Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Παραμύθι: Ο σκαντζόχοιρος και η αχινούλα (Γ' μέρος)


"Λοιπόν, κι αν είπαμε και καμιά κουβέντα, νερό κι αλάτι!" πρόσθεσε ο Ζακ δίνοντας μια και βουτώντας σε μια αλμυρή λακκουβίτσα, τινάζοντας στάλες ολόγυρα. "Ελπίζω να γίνουμε φίλοι!"



"Χαίρομαι που το λες αυτό", είπε ο Ζήσης. "Κι εγώ το ελπίζω."
"Ωραία, και μια που ήρθες, κάτσε να σου φωνάξω την Άλι να τα πείτε!"
"Την. . . την Άλι;"
"Ναι, κάτσε, κάπου εδώ ήτανε. . . Πού πήγε, ρε παιδιά;"
"Να΄τη, εκεί κάτω!" έδειξε ένας απ΄ τους φίλους του. "Στο βράχο!"
"Α, ναι! Να, Ζήση, τη βλέπεις; Άλι! Άααλι! Μ΄ ακούς; Κοίτα ποιος ήρθεεε!"






"Γεια σε όλους!" ακούστηκε η φωνή του Αλφόνσου καθώς ξεπρόβαλλε από το διπλανό βραχάκι. "Τί γίνεται; Α, γεια σου Ζήση, πώς από ΄δω;"









Ο Ζήσης ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Είχε μείνει με το βλέμμα κολλημένο στο μακρινό εκείνο σκόπελο, κι από το καρδιοχτύπι του έσφυζε ολόκληρος. Η Αλεξάνδρα ήταν εκεί μαζί με τέσσερις φίλες της, και μόλις άκουσε τα φωνάγματα του Ζακ, γύρισε προς το μέρος τους και τους κοίταξε.
"Κοίτα ποιος ήρθε!" φώναξε ο Ζακ δείχνοντας προς τα πάνω με τ΄ αγκάθια του. "Κοίτα! Ο Ζήσης!"




Ο Ζήσης κόντευε να λιώσει από τον έρωτα καθώς την κοίταζε. Στ΄ αυτιά του κελαηδούσαν ρομαντικές μελωδίες. Η Αλεξάνδρα του ήταν ακόμα πιο όμορφη εκείνη τη μέρα. Είχε βάψει τα χείλη της με κραγιόν και φορούσε ένα μαντίλι από ένα χλωρό κόκκινο φύκι. Έμοιαζε με θεά της θάλασσας, και ο Ζήσης μαγεύτηκε μονομιάς στο αντίκρισμά της.



Στο μεταξύ οι φίλοι του στο πευκοδάσος είχαν αποφασίσει ότι δε γινόταν να συνεχιστεί η πρόβα χωρίς εκείνον. Η φωνή του ήταν πολύ σημαντική. Αγανακτισμένοι ξεκίνησαν να πάνε να τον βρουν. Όλοι μαζί πήραν το δρόμο για την παραλία, και η Παυλίνα ήταν η πιο αγχωμένη απ΄ όλους τους, σα να είχε ένα άσχημο προαίσθημα.






Ο Ζακ είχε συνεννοηθεί από πριν με την Αλεξάνδρα λέγοντάς της ότι ήθελε να κάνει μια πλάκα στο Ζήση, κι εκείνη με τις φίλες της είχανε συμφωνήσει με χαζογελάκια. Άλλωστε στην Αλεξάνδρα άρεσε να δείχνει στις άλλες αχινούλες τί ήταν διατεθειμένα να κάνουν για το χατίρι της τ΄ αγόρια. Φόρεσε μονομιάς το πιο αθώο χαμόγελό της και πετάρισε πάλι με γλύκα τα αχινοβλέφαρά της.



"Ζήση!" φώναξε τρυφερά. "Ζήση μου, τί κάνεις; Πού ήσουνα, μου έλειψες!"
"Γεια. . . γεια σου. . . Αλεξάνδρα. . .", έκανε εκείνος ξεροκαταπίνοντας.
"Σε σκεφτόμουνα συνέχεια χθες!" φώναξε η Αλεξάνδρα παθιάρικα, σκουντώντας τις φιλενάδες της που είχαν αρχίσει να χαχανίζουν κοροϊδευτικά. "Το βράδυ σε είδα στον ύπνο μου!"
"Αλή. . . αλήθεια;" έκανε ο Ζήσης κατακόκκινος. "Κι εγώ σε σκεφτόμουνα. . ."
"Τί είπες;" φώναξε η Αλεξάνδρα. "Είσαι πολύ μακριά, δε σ΄ ακούω!"
"Λέω. . . κι εγώ σε σκεφτόμουνα. . ."
"Δε σ΄ ακούω, δε σ΄ ακούω! Έλα λίγο πιο κοντά!"



"Γιατί δεν πας εκεί να της μιλήσεις;" πρότεινε ο Ζακ κοιτάζοντάς τον. "Πέσε και κολύμπα, δεν είναι κρύο το νερό!"
"Ναι, ναι, πήγαινε να της μιλήσεις!" άρχισαν να φωνάζουν κι οι άλλοι αχινοί, παροτρύνοντάς τον. "Πήγαινε εκεί, αφού βλέπεις ότι σε θέλει!"
"Πήγαινε, πήγαινε! Μη χάνεις την ευκαιρία!"
"Ζήση μου, έλα κοντά μου!" φώναξε πάλι η Αλεξάνδρα. "Έλα, σε περιμένω!"
"Τί του λέτε τώρα του παιδιού;" μπήκε ξαφνικά στη μέση ο Αλφόνσος. "Ζήση, μην τους ακούς, είναι επικίνδυνο!"
"Δεν είναι επικίνδυνο, τί λες τώρα;" φώναξε ο Ζακ. "Είναι πανεύκολο!"
"Δυο μέτρα είναι μόνο!" πρόσθεσε ένας φίλος του.
"Ζήση, έλα!" φώναξε η Αλεξάνδρα.
"Έλα εσύ εδώ, μωρή κότα!" της φώναξε θυμωμένος ο Αλφόνσος. "Ζήση, μην το σκέφτεσαι, είναι πολύ επικίνδυνο!"
"Μην ανακατεύεσαι, Αλφόνσε!" έκανε απειλητικά ο Ζακ.






"Τί προσπαθείς να κάνεις, Ζακ;" φώναξε ο Αλφόνσος αγανακτισμένος. "Το ξέρουμε όλοι ότι έχει ρεύματα εδώ πέρα! Ζήση, μην τους ακούς, μην το κάνεις! Δε γίνεται, θα σε πάρει το ρεύμα!"






Ο Ζήσης όμως δεν τον άκουγε. Τυφλωμένος από τον έρωτά του, μετρούσε την απόσταση και την έβλεπε τιποτένια. Η Αλεξάνδρα του απέναντι του φώναζε να πάει κοντά της με μια φωνή γλυκιά σα ζάχαρη, κι ένιωθε ότι τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον κρατήσει μακριά της.




"Πέ-σε! Πέ-σε! Πέ-σε!" άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά οι αχινοί.
"Ζήση, όχι!" φώναξε ο Αλφόνσος αγχωμένος. "Σταματήστε! Ζήση, έχει πολύ δυνατό ρεύμα, θα πνιγείς!"
"Πέ-σε! Πέ-σε! Πέ-σε!"
"Δεν το πιστεύω! Ζήση, άκουσέ με, ξέρω τί σου λέω!"
"Ζήση μου, θα έρθεις ή όχι;" φώναξε λάγνα η Αλεξάνδρα.









Χωρίς να το σκεφτεί άλλο πια, ο Ζήσης έδωσε μια και πήδηξε στο νερό. Άρχισε να κολυμπάει προς το σκόπελο με όλη του τη δύναμη, ενώ όλοι οι αχινοί και οι αχινούλες ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε αυτάρεσκα, γεμάτη περηφάνια.






Αλλά τότε ξαφνικά, στο μισό της απόστασης, ο Ζήσης συνειδητοποίησε ότι ο Αλφόνσος είχε δίκιο. Το ρεύμα ήταν πολύ δυνατό, του πήγαινε κόντρα και τον έσπρωχνε προς τα πλάγια. Προσπάθησε να το υπερνικήσει, αλλά ήταν αδύνατο. Ήταν πολύ μικρόσωμος, κι όσο κι αν πάλευε με το νερό δε μπορούσε να πλησιάσει περισσότερο το βράχο. Και τότε σιγά σιγά άρχισε να κουράζεται. Το ρεύμα άρχισε να τον παρασύρει.
"Βοήθεια!" φώναξε τρομαγμένος. "Δε μπορώ!"


"Κολύμπα, κολύμπα, χα, χα!" φώναξαν οι αχινούλες ξεκαρδισμένες στο γέλιο. "Χτύπα τα πόδια σου, χτύπα τα!"
"Δε μπορώ, με παρασέρνει! Βοηθήστε με!"





"Ζήση!" φώναξε πανικόβλητος ο Αλφόνσος. "Θεέ μου, όχι! Τί γελάτε, ρε ηλίθιοι; Πρέπει να τον βοηθήσουμε!"
"Αστειεύεσαι; Καλά να πάθει ο βλάκας!" έκανε ο Ζακ περιφρονητικά. "Για να σε δούμε τώρα, χαζοστεριανέ!"
"Κολύμπα! Κολύμπα!"





"Έλα τώρα, Ζήση μου, μη μ΄ απογοητεύεις!" φώναξε ειρωνικά η Αλεξάνδρα. "Κάνε μια προσπάθεια!"
"Δε μπορώ!" φώναξε ο Ζήσης νιώθοντας τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. "Βοήθεια!"




"Τί φωνές είν΄ αυτές;" έκανε παραξενεμένη η Μήτση στο μονοπάτι. "Ακούστε!"
"Ο Ζήσης!" φώναξε ο Ολύμπιος. "Τρέξτε!"
Όρμησαν στην κατηφόρα κι έφτασαν τρέχοντας στην παραλία. Βλέποντας το φίλο τους μέσα στη θάλασσα να παλεύει λαχανιασμένος με το κύμα, τους έπιασε πανικός.
"Ζήση! Ζήση!"
"Κρατήσου! Ερχόμαστε!"
"Βοήθεια!" φώναξε ο Ζήσης πίνοντας νερό από την κούρασή του. "Βοήθεια, βοηθήστε με!"
"Γρήγορα, παιδιά!" φώναξε ο Άρης. "Πιάστε εκείνο εκεί το κλαδί!"




Όλοι μαζί άρπαξαν ένα μεγάλο κλαδί κι ανέβηκαν πάνω σ΄ έναν βράχο που έφτανε ως μέσα βαθιά στο νερό. Το τέντωσαν όσο πιο πολύ μπορούσαν προσπαθώντας να τον φτάσουν.
"Πιάσ΄ το!" του φώναξε ο Άρης.
"Δε μπορώ!"
"Μπορείς, πιάσ΄ το!"
"Έλα, Ζήση!"
"Δε μπορώ, δε φτάνω!"
"Λίγο ακόμα! Λίγο ακόμα και τα κατάφερες!"
"Ζήση, πρόσεχε!" φώναξε ξαφνικά έντρομος ο Αλφόνσος. "Πίσω σου!"



Την ίδια στιγμή ξεπετάχτηκε από το βυθό της θάλασσας ο Ζαφείρης το χέλι. Σκίζοντας αστραπιαία το νερό όρμησε καταπάνω στο Ζήση με ανοιχτά τα σαγόνια του, έτοιμος να τον αρπάξει. Ο Ζήσης άφησε μια κραυγή τρόμου και με μια γενναία προσπάθεια κολύμπησε πλάγια, καταφέρνοντας να γλιτώσει στο τσακ.
"Πιάσ΄ το, Ζήση!" φώναξε ο Σπύρος τεντώνοντας ακόμα παραμέσα το κλαδί, κινδυνεύοντας τώρα να πέσει κι ο ίδιος στο νερό. "Έλα!"
"Πιάσ΄ το!" φώναξε κι ο Άρης καταϊδρωμένος από την αγωνία του.
"Έλα, Ζήση!" φώναξε με δάκρυα η Παυλίνα. "Σε παρακαλώ, πιάσ΄ το!"







"Άφησέ τον, Ζαφείρη!" φώναξε ο Αλφόνσος εξαγριωμένος. "Φύγε από ΄κει, άσ΄ τον ήσυχο!"






Οι αχινοί και οι αχινούλες είχαν πάψει να φωνάζουν. Παρακολουθούσαν απλώς τα γεγονότα αμίλητοι.


Ο Ζαφείρης έκανε ακόμα μια βουτιά και ρίχτηκε ξανά μπροστά, σίγουρος ότι αυτή τη φορά θα έπιανε στα δόντια του το μικρό σκαντζόχοιρο. Όμως, με όλη του την ανάσα και τη δύναμη, ο Ζήσης κατάφερε να πιάσει την άκρη του κλαδιού. Όλοι μαζί οι φίλοι του το τράβηξαν πίσω βγάζοντάς τον την τελευταία στιγμή από το νερό, και σώζοντάς τον από την ανοιχτή μασέλα που ήταν έτοιμη να τον αρπάξει. Από τη φόρα του ο Ζαφείρης έπεσε πάνω στο βράχο κι έφαγε τα μούτρα του. Άφησε μια κραυγή πόνου και θυμού κι εξαφανίστηκε βρίζοντας στο βυθό.



Τα ζωάκια του δάσους παράτησαν το κλαδί κι έτρεξαν δίπλα στο Ζήση που ήταν πεσμένος πάνω στο βράχο. Λαχανιασμένος και τρέμοντας από το φόβο του εκείνος προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα του.
"Ζήση μου, είσαι καλά;" φώναξε η Παυλίνα αγκαλιάζοντάς τον.
"Τα καταφέραμε!" φώναξε καταχαρούμενος ο Σπύρος. "Μπράβο, Ζήση!"
"Τα κατάφερες!" χοροπηδούσε ο Άρης. "Μπράβο, φίλε!"
"Είσαι ασφαλής τώρα! Ηρέμησε, όλα είναι εντάξει!"
"Σας ευχαριστώ. . . ", ψέλλισε εκείνος βήχοντας. "Μου σώσαστε. . . τη ζωή. . ."
"Αχ, Ζήση μου, τί έγινε; Πώς έπεσες μέσα στο νερό;"

Ο Ζήσης, μόλις συνήλθε λίγο, τους εξήγησε τί είχε συμβεί. Τους τα είπε όλα. Εξοργισμένοι οι φίλοι του έτρεξαν στην άκρη του βράχου κι άρχισαν να πετάνε πέτρες στους αχινούς για να τους εκδικηθούν.




Ένα από τα βότσαλα βρήκε τον Ζακ και του έσπασε τα μισά του αγκάθια, κι ένα άλλο βρήκε την Αλεξάνδρα κατακούτελα και της έκανε ένα τεράστιο καρούμπαλο. Όλοι μαζί έβαλαν τις φωνές και ο ένας μετά τον άλλο βούτηξαν στο νερό για να γλιτώσουν. Ο μόνος που έμεινε πίσω ήταν ο Αλφόνσος.




"Χαίρομαι που είσαι καλά", είπε στο Ζήση μ΄ ένα μεγάλο χαμόγελο ανακούφισης.
"Σ΄ ευχαριστώ που προσπάθησες να με προειδοποιήσεις", του είπε ο Ζήσης μουσκεμένος και στάζοντας. "Ήμουν ανόητος που δε σε άκουσα."
"Τέλος καλό, όλα καλά!" κούνησε τα πλοκαμάκια του ο Αλφόνσος.











Ο Ζήσης γύρισε μαζί με τους φίλους του στο πευκοδάσος. Η Παυλίνα τον σκούπισε καλά μ΄ ένα μεγάλο φύλλο και του φίλησε τη μουσούδα. Κι ύστερα πήγαν όλοι μαζί στην πρόβα της χορωδίας.







Έχοντας πια δει το αληθινό πρόσωπο της Αλεξάνδρας, ο Ζήσης την ξέχασε ολότελα. Έγινε όμως πολύ καλός φίλος με τον Αλφόνσο κι από τότε πήγαινε συχνά στην παραλία να τον δει. Τους αχινούς δεν τους ξαναείδε γιατί δεν τόλμησαν ξανά να βγουν στο βράχο. Φοβούνταν μη φάνε καμιά πέτρα κατακέφαλα. Έμαθε από τον αστερία ότι ο Ζακ κι η Αλεξάνδρα παντρεύτηκαν και χώρισαν γιατί εκείνη κοιμήθηκε με τον καλύτερό του φίλο.





Την αληθινή αγάπη ο Ζήσης την είχε βρει στο πρόσωπο της Παυλίνας. Ήταν πια μαζί, πολύ πολύ χαρούμενοι, και τραγουδούσαν κάθε βράδυ κάτω από τη φεγγαράδα.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.














( Τ Ε Λ Ο Σ )



___________________________________

κείμενο και σκίτσα: Σ. Χατζηνικολάου

Δεν υπάρχουν σχόλια: