρήκε τίποτα. Τρύπωσε την παλάμη στο εσώρουχό του και πασπάτεψε τ’ αχαμνά του. Κι εκεί τίποτα. Οι ακτίνες του ήλιου έπεσαν πάνω στο πρόσωπό του και το χρωμάτισαν απαλά. Το αίμα ανέβηκε στα μάγουλά του και τα ροδοκοκκίνισε. Έξαφνα η γυναίκα στράφηκε προς αυτόν μ’ ένα βλέμμα πλημμυρισμένο από χειμάρρους πόνου και απόγνωσης, φόβου και τρέλας. Βιάστηκε να κατεβεί από το κιγκλίδωμα της γέφυρας. «Δε μπορεί να με βλέπει», σκέφτηκε παραξενεμένος ο Άγιος. «Ποιος είσαι εσύ;» του φώναξε τρομαγμένη κι οπισθοχώρησε ένα βήμα σέρνοντας τα γυμνά της πόδια πάνω στο βρώμικο κατάστρωμα της γέφυρας. «Μα, πώς είναι δυνατόν; Είμαι ορατός στους ανθρώπους! Θεέ μου παντοδύναμε, Άγιε Πατέρα μου στους ουρανούς, έγινα θνητός!»

Η γυναίκα τον κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. Το βλέμμα της στάθηκε πολλή ώρα στην παράξενη καρναβαλίστικη στολή του, αυτό το ροζ εφαρμοστό ολόσωμο κολλάν από λάτεξ κατάστικτο από ασημόχρυσα αστέρια και κατακόκκινες καρδιές. Έπειτα έμεινε αποσβολωμένη να κοιτά το παράξενο καπέλο του, εκείνο με τα υφασμάτινα παραγεμισμένα με αφρολέξ κέρατα που κατέληγαν σε κουδουνάκια. Πόσο γελοία φαινόταν η φανταχτερή στολή του υπό το φως του ήλιου! Πόσο αδυσώπητος είναι ο ήλιος όταν λούζει με το φως του τα αστραφτερά αντικείμενα της νύχτας! «Ποιος είσαι;» τον ξαναρώτησε, μα τώρα πλέον η φωνή της έτρεμε λιγότερο και είχε ανακτήσει λίγη από την αυτοπεποίθησή της. Ο γελωτοποιός εκείνος την τρόμαζε όλο και λιγότερο καθώς περνούσαν τα λεπτά και ο ήλιος ξεπρόβαλλε από τα μακρινά βουνά. Ο Άγιος δεν ήξερε τι να πει. Πρώτη φορά στη μεταθανάτια ζωή του τύχαινε να μιλά με ανθρώπους κι έτσι καθώς ποτέ εδώ και αιώνες δε χρειάστηκε να ανοίξει το στόμα του για να πει την παραμικρή λέξη, άκουσε τις συλλαβές μία – μία να ηχούν αλλοπρόσαλλα καθώς έβγαιναν από το μουδιασμένο του στόμα. «Είμαι ο Άγιος Βαλεντίνος» κατάφερε να ξεστομίσει.

Για ελάχιστα δευτερόλεπτα η γυναίκα απέναντί του τον κοίταξε διαπεραστικά, σχεδόν τον φόβισε η ματιά της. Έπειτα ξέσπασε σε τρανταχτά, ασυγκράτητα γέλια. Γελούσε τόσο πολύ που διπλώθηκε στα δυο για να κρατήσει την κοιλιά της για να μη σπάσει. Ο Άγιος γέλασε κι εκείνος. Γέλασαν και οι δυο ώρα πολλή, ώσπου κουράστηκαν. Ο Άγιος ακούμπησε στο κιγκλίδωμα. Τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν τη γέφυρα είχαν πληθήνει. Τα κορναρίσματα από τους οδηγούς που τους έβλεπαν καθώς περνούσαν δεν είχαν σταματημό. Γέλια και χάχανα, μαζί με το διαπεραστικό ήχο της κόρνας έρχονταν απ’ όλες τις μεριές. Με χαμόγελο που ακόμη δεν είχε σβηστεί ολότελα από τα χείλη η γυναίκα έσκυψε στο πεζοδρόμιο και πήρε από κάτω τη λουστρίν τσάντα της. Έχωσε μέσα το χέρι της και κάτι ψαχούλεψε να βρει. Όταν το ανέσυρε από το άνοιγμα της τσάντας κρατούσε ένα μικρό πιστόλι. Κάρφωσε με το βλέμμα της τον Άγιο και, δίχως να ‘χει ακόμη αποσώσει το γέλιο, τον πυροβόλησε κατάκεντρα στο δόξα πατρί.

Η πόλη είχε μέρες πολλές να δει τέτοια όμορφη, ηλιόλουστη κι ασυννέφιαστη μέρα. Ήταν ένα χάρμα οφθαλμών να βλέπεις την επιφάνεια του ποταμού να στραφτοκοπά από τις πούλιες του ουράνιου δίσκου. Τα φώτα στους δρόμους έσβησαν. Η κίνηση των αυτοκινήτων και των πεζών πήρε να κορυφώνεται. Οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια έμοιαζαν με ζωντανές αρτηρίες που σφύζουν από την πίεση του αίματος. Η πόλη περίμενε την επόμενη γιορτή…


Παναγιώτης Σιμιτσής

________________________

Δεν υπάρχουν σχόλια: