Κυριακή 27 Απριλίου 2008

'Αναμνήσεις επί Χάρτου, κείμενα για τη βιβλιοφιλία' του Umberto Eco




Umberto Eco, Αναμνήσεις επί χάρτου, κείμενα για τη βιβλιοφιλία, εκδόσεις:
Ελληνικά Γράμματα, 2007. Μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη. ISBN: 978-960-19-0141-1.
Τίτλος πρωτοτύπου: La Memoria Vegetale e altri scritti di bibliofilia, RCS
Libri: S.p.A., Milano Bompiani, 2006.
Διαστάσεις: 14cmx20,7cm, μαλακό
εξώφυλλο με φωτογραφία από τον Κώστα Χουχουλή, σελιδοποίηση από την Παναγιώτα
Δημοπούλου. Υπεύθυνη έκδοσης: Άννα Αστρινάκη.
Κείμενο σε 32 γραμμές. Σελίδες
280 εκ των οποίων οι 2 πρώτες και οι τρεις τελευταίες είναι λευκές. Διαρθρωμένο
σε 4 μέρη και 19 κεφάλαια. Εικονογράφηση ασπρόμαυρη στις σελίδες 137-144 (μη
αριθμημένες). Σελίδα 137: Χάναου 1609, Πίνακας του Rebis, σελίδα 138: Χάναου
1609, Πίνακας του εργαστηρίου, σελίδα 139: Χάναου 1609, Πίνακας του Ροδόσταυρου,
σελίδα 140-141: Δισέλιδος in folio πίνακας χωρίς λεζάντα, σελίδα 142: Πίνακας
του Αδάμ και της Εύας ή του Ανδρόγυνου Αδάμ, σελίδα 143: Πίνακας χωρίς λεζάντα,
σελίδα 144: Αμβούργο 1595, σελίδα τίτλου, σελίδα 155: Λίστα πινάκων.
Ιδιαίτερα γνωρίσματα: λεκές από καφέ στο δεξιό περιθώριο της σελίδας 53,
ιδιόχειρες σημειώσεις με μολύβι από τον γράφοντα στα marginalia των σελίδων 99,
111 και 168. Η συγκεκριμένη έκδοση δεν διαθέτει λετρίνες και βινιέττες, ούτε
entrelacs.
Θεματολογία: Christiano-Kabalisticvm, Divino-Magicum,
Physico-Chymicvm, Catholicon, Orthodoxiae, Philosophiae, Theosophiae, Medicinae.

Ναι, είμαι υπερήφανος που είμαι ο κάτοχος αυτού του πολύτιμου τόμου του Μεσαιωνολόγου-Φιλοσόφου-Σημειολόγου-Διδασκάλου Umberto Eco! Δε θυμάμαι πώς έφτασε στα χέρια μου τούτο το κατάσκεπο από σκόνη και καταπλακωμένο από τη λήθη των αιώνων βιβλίο. Θυμάμαι μονάχα τη στιγμή που φύσηξα απαλά, με θρησκευτική κατάνυξη, το εμπροσθόφυλλό του για να διώξω τη σεπτή, ιερή σκόνη της πολυκαιρίας από πάνω του και να φέρω στο φως τούτο το κειμήλιο! Αδυνατώ, όμως, να θυμηθώ τον μυστηριώδη τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή μου…
Ροδόσταυροι, Σιωνιστές, Αποκρυφιστές, Ελευθεροτέκτονες και Μεσιανιστές όλου του Κόσμου, όλοι όσοι ζήσατε πριν από εμένα, όλοι όσοι ζείτε συγχρόνως με μένα και όλοι όσοι θα ζήσετε μετά από εμένα, ουέ και αλίμονό σας! Κατέχω τον μοναδικό κι ανεπανάληπτο τούτο τόμο, είμαι ο ένας και μοναδικός Κύριος αυτής της λυδίας λίθου! Κατέχω το φως, το μέλλον, την αλήθεια!

Όχι, δεν τρελάθηκα… Δεν είναι τίποτα… θα μου περάσει… απλά επηρεάστηκα κι εγώ ο άμοιρος από το βιβλιοφιλικό ντελίριο που διακατέχει τον Umberto Eco και συμμερίζομαι τις υψηλόφρονες ανησυχίες του!

Το βιβλίο αυτό, τιτλοφορούμενο στα ελληνικά ως “Αναμνήσεις επί χάρτου” και υποτιτλισμένο ως “Κείμενα για τη βιβλιοφιλία” είναι μια συλλογή από διαλέξεις, άρθρα και προλογικά κείμενα του Umberto Eco πάνω στο γενικότερο θέμα της βιβλιοφιλίας (ή, για να είμαστε κι εμείς συνεπείς προς το πνεύμα του συγγραφέα, μπορούμε εναλλακτικά να χρησιμοποιήσουμε τον όρο: bibliophilia και όχι bibliofilia όπως τιτλοφορείται δυστυχώς το έργο στην πρωτότυπη γλώσσα). Πρόκειται στην ουσία για δοκίμια αδόκιμου ύφους (ας μου επιτραπεί το λογοπαίγνιο), διαπνευσθέντα από μια διάθεση ισόποσα ιλαρή και σαρκαστική, σύμφωνη με το γνώριμο ύφος γραφής του Eco (ιδίως όπως διαμορφώθηκε μετά το μυθιστόρημα: “Μπαουντολίνο”). Το πρωτότυπο τιτλοφορείται: “LA MEMORIA VEGETALE e altri scritti di bibliofilia” μιας και το πρώτο κεφάλαιο μιλά για τη «Φυτική Μνήμη», εννοώντας εύστοχα με τον όρο αυτό την παγκόσμια μνήμη της ανθρωπότητας που έχει καταγραφεί σε μορφή βιβλίων και εν γένει κειμένων επί χάρτου. Και είναι αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο που εμπεριέχει εν περιλήψει όλες τις έννοιες και τις ιδέες που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια του βιβλίου, εισάγοντας με μια σταδιακή ομαλότητα τον αναγνώστη στα περί βιβλιοφιλίας. Τα κεφάλαια που ακολουθούν δεν είναι τίποτε άλλο από ανάπτυξη κατά μήκος και κατά πλάτος των ιδεών που πρωτοθίχτηκαν στην εισαγωγή.

Ο Umberto Eco μιλά για τη μνήμη. Χωρίς τη μνήμη δεν νοείται ανθρώπινος πολιτισμός. Αυτή η θέση αναπτύσσεται ξέχωρα από το συγγραφέα μόλις στο τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο: “Το Πρόβλημα του Ορίου. Δοκίμιο Παρα-Ανθρωπολογίας”, όπου ο αναγνώστης βρίσκει τον εαυτό του να παραδέρνει καταμεσής μιας δίνης ασυγκράτητης ειρωνείας και σαρκασμού που τον ωθεί εν τέλει, με προπομπό του τον Umberto Eco, στο απόγειο της φανταστικής ιστορικής παραφιλολογίας και της ανεκδοτολογίας, που όμοιά της βρίσκει κανείς μονάχα στο “Νησί των Πιγκουίνων” του Anatole France. Σ’ αυτό το ύστατο κεφάλαιο, όπου κλείνει οριστικά η αυλαία της «βιβλιο-φιλολογίας», ο συγγραφέας αποτολμά μια απόπειρα συγκεφαλαίωσης και αποδελτίωσης ολάκερης της πορείας του ανθρώπινου πολιτισμού μέσα από το πρίσμα μιας παράλογης ιστορίας: της ιστορίας της φυλής των “Μαστιένιων”, κατασκεύασμα εξ’ ολοκλήρου του Eco εν μέσω χιουμοριστικού ντελιρίου. Αιώνες, λοιπόν, προτού ανακαλυφτεί η φιλοσοφία και η μνήμη με τη μορφή του κειμένου επί χάρτου, οι Μαστιένιοι (ήτοι οι Άνθρωποι) «…ζούσαν πρωτόγονη ζωή, ντύνονταν με προβιές ή τραχιά υφάσματα, ζούσαν σε σπηλιές και ασχολούνταν μονάχα με την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους». Αυτοί οι πρωτόγονοι δεν ήταν ικανοί να αντιληφθούν και να επεξεργαστούν θεωρητικές, αφηρημένες έννοιες, παρά μόνο αρκούνταν στα γεγονότα. «Αυτά τα γεγονότα ήταν το Στόμα, από το οποίο έμπαιναν η τροφή και ο αέρας, απαραίτητα για την επιβίωση ενός Μαστιένου, και έβγαινε η Τελευταία Πνοή. Ο Σφιγκτήρας, απ’ όπου έβγαζαν εκείνα που ονόμαζαν πράγματα (πράγματα ήταν όλα εκείνα που δεν ήταν Μαστιένιοι, τα περιττώματα, τα σύννεφα, τα ζώα και οι πέτρες). Το Πέος και το Αιδοίο, όχι μόνο γιατί από εκεί έβγαιναν πράγματα, αλλά και γιατί από τη συνένωσή τους δημιουργούνταν μία αίσθηση ευχαρίστησης (που για εκείνους ήταν ένα γεγονός του οποίου την ανάγκη αισθάνονταν, όπως αισθάνονταν την ανάγκη της τροφής ή της αφόδευσης) και τέλος επίσης από το Αιδοίο έβγαιναν καινούργιοι Μαστιένιοι (φαίνεται ότι, μέχρι την εμφάνιση της φιλοσοφίας, οι Μαστιένιοι δεν είχαν θέσει ποτέ μία σχέση αιτίου-αιτιατού ανάμεσα στη συνουσία και στον τοκετό)…»

Κι αν η ιστορία των «Μαστιένιων» προκαλεί μια ευχάριστα ιλαρή διάθεση στον αναγνώστη με την ευρηματικότητα και την πρωτοτυπία της, υπάρχουν, ωστόσο, άλλα 18 ευφυέστατα κι εξίσου πρωτότυπα από υφολογικής απόψεως κείμενα μες στο βιβλίο αυτό που ιντριγκάρουν και ψυχαγωγούν τον αναγνώστη διοχετεύοντάς του παράλληλα αρκετές ανησυχίες και προβληματισμούς.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο πρώτο κείμενο με τίτλο: “Η Φυτική Μνήμη”. Ο Umberto Eco επιχειρεί τη διαχρονική κατηγοριοποίηση της μνήμης σε τρία είδη:

Αρχικά, όπως λέει, υπήρχε η «οργανική μνήμη», που σημαίνει απλά την προφορική παράδοση πριν την ανακάλυψη της γραφής. Βρισκόμαστε στα προϊστορικά χρόνια που διάβηκαν μες στο σκοτάδι καλυμμένα με έναν πέπλο μυστηρίου, αιώνες στους οποίους οι γέροι της φυλής συγκέντρωναν το βράδυ γύρω τους τα γυναικόπαιδα και τους διηγούνταν ιστορίες γύρω από την εστία της σπηλιάς όπου η αλήθεια ήταν ανακατεμένη ισόποσα με τη φαντασία δίχως καμία ιδιοτελή σκοπιμότητα. Έτσι, η μνήμη των παλιότερων γενεών περνούσε στις καινούργιες και οι άνθρωποι μπορούσαν, για πρώτη φορά στην μακραίωνη ιστορία της ύπαρξής τους στη Γη, να έχουν ο καθένας τους περισσότερες μνημονικές εμπειρίες απ’ ότι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν από τη δική τους ατομική ζωή.

Έπειτα, έρχεται η εποχή εκείνη όπου τα γεγονότα, οι ιδέες και η ιστορία καταγράφονται για πρώτη φορά σε αντικείμενα ικανά να αντέξουν απαράλλαχτα στο διάβα των αιώνων και να καταστούν έτσι υπεραιωνόβιοι μάρτυρες γεγονότων και ιδεών που στιγμάτισαν το ανθρώπινο γένος. Η μνήμη, πλέον, χαράσσεται σε πινακίδες από άργιλο και λαξεύεται στις πέτρες. Είναι η λεγόμενη «ανόργανη μνήμη». Ανόργανη μνήμη, όμως, δεν είναι μονάχα οι εγχάρακτες πινακίδες και οι πέτρες. Είναι και η αρχιτεκτονική. Για όποιον έχει ασχοληθεί με την κλασική λογοτεχνία θα ήταν περιττό να εξηγήσουμε γιατί ο Umberto Eco μνημονεύει τον Jules Verne σ’ αυτό το σημείο. Μιλώντας κανείς για την προαιώνια σχέση του βιβλίου και της αρχιτεκτονικής δε μπορεί παρά να σταθεί στις διαχρονικές απόψεις που εκφράζονται στα «περιθώρια» (αν και δεν πρόκειται στην ουσία για marginalia) της πλοκής της «Παναγίας των Παρισίων» του Verne. Εκεί, ανάμεσα στα κεφάλαια της αφήγησης, υπάρχει και ένα κεφάλαιο σα σφήνα που μιλά για την αρχιτεκτονική και το ρόλο που έπαιξε ανά τους αιώνες στην μυστικιστική διάδοση (αλλά και συνωμοσιακή συγκάλυψη) ιδεών κι απόψεων, απευθυνόμενη στο εξασκημένο και γνωστικό μάτι. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα με τη γοτθική αρχιτεκτονική: κάθε αψίδα, κάθε αντηρίδα και κάθε σταυροθόλιο σημαίνουν κάτι, αντηχούν κάποιο μυστικό, αποκρύπτουν μια αλήθεια. Ο Verne αναλύει τα μηνύματα της γοτθικής αρχιτεκτονικής, ενώ, ταυτόχρονα, παραδέχεται με μια αδιόρατη συγκρατημένη θλίψη τη σταδιακή νομοτελειακή υποταγή της αρχιτεκτονικής ως μορφής έκφρασης στην τυπογραφία, βάζοντας στα χείλη του Κλαύδιου Φρόλλου την αναφώνηση: «Αυτό θα φάει εκείνο

Η καταληκτική μορφή ανθρώπινης μνήμης, μορφή η οποία ισχύει και στις μέρες μας, είναι αναντίρρητα η «φυτική μνήμη», η μνήμη, δηλαδή, που είναι γραμμένη και καταχωρημένη επί χάρτου, η μνήμη που ενυπάρχει στα χιλιάδες, εκατομύρια και, ίσως, δισεκατομμύρια βιβλία (χειρόγραφα ή τυπογραφημένα). Ένα βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη του εμπειρίες που ποτέ δεν έζησε ο ίδιος in vivo, θεάματα και οράματα που ποτέ δεν είδε ο ίδιος de visu. Ο Umberto Eco ονομάζει τη μνήμη μέσω του βιβλίου «φυτική» διότι το πρώτο υλικό πάνω στο οποίο γράφτηκαν ποτέ λέξεις με μελάνι ήταν ο πάπυρος που προέρχεται από κατεργασία των φύλων του ομώνυμου φυτού. Ακόμη κι αν στην πορεία χρησιμοποιήθηκε το δέρμα και άλλα υλικά για να παραχθεί η υστερότερη περγαμηνή, ο πάπυρος θα διεκδικεί πάντοτε τα πρωτεία στη μακραίωνη ιστορία της γραφής.

Τα βιβλία, όμως, είναι πάμπολλα, απειράριθμα, αναρίθμητα. Τα όσα είναι γραμμένα εντός τους είναι σύνωρα πρωτόγνωρα, αποκαλυπτικά αλλά και τετριμμένα, είναι αληθινά αλλά και ψεύτικα, ιστορικά και συνάμα φανταστικά, αλληλοσυμπληρούμενα, ή αλληλοαντικρουόμενα. Πρέπει κανείς να έχει υπεράνθρωπες μνημονικές ικανότητες και άπειρο χρόνο στη διάθεσή του για να διαβάσει όλα τα βιβλία που έχουν συσσωρευτεί στις κατάκοπες πλάτες της ανθρώπινης μνήμης. Πρέπει κανείς να είναι ο Φούνες ο Μνήμων του Μπόρχες, αν και κάτι τέτοιο μοιάζει πιότερο με κατάρα παρά με χάρισμα. Ο Eco συμφωνεί για μια κριτική ματιά απέναντι στα γεγραμμένα, για μια διαλογή μεταξύ των ποικίλων τίτλων της «βαβελικής» φιλολογικής στοίβας. Τονίζει: «…Η διάδοση της φυτικής μνήμης έχει όλα τα μειονεκτήματα της δημοκρατίας, ένα καθεστώς όπου, προκειμένου να μπορούν όλοι να μιλούν, πρέπει να μιλούν και οι άφρονες ή ακόμη και οι απατεώνες». Το πόσοι απατεώνες φιλολογίσκοι και φιλοσοφίσκοι υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα δεν χωρά ανθρώπου νους. Ο Umberto Eco τους αποκαλεί ειρωνικά «συγγραφείς της τέταρτης διάστασης» κι αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου του σ’ αυτούς τους «παρεξηγημένους» λογοτέχνες, το οποίο και τιτλοφορεί ως “Varia et Curiosa”, ήτοι “Ποικίλα και Περίεργα”, δανειζόμενος τον όρο από τους καταλόγους βιβλίων στους οποίους κάτω από αυτό τον τίτλο συσσωρεύεται «κάθε καρυδιάς καρύδι» της λογοτεχνίας. Δεν ωφελεί να τονίσω πως κι αυτό το κεφάλαιο, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλα σχεδόν τα κεφάλαια αυτού του έργου, είναι διαποτισμένο με ένα πνεύμα περισσής ειρωνείας και αχαλίνωτου σαρκασμού. Σ’ αυτό το κεφάλαιο ο Eco αποφασίζει να κατακρεουργήσει με το χειρουργικό νυστέρι του σαρκασμού του όλους εκείνους τους κατά καιρούς συγγραφείς που επιδόθηκαν στη συγγραφή βιβλίων δίχως καμία πραγματική ουσία και δίχως κανένα νόημα, φαντασιοκοπήματα της Χαλιμάς και σκόπιμες ανακρίβειες, έργα πάσχοντα από μια δυσβάσταχτη «φιλοσοφική ελεφαντίαση». Το παράδειγμα του Pizzigoni θα διασκεδάσει πολύ τον αναγνώστη. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να κρύψω το γεγονός πως το συγκεκριμένο κεφάλαιο με έβαλε σε πολλές σκέψεις, ως επί το πλείστον αρνητικά χρωσμένες κι ανησυχητικές. Ο Umberto Eco δείχνει εδώ να ενστερνίζεται κάποια ακραία μορφή φιλολογικού ελιτισμού και στέρφου ακαδημαϊσμού. Μοιάζει να εποπτεύει από τα ολύμπια ύψη της αδιαμφισβήτητης εγκυρότητάς του, ως εξουθενωτικά αψεγάδιαστος και ανυπόφορα ακαδημαϊκός κριτής, τα πεπραγμένα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αγορεύει με μια ιδέα περισσού στόμφου κατά των «τρελών λογοτεχνών», όπως ονομάζει ο ίδιος όλους εκείνους που υπερφόρτωσαν τον κόσμο με άσκοπα κι αδιάφορα πονήματα περί ανέμων και υδάτων. Ίσως, πάλι, να μην εννοεί κακόβουλα τα όσα λέει. Ίσως να τον παρεξήγησα εγώ προβάλλοντας άθελα κι ασυνείδητα τον ίδιο μου τον εαυτό στη θέση των προσώπων που «καταγγέλει» με τον έμμεσο, τσουχτερό τρόπο που έχει πάντα η ειρωνεία. Αφήνω τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα... Εγώ συνήγα μερικά που κρατώ για δικά μου…

Μ’ αυτά και μ’ άλλα, φτάνουμε, επιτέλους, στο μεγάλο κεφάλαιο της «βιβλιοφιλίας», που είναι και ο κεντρικός άξονας, ο θεματικός πυρήνας του βιβλίου. Ο συγγραφέας τιτλοδοτεί αυτόχρημα τον εαυτό του ως βιβλιόφιλο και υπ’ αυτή την ιδιότητα μας μιλά. Ακούγομαι λιγάκι κατακριτικός; Ίσως και να είμαι ως ένα βαθμό, μιας και ο Umberto Eco μ’ αυτό του το βιβλίο με «φόρτωσε» (άθελά του, ελπίζω…) με μια υπερδοσολογία περιαυτολογίας και φιλαυτίας της οποίας τις παρενέργειες ακόμη αχνοαισθάνομαι στο πετσί μου. Δεν είναι λίγα τα σημεία στα οποία ο Eco μιλά για την αγάπη του για τα σπάνια βιβλία, μας λέει πόσο έξυπνος απεδείχθη στην ανεύρεση σπάνιων, ανεκτίμητων έργων του μεσαίωνα, διατυμπανίζει την ανυπολόγιστη αξία της προσωπικής του συλλογής. Δεν είναι λίγα τα σημεία που εκνευρίζει αισθητά τον αναγνώστη (συγνώμη αν μιλώ εξ’ ονόματος όλων των αναγνωστών κρίνοντας από τον εαυτό μου) συμπληρώνοντας τις πληροφορίες που μας δίνει για κάποιο αριστούργημα της τυπογραφίας με τη φράση: «…φυσικά και το έχω ΕΓΩ», ή «ΕΓΩ έχω την έκδοση με τους τάδε πίνακες και τις δείνα μινιατούρες…» ΕΓΩ, πάντως, ως ένας απλός, ταπεινός βιβλιόφιλος που δεν χαίρει σπάνιων αποκτημάτων παρά περιορίζεται στο να αγαπά με μια αγάπη ακραιφνή στην ποιότητά της τα βιβλία που έχει στην κατοχή του, έφτασα σε σημείο παρ’ ολίγον βρασμού με το αυτάρεσκο ύφος του κατά τα άλλα προσφιλούς μου συγγραφέα. Παραβλέπω, παρόλα αυτά, το σκοτεινό αυτό σημείο χάριν του ενδιαφέροντος που έχουν οι πληροφορίες περί βιβλιοφιλίας και περί παντός σχετικού με την έννοια του βιβλίου.

«Το να πετάς ένα βιβλίο, όταν τελειώσεις την ανάγνωσή του, είναι σαν να μη θες πια να ξαναδείς έναν άνθρωπο με τον οποίο είχες μόλις σεξουαλική επαφή. Αν συμβεί αυτό, ήταν μια σωματική ανάγκη και όχι μια ερωτική σχέση».

Σε κάποιο άλλο σημείο λέει:

«Δε θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι το βιβλίο είναι ένα αντικείμενο που μπορεί να αγαπηθεί όχι μόνο γι’ αυτό που λέει, αλλά και για τη μορφή του».

Αρχίζετε να συνειδητοποιείτε τι περίπου είναι η βιβλιοφιλία; Υπάρχουν πολλά άλλα χωρία που προσδιορίζουν αυτή την προς διαπραγμάτευση έννοια με παραστατικό και αναλυτικό τρόπο, όπως:

«Βιβλιόφιλος είναι ένας άνθρωπος που μαζεύει βιβλία και για την ομορφιά της τυπογραφικής τους σύνθεσης».

Εδώ υπονοεί πως ένας βιβλιόφιλος δεν είναι κατ’ ανάγκην και αναγνώστης. Μπορεί να έχεις το σπανιότατο και αστρονομικής αξίας αντίτυπο της πρώτης βίβλου που τυπώθηκε ποτέ, δηλαδή της Βίβλου του Gutenberg των 42 γραμμών, και να μην το έχεις διαβάσει ποτέ είτε εξαιτίας του φόβου της φθοράς του βιβλίου κατά την ανάγνωση, είτε εξαιτίας του ότι η εσωτερική ανάγκη που σε έσπρωξε να το αποκτήσεις ικανοποιήθηκε πλήρως από το γεγονός της απόκτησής του, είτε, τέλος, εξαιτίας του ότι βλέπεις ένα βιβλίο μονοσήμαντα ως αισθητικό δημιούργημα και ως καλλιτέχνημα βιβλιοδεσίας και τυπογραφίας και όχι ως ουσία. Οι βιβλιόφιλοι, λοιπόν, είναι φετιχιστές. Εξιτάρονται από τη σπανιότητα, από τη συλλεκτική αξία, από τη δυνητική μυστηριακή αύρα που περιβάλλει ένα παλιό βιβλίο. Ωστόσο, όπως τονίζει ο Eco, ο βιβλιόφιλος δεν ταυτίζεται με το συλλέκτη, μολονότι οι ομοιότητες που τους συνδέουν είναι πολλές. Ο συλλέκτης είναι κάποιος που συγκεντρώνει γύρω του κάθε αντικείμενο, ασχέτως ομοιογένειας, που έχει σχέση με ένα συγκεκριμένο θέμα. Επίσης, ο συλλέκτης ανυπομονεί να ολοκληρώσει τη συλλογή του και απ’ τη στιγμή που θα την ολοκληρώσει παύει να ενδιαφέρεται γι’ αυτή. Αντίθετα, ο βιβλιόφιλος ενδιαφέρεται μόνο για σπάνια βιβλία, ή, έστω, βιβλία κάποιας αξίας και το πάθος του είναι ακόρεστο. Δεν εύχεται να τα συγκεντρώσει κάποια στιγμή όλα, παρά ελπίζει να συνεχιστεί η περιπέτεια της αναζήτησης όσο περισσότερο είναι δυνατό.

Σ’ αυτό το σημείο ζητώ a priori να με συγχωρήσετε που παίρνω την πρωτοβουλία να δώσω ένα δικό μου παράδειγμα διάκρισης βιβλιόφιλου – συλλέκτη: Ο βιβλιόφιλος έχει ως μοναδικό σκοπό της ζωής του να βρει ένα σπάνιο αντίτυπο του… “Harry Potter” και θα κινήσει γη και ουρανό για να το βρει, θα σπάσει βιτρίνες προθηκών για να το αποκτήσει πριν την πρώτη του διάθεση στο κοινό. Για το συλλέκτη, όμως, που θα αποφασίσει να κάνει μια συλλογή του “Harry Potter”, το βιβλίο είναι ένα μόνο στοιχείο της συλλογής του. Αυτός, αντιθέτως, θα κινήσει γη και ουρανό, θα φέρει τα πάνω κάτω, θα γυρίσει τον κόσμο από την καλή και από την ανάποδη προκειμένου να συγκεντρώσει κάθε αντικείμενο επί της γης σχετικό με τον ήρωά του: στυλό, μολύβια, κύπελα, ραβδιά, κασετίνες, μποξεράκια, προφυλακτικά, δονητές και ό,τι άλλο έχει σκαρφιστεί η «βιομηχανική παραγωγή μαγείας». Για όποιον εκνευρίστηκε με τα λόγια μου, του συνιστώ να έχει περισσότερη υπομονή και να ΜΗΝ διαβάσει το βιβλίο του Umberto Eco.

Η ανάλυση περί βιβλιοφιλίας είναι τόσο εκτενής κι εμπεριστατωμένη που ο αναγνώστης τίθεται ενώπιον μιας πλειάδας αδόκιμων νεολογισμών, επιτυχείς κι εύστοχες μίξεις ψυχο-κοινωνικών και φιλολογικών όρων. Έτσι, μαθαίνει κανείς για τις πολύ σημαντικές διαφορές μεταξύ βιβλιόφιλουβιβλιομανήβιβλιοπόντικα. Μαθαίνει να ξεχωρίζει το κείμενο από το «επί-κείμενο», το «περί-κείμενο» και το «παρα-κείμενο». Ειδικά σε ό,τι αφορά στην τελευταία διάκριση δεν ξέρω αν αυτοί οι όροι είναι κατοχυρωμένοι και δόκιμοι στο χώρο του βιβλίου, ωστόσο, μπορώ να ομολογήσω πως βρήκα τη διάκριση αυτή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γιατί με έκανε να δω με άλλο μάτι και να εκτιμήσω με περισσότερη προσοχή το μικρόκοσμο ενός βιβλίου που ως τότε θεωρούσα ως μια ενιαία σύνθεση, μια αδιάσπαστη ολότητα (κάτι σαν το αδιάσπαστο άτομο στην αρχαιότητα). Με μια ευχάριστη έκπληξη διαπίστωσα πως το βιβλίο έχει εξώφυλλο (εμπροσθόφυλλο και οπισθόφυλλο) που κάποιες φορές είναι σπάνια καλλιτεχνήματα αφ’ εαυτών. Επίσης, πολλά βιβλία έχουν διπλωμένα «αυτιά εξωφύλλου» στα οποία φιλοξενείται συνήθως μια σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και επιλεγμένες θετικές κριτικές για το έργο από έγκριτους λογοτεχνικούς φορείς. Ένα βιβλίο έχει πρόλογο, εισαγωγή, ή κριτική. Σπάνια μπορεί να διαθέτει κολοφώνα και προμετωπίδα, errata (παροράματα), αριθμημένους πίνακες, γοτθικές λετρίνες στην αρχή κάθε κεφαλαίου, entrelacs κβαντομηχανικής αρχής, βινιέττες με αλληλοσυμπλεκόμενες περικοκλάδες στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Και ας μην ξεχνάμε τα αντίτυπα εκείνα που διαθέτουν ξυλογραφίες κάποιου επώνυμου καλλιτέχνη.

Ως προς το τελευταίο, ομολογώ ότι λυπάμαι λίγο που ο Umberto Eco αναλίσκεται στην εξεζητημένη περίπτωση των ζωγραφικών πινάκων του “Amphitheatrum Sapientae Aeternae” του Heinrich Khunrath στην έκδοση Χανάου του 1609, θέμα που άπτεται περισσότερο του ενδιαφέροντος κάποιων εστέτ συλλεκτών βιβλίων (οι οποίοι, εξάλλου, δεν χρειάζονται τον Umberto Eco να τους μιλήσει γι’ αυτά) και δε δείχνει να συγκινείται από παραδείγματα αξιόλογων καλλιτεχνών του 19ου αιώνα, όπως είναι ο Gustave Dore που φιλοτέχνησε με μοναδική ευαισθησία και πρωτοποριακή φαντασία έργα όπως η “Θεία Κωμωδία” του Dante Alighieri, ή το “Paradise Lost” του Milton.

Στα πλαίσια της συζήτησης περί βιβλιοφιλίας, σ’ αυτό το έργο του Umberto Eco, o αναγνώστης μπορεί να βρει και δύο πολύ ενδιαφέροντα κεφάλαια, η κεντρική ιδέα των οποίων προοικονομήθηκε ρητά από το πρώτο εισαγωγικό κεφάλαιο περί «Φυτικής Μνήμης». Αυτά τα κεφάλαια, για τα οποία θα πω λίγα λόγια παρακάτω, είναι τα: “Η Πανούκλα των Ρακών” και “Εσωτερικός Μονόλογος ενός e-book”.

Το πρώτο από αυτά μιλά για μια ζοφερή κατάσταση στο χώρο του βιβλίου, για την οποία πολύ λίγοι γνωρίζουν (τουλάχιστον εγώ δεν το είχα καν διανοηθεί…) Πρόκειται ουσιαστικά για τη «Δευτέρα Παρουσία», τον «Αρμαγεδόνα» των βιβλίων. Η κατάσταση έχει ως εξής: Προ του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα τα φύλλα των βιβλίων κατασκευάζονταν από ένα πολτό παντιοδών ρακών, μιας και ακόμη δεν είχε ανακαλυφθεί η χρήση του φλοιού των δέντρων για το σκοπό αυτό. Εντούτοις, όσο παράλογο και πρωτάκουστο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο, ο Eco μας διαβεβαιώνει ότι τα «βιβλία των ρακών» είναι πολύ πιο ανθεκτικά στη φθοροποιό επίδραση του χρόνου και στο σαράκι παρά τα μοντέρνα βιβλία από φύλλο ξύλου. Τα τελευταία προβλέπεται να μην αντέξουν πέρα από διακόσια περίπου χρόνια, με συνέπειες καταστρεπτικές. Όπως ακριβώς δεν μεταγράφονται ψηφιακά σε μορφή DVD όλες οι ταινίες που ως σήμερα υπήρχαν διαθέσιμες σε VHS βιντεοκασέτες, παρά μόνο εκείνες που θεωρούνται άξιες για ένα τέτοιο κόπο, έτσι και τα σύγχρονα βιβλία που είναι καταδικασμένα να θρυμματιστούν ολοσχερώς και να εξαϋλωθούν ως το τέλος του πρώτου αιώνα της δεύτερης χιλιετίας θα διαλεχτούν και μόνο όσα «αξίζουν» θα επιλεχτούν για να ανατυπωθούν σε ανθεκτικότερες αναστατικές εκδόσεις με χαρτί acid free. Σενάριο εφιαλτικό, ή προοπτική καταθλιπτική; Ομολογώ πως ο Umberto Eco εισάγει «καινά δαιμόνια» που θα φυτευτούν στέρεα στον εύφορο ανυποψίαστο νου του αναγνώστη. Παρότι δεν έχω διασταυρώσει την αλήθεια αυτής επιχειρηματολογίας, εντούτοις, κάτι βαθιά εντός μου με κάνει να πιστεύω στα λεγόμενά του: οπωσδήποτε κάποιος του βεληνεκούς του Eco δε θα διακινδύνευε μια αίωλη άποψη με κίνδυνο τον εξευτελισμό και τη διαπόμπευση. Όπως, λοιπόν, ο Νοστράδαμος προέβλεψε την ακριβή ημερομηνία της ανθρώπινης Δευτέρας Παρουσίας, όμοια και ο Umberto Eco προβλέπει τη Δευτέρα Παρουσία του βιβλίου, τότε που ένα αχνοφύσημα του αγέρα θα κάνει θρύψαλα όλα τα εκατομμύρια βιβλία επί της Γης…

Περνώντας στο θέμα των e-books, πρέπει να αναφέρω ότι σ’ όλο το κείμενο διαφαίνεται μια υπόγεια κι ανομολόγητη «φοβία» του συγγραφέα για την τεχνολογία και το Internet. Μολονότι παραθέτει τα προτερήματα του ηλεκτρονικού λόγου και μιλά ανοιχτά για τα e-books, παρόλα αυτά φροντίζει να κρατά κάποιες αποστάσεις από αυτά, τηρουμένης της ιδιότητάς του ως Ιστορικού και Σημειολόγου του μεσαίωνα. Δε θα ήταν δυνατό ένας τέτοιος μελετητής και ιστοριοδίφης να αποδεχτεί έτσι εύκολα κι αβασάνιστα τη νέα αυτή μορφή βιβλίου… θαρρώ είναι απόλυτα κατανοητό. Στον έξυπνο μονόλογο ενός e-book, ο συγγραφέας μιλά με το «στόμα» (σχήμα λόγου είναι) ενός e-book. Το ηλεκτρονικό αυτό βιβλίο μας λέει για τον εαυτό του, συγκρίνεται με τα άλλα συμβατικά βιβλία από χαρτί και ανοίγει την «ψυχή» του στον αναγνώστη για να του δώσει να καταλάβει ποια ακριβώς είναι η φύση του. Στο τέλος καταλήγει ότι… δεν έχει ψυχή. Μπορεί να περιέχει τα πάντα, να πιάνει λιγότερο χώρο με το μορφή CD, να είναι άυλο, να προσφέρει απλόχερα τη διακειμενικότητα (ήτοι hypertext) μες σε κλάσματα του δευτερολέπτου, να αποθηκεύεται, να μεταφέρεται μες στον κυβερνοχώρο… ωστόσο είναι μια ύπαρξη δυστυχισμένη γιατί, αφού μπορεί να περιέχει τα πάντα, αυτό σημαίνει πως δεν περιέχει και τίποτα συγκεκριμένο, πως το περιεχόμενό του δεν το χαρακτηρίζει, πως απλούστατα με δυο λόγια… δεν έχει ψυχή.

Αφού μίλησα αρκετά εκτενώς για το νέο αυτό βιβλίο του Umberto Eco, θαρρώ πως ήρθε πια η ώρα να κλείσω σιγά – σιγά την παρουσίαση αυτή. Είπα πολλά κι ωστόσο δεν κατέληξα κάπου συγκεκριμένα. Έχω την αίσθηση ότι δεν έδωσα στον υποψήφιο αναγνώστη αυτού του βιβλίου κάτι σταθερό κι ακλόνητο για να πιαστεί και να αποφασίσει.

Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να βγάλω μήτε θετικό μήτε και αρνητικό συμπέρασμα για τούτο το βιβλίο. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, όπως, από την άλλη, δεν μπορώ να πω ότι είναι ανάξιο ανάγνωσης. Ο αναγνώστης που είναι αδαής για τη βιβλιοφιλία και τους καταλόγους βιβλίων θα έχει την ευκαιρία να εξοικειωθεί με το χώρο αυτό. Θα ακούσει να γίνεται λόγος για πολλές λέξεις και έννοιες που ως τότε δεν γνώριζε, όπως αξάκριστο (δεν είναι τίποτε άλλο από το βιβλίο με άκοφτες σελίδες), in folio, incunabolo, errata, marginalia, entrelacs, προμετωπίδα, κολοφώνας και πολλά άλλα. Μπορεί στο τέλος να μετατραπεί και ο ίδιος σε αληθινό βιβλιόφιλο, ή να ανακαλύψει τις υποβόσκουσες αφανέρωτες ως τότε τάσεις βιβλιοφιλίας εντός του. Ίσως δυσανασχετήσει λιγάκι φτάνοντας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο: “Historica”, μιας και εκεί γίνεται λεπτομερής λόγος για έξη συγκεκριμένες εκδόσεις σπάνιων έργων που άπτονται κυρίως του ενδιαφέροντος των επαϊόντων. Από την άλλη μεριά, οι ειδικοί στο χώρο των σπάνιων εκδόσεων, ή ακόμη και όσοι ασχολούνται ερασιτεχνικά με το συγκεκριμένο χώρο, ίσως βρουν αυτό το βιβλίο κενό γράμμα, ανίκανο να τους μιλήσει για κάτι που δε γνωρίζουν, ίσως, πάλι, τους προσβάλλει το εκλαϊκευμένο ύφος του.

Ότι κι αν ισχύει από τα παραπάνω, ένα είναι σίγουρο: Ο Umberto Eco μ’ αυτό του το έργο μιλά άλλη μια φορά με τρόπο απολαυστικά παραστατικό και σε αρκετά σημεία «αριστοφανικό». Είναι χαρά η ανάγνωσή του, ακόμη κι αν το θέμα του δεν ενδιαφέρει και πολύ τον αναγνώστη, ή ακόμη κι αν ο αναγνώστης θεωρεί πως γίνεται πολύς λόγος για το τίποτα και πρόκειται ουσιαστικά για μια φιλολογική προσπάθεια «διύλισης του κώνωπα» σαν κι αυτές που τόσο πολύ ειρωνεύεται ο ίδιος ο συγγραφέας μες στο βιβλίο του, πέφτοντας στην ίδια του την παγίδα.

Αν μου ζητούσαν να παραλληλίσω το ύφος του Umberto Eco με κάποιου δημιουργού από το χώρο του κινηματογράφου, θα επέλεγα τον Pasolini…
__________________________________
Παναγιώτης Σιμιτσής

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Ολυμπιακοί Αγώνες του Πεκίνο



Ιερά σιωπή!
Να ηχήσει όλος ο αιθέρας, η γη, η θάλασσα και οι πνοές των ανέμων.
Όρη και Τέμπη σιγήστε.
Ήχοι και φωνές πουλιών παύσατε.
Γιατί μέλλει να μας συντροφεύσει ο Φοίβος, ο Φωσφόρος Βασιλεύς.
Απόλλωνα, θεέ του ήλιου και της ιδέας του φωτός,
στείλε τις ακτίνες σου και άναψε την ιερή δάδα
για τη φιλόξενη πόλη του Πεκίνο.
Και συ, ω Δία, χάρισε ειρήνη σ' όλους τους λαούς της Γης
και στεφάνωσε τους νικητές του Ιερού Αγώνα.


Τα πεσμένα καταγής μάρμαρα και όσα επέμεναν να στέκουν ακόμη ορθά σε πείσμα των ανελέητων στοιχείων της Φύσης, αναρρίγησαν. Η πρωθιέρεια κοίταζε ευθυτενής με βλέμμα κενό το σκελετωμένο ναό του Δία από το σημείο του Ηραίου όπου έστεκε. Αφουγκραζόταν τη γη, τον ουρανό και τον αέρα σάμπως να περίμενε πως τα λόγια που μόλις είχε απαγγείλει θα έκαναν κάποια εντύπωση στη Φύση γύρω της. Επανέλαβε τα λόγια σιωπηρά εντός της άλλη μια φορά με την παράλογη ιδέα πως έτσι θα ηχήσουν καλύτερα και θα γίνουν αντιληπτά από τα μάρμαρα και το αρχαίο πλάτωμα όπου έστεκε.

«Να ηχήσει όλος ο αιθέρας, η γη, η θάλασσα και οι πνοές των ανέμων» βγήκε η προσταγή από το κούφωμα του στήθους της. Ο αιθέρας, η γη κι η θάλασσα δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά της.

«Όρη και Τέμπη σιγήστε» εξακολούθησε απτόητη. Τα όρη και τα τέμπη ήταν, αλίμονο, πολύ ψηλότερά της για να την ακούσουν. Έμειναν το ίδιο ασάλευτα κι απλησίαστα όπως και πριν. Οι κορυφές τους σιγοψιθύριζαν με τα ουράνια σώματα πληγώνοντας κατάστηθα τον ουρανό.

«Ήχοι και φωνές πουλιών παύσατε». Μάταια. Το πλήθος των κάθε λογής «επισήμων» που σχημάτιζαν θύλακο γύρω από την πρωθιέρεια και το χορό των ιέρειών της δεν έπαψε στιγμή να κινείται με ένα τρόπο εκνευριστικό, εξοργιστικά βέβηλο. Τα πουλιά που υπερίπταντο με ορθάνοιχτες τις φτερούγες τους και κατόπτευαν γεμάτα περιέργεια τα δρώμενα από τα ασφαλή τους ύψη κοροϊδεύοντας με την ψυχή τους την «ιερή» τελετή δεν έπαψαν διόλου τα τιτιβίσματά τους. «Αφού αυτοί εκεί κάτω δεν κάνουν ησυχία γιατί να κάνουμε εμείς;» αποφάσισαν σύψυχα.

Η πρωθιέρεια άρχισε να απογοητεύεται. Για μια στιγμή, μια ασήμαντη, απειροελάχιστη στιγμή, αισθάνθηκε ένα ακράγγιγμα συμπαράστασης στους ώμους της από κάποια αόρατη παρουσία πίσω της. «Μην είναι ο Φοίβος, ο φωσφόρος βασιλέας;» αναρωτήθηκε πλημμυρισμένη με δέος που πήρε να ξεχειλίζει από το μπούστο του πάλλευκου ενδύματός της. Πίστεψε πως άκουσε ένα ήχο αιθέριο, γέννημα ανεπαίσθητης θωπείας των χορδών μιανής μακρινής άρπας. «Εσύ είσαι Απόλλωνά μου; Αχ, ήρθες προς συμπαράστασή μου, ω σεπτέ μου ολύμπιε…» Το άγγιγμα χάθηκε. Δεν ξανάνιωσε τίποτα άλλο παρά μονάχα εκατοντάδες ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω στο κορμί της, στον πτυχωτό μανδύα της, στα σανδάλια, στη χρυσή της πόρπη και στο περιβραχιόνιό της. «Αλίμονο, είμαι μονάχη» πτοήθηκε.

Το κοίλο κάτοπτρο, αφού καταβρόχθισε μυριάδες ηλιακές ακτίνες, τις ξέρασε στη δάδα ανάβοντάς την αμετάκλητα. Η ολυμπιακή φλόγα λικνίζονταν σύγκορμη στον αιθέρα δίχως ο Απόλλωνας, ούτε κανείς άλλος ολύμπιος θεός να βάλει το χεράκι του για να την ανάψει.

Ο Δίας κρυμμένος κάτω από τη σκόνη του άσαρκου ναού του κοιμόταν τον χιλιόχρονο ύπνο της λήθης. Ήταν αργά πια για κείνον. Βρισκόταν σε κώμα από το οποίο δε θα έβγαινε ξανά ποτέ του, ακόμη κι αν ο ίδιος ο θεός Ασκληπιός τοποθετούσε το θεραπευτικό του φίδι πάνω στο κορμί του, ακόμη κι αν όλοι οι μάγοι, οι σαμάνοι και οι μάντεις επιστράτευαν τα ξόρκια που είχαν μαζέψει στις αποσκευές τους στη διάρκεια τριών χιλιάδων χρόνων. «Και συ, ω Δία, χάρισε ειρήνη σ’ όλους τους λαούς της Γης και στεφάνωσε τους νικητές του Ιερού Αγώνα…» Κρίμα που ο φοβερός πατέρας δεν είχε αυτιά να ακούσει τον κύκνειο λυγμό της πρωθιέρειάς του.

Σιωπή τριγύρω… Οι ιέρειες ήταν όλες τους ορφανές…

Η φλόγα ξύπνησε πάνω στο δαυλό με το φουτουριστικό σχέδιο. Όλοι οι παριστάμενοι την αποθαύμασαν. Έμειναν εκστατικοί να τη θωρούν περιμένοντας απ’ αυτή ποιος ξέρει ποια «ιερή» αποκάλυψη. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο με τα δέντρα, τα χορτάρια, το χώμα και τα μάρμαρα του αρχαίου σκηνικού που είχαν αναρριγήσει κατά την αφή της και φανέρωναν μια έκδηλη τάση να απομακρυνθούν απ’ αυτή.

Ω, θεοί του Ολύμπου και ‘σεις στοιχειά του Άδη,
Τι ‘ναι πάλι τούτο το κακό που λάμπει ανάμεσά μας;
Αλίμονο, αποκάμαμε απ’ του θέρους την καταστροφή
Κι άλλη φωτιά να βλέπουμε εμπρός μας δε μπορούμε!
Ανάθεμά σε Προμηθέα για την αποκοτιά σου!
Ανήμποροι στεκόμαστε πάνω στη γη ετούτη
Τις συνέπειες της προαιώνιας κλοπής ακόμη να πληρώνουμε
Με αίμα!

Αυτά είπαν τα δέντρα έντρομα. Κι ακούγοντας την αγωνία τους υπερθεμάτισαν και τα μάρμαρα, όλα τους όσα ήταν πεσμένα καταγής και όσα επέμεναν να στέκουν ακόμη όρθια. Κάποιος κίονας, που το κορμί του ήταν πληγιασμένο από τη φθοροποιό ασβεστοποίηση και ξεφλούδιζε από χίλιες μεριές, θάρρησε πως είδε στ’ όνειρό του τον ίδιο το Δία να κλαίει άλυγμα, παθητικά.

Ω Ζευ, θεέ θεών, του Ολύμπου προκαθήμενε,
Να μας συντρέξεις δεν μπορείς έτσι όνειρο ως είσαι!
Αχ, πόσο πια κακόπεσες και ξέπεσες εμπρός μας,
Απ’ της καινής θρησκείας τη μάνητα αιώνες κατατρεγμένος!
Δες την τη φλόγα σου: να τη! αντίκρυ στο ναό σου τρεμοπαίζει.
Άραγε είναι όμοια σεπτή για τους μωρούς ανθρώπους
Όπως η άλλη… η φλόγα η αλλόδοξη που σύντομα θ’ ανάψει;
Είναι, άραγε, πιότερο «ιερή» η αρχαία Ολυμπία
Απ’ ότι η χώρα εκείνη η μακρινή πιο πέρα απ’ των Φοινίκων;
Κι αν τύχει και συναντηθούν οι δυο ετούτες φλόγες;
Ποια απ’ τις δυο ο ζείδωρος αιθέρας με την πνοή του θα τροφοδοτήσει;

Τη συζήτηση που είχαν πιάσει αναμεταξύ τους τα αρχαία σκέλεθρα διέκοψε απότομα μια αναστάτωση. Μέσα από το πλήθος των ανθρώπων που ήταν συγκεντρωμένοι στο χώρο της τελετής ξετρύπωσε κάποιος που έτρεξε με ορμή προς τον πρόεδρο της διεθνούς ολυμπιακής επιτροπής την ώρα που έβγαζε το καθιερωμένο λογίδριό του. Κρατούσε ένα μικρό πανώ που κάτι έγραφε. Κάποιοι επιτετραμμένοι με την ασφάλεια της τελετής όρμησαν να τον αναχαιτίσουν. Τίποτα και κανένας δεν έπρεπε να διαταράξει την «ιερότητα». Αυτή η αποκοτιά του διαδηλωτή ήταν κάτι παραπάνω από ασέβεια, ήταν η πιο επαίσχυντη βεβήλωση που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ανθρώπου νους! Αλίμονο, τι θα έλεγε ο Φωσφόρος Απόλλωνας! Τι γνώμη θα σχημάτιζε ο Ζευς! Να φανταστεί κανείς πως από την ορμή με την οποία αυτό το ανθρωπάριο εφόρμησε στο χώρο κόντεψε να σβήσει η «ιερή» Φλόγα! Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα η Φλόγα δε θα ένιωθε ποτέ και πουθενά ασφαλής. Η προστασία της ήταν κάτι περισσότερο από εθνικό θέμα: ήταν διεθνής επιταγή!

Η Φλόγα διέτρεξε την Ελλάδα. Πέρασε από δρόμους και λεωφόρους, μπρος απ’ τα μάτια εκστατικών θαυμαστών που κάθε πόρος και κοιλότητα του σώματός τους ανάβλυζε εθνική υπερηφάνεια. Πέρασε πλάι από Goodies, Starbucks, McDonalds, γιγαντιαίες διαφημιστικές αφίσες, γυάλινα κατασκευάσματα σε αρχιτεκτονικό ρυθμό «Βωβού». Έριξε κλεφτές ματιές γεμάτες αποτροπιασμό σε ζητιάνους και παιδιά των φαναριών, χαμογέλασε με το πιο αστραφτερό της χαμόγελο μπρος στις κάμερες, κινητές και σταθερές, που «κάλυπταν» το “event” (έτσι για να μην ξεχνάμε πως οι Ολυμπιακοί είναι μια διεθνής υπόθεση), προσπέρασε σημαιοστολισμένες πρεσβείες και νεοκλασικά κυβερνητικά και τραπεζικά κτίρια και κατέληξε στον αερολιμένα «Ελ. Βενιζέλος» όπου επιβιβάστηκε στην πτήση για να αρχινήσει το μακρινό της ταξίδι ανά τον κόσμο. Αν ζούσε ο Φιλέας Φογκ θα εξανίστατο για το γεγονός πως μια φλόγα χωρίς σώμα και δίχως καν μυαλό θα κατάφερνε να διατρέξει την Υδρόγειο απ’ άκρου εις άκρον σε συντομότερο χρονικό διάστημα! (Είναι πραγματικά ευτύχημα για τον καημενούλη που δε μπορεί να «ξεκολλήσει» από τις σελίδες του βιβλίου του Verne για να δει την ολυμπιακή φλόγα να τον ξεπερνά).

Μονάχα ένα πράγμα στενοχωρούσε τη Φλόγα στη διάρκεια του εξυμνημένου ταξιδιού της: Μια μικρή ομάδα αποτελούμενη από θρασείς και βέβηλους ανθρώπους που είναι διασκορπισμένοι σε «μυστικές οργανώσεις» ανά την Υφήλιο βάλθηκε εφέτος να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να αμαυρώσει την εικόνα της. «Μα, επιτέλους, ποιοι είναι όλοι αυτοί οι ανόητοι ταραξίες;» αναρωτιόταν με τρόμο ανάμικτο με αγανάκτηση κάθε φορά που γλίτωνε την τελευταία στιγμή από κάποιο οργισμένο διαδηλωτή. «Γιατί διαμαρτύρονται; Με ποιο δικαίωμα ορμούν καταπάνω μου με την υπονομευτική πρόθεση να με σβήσουν; Τι είναι τάχα αυτό για το οποίο αξίζει ΕΓΩ να σβηστώ

Και τα έλεγε αυτά η Φλόγα γιατί από όλους εκείνους τους επαρμένους λαμπαδηδρόμους που την κράδαιναν θριαμβικά εκ περιτροπής σα να επρόκειτο να διαβούν τροπαιοφόροι την πύλη της Ρώμης, κανείς δε φρόντισε να την ενημερώσει για τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταστρατηγούνται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Υφηλίου. Κανείς δεν της μίλησε για παιδιά που η σάρκα τους φθίνει μέρα με τη μέρα και γίνεται ένα με τα υποκείμενα οστά, ούτε για τις μανάδες που αποκόβονται από το σπλάγχνο τους για λόγους εντελώς παράλογους. Όταν η Φλόγα περνούσε από τη Μαύρη Ήπειρο της έδεσαν τα μάτια, τάχα πως είχε πολύ ήλιο και κινδύνευε να τυφλωθεί. Υπήρχαν δε κάποιες κατεχόμενες χώρες, οικτρά κατάλοιπα αρχαίων Αυτοκρατοριών της Ανατολής που τόσο καλά κρατούσε σαν πολύτιμο κειμήλιο η Φλόγα στις παιδικές της αναμνήσεις, από τις οποίες δεν πέρασε καθόλου, ή κι αν πέρασε δεν το θυμόταν γιατί ήταν κλεισμένη μες στα σπλάγχνα κάποιου ερπυστριοφόρου σιδερένιου τέρατος στο όνομα της ασφάλειας. Γι’ άλλη μια φορά της απέκρυψαν, επίσης, το γεγονός πως εκεί που θα πήγαινε θα στηνόταν μια οργιώδης εμποροπανήγυρη με πρόφαση την «ιερότητά» της.

Το Πεκίνο την περίμενε σημαιοστολισμένο και παιανικό. Πολύχρωμοι, αρθρωτοί δράκοι με ανθρώπινα πόδια είχαν στήσει χορό κινώντας ταυτόχρονα όλους τους αρμούς τους αλλοπρόσαλλα. Κινέζικα φαναράκια και χάρτινες βαθύχρωμες ομπρέλες στροβιλίζονταν στα χέρια γκεϊσών που το μούτρο τους ήταν καταχωμένο κάτω από τόνους πούδρας και άλικου κραγιόν. Από τις παγόδες αναδύονταν κορδέλες θρησκευτικού καπνού και τα μυξοιδηματικά, οιδαλέα μούτρα των αγαλμάτων του Βούδα ατένιζαν με απάθεια τις μυριάδες του κόσμου που μυρμήγκιζαν κάτωθέ τους.

Η Φλόγα τα ‘χασε. Θυμήθηκε το νησί του Πέλοπα όπου είχε γεννηθεί αρκετές ημέρες πριν υπό την προσταγή της πρωθιέρειας και τη συνεπικουρία των ιερειών της. Προσπάθησε να συγκρίνει τα βουβά μάρμαρα, τα ξεπλυμένα από τον ήλιο μέχρι σημείου ιερής ασηψίας, με το πρωτόφαντο πανηγυριώτικο σκηνικό που αντίκριζε. Μια κινέζα γυναίκα πήρε να τραγουδά κάποιο λαϊκό τραγούδι της Κίνας. Η φωνή της ήταν τόσο τσιριχτή που η Φλόγα… έσβησε.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

'Το Κάστρο στο Δάσος' του Norman Mailer (The Castle in the Forest)





Inter faeces et urinam nascimur”. Ίσως αυτή να είναι η φράση που περιέχει όλη την ουσία. Είναι εγχάρακτη σ’ όλο το μήκος της λογοτεχνικής διαδρομής που ακολουθεί ο αναγνώστης διαβάζοντας τούτο το βιβλίο. “Μεταξύ κοπράνων και ούρων γεννιόμαστε” του λένε όλα όσα διαδραματίζονται ενώπιόν του. Το ίδιο ψιθυρίζουν και όλοι οι μικροί και μεγάλοι ήρωες αυτής της δραματοποιημένης βιογραφίας των παιδικών χρόνων του Αδόλφου Χίτλερ. “Inter faeces et urinam nascimur” επιμένει και ο δαίμων που ξετυλίγει το κουβάρι της διήγησης, αποκαλύπτοντας στον αναγνώστη εξ’ αρχής και απροκάλυπτα την πλήρη του ταυτότητα.

Ο Norman Mailer αποφάσισε να μας εξιστορήσει τα παιδικά χρόνια του Αδόλφου έχοντας κρύψει το πρόσωπό του πίσω από μια μεταφυσική μάσκα και μιλώντας αποκλειστικά και μόνον δι’ αυτής: τη μάσκα ενός δαιμονίου. Δεν πρόκειται, όμως, για δαιμόνιο από εκείνα της ελληνικής αρχαιότητας, οντότητες χθόνιες, ή υποχθόνιες που παίρνουν τους ανθρώπους από το χέρι για να τους πουν κάποιο μυστικό και να τους φυτέψουν καινές ιδέες και σκέψεις, εμπλουτίζοντας το δυναμικό των ήδη υπαρχουσών με την παρέμβασή τους. Όχι, διόλου τέτοιος δεν είναι ο δαίμονας αυτός. Πρόκειται για ένα διαβολάκο, ιεραρχικά μετρίου αναστήματος στην κλίμακα των δαιμόνων της Κόλασης. Είναι ένας δαίμονας υποτακτικός του Σατανά, του “Μαέστρου”, όπως επιμένει να αναφέρεται σ’ ολάκερο το βιβλίο. Ένας ακραιφνής “χριστιανικός” διάβολος επιτετραμμένος με συγκεκριμένη αποστολή, που είναι προγραμμένη και προαποφασισμένη από το αφεντικό του, τον ίδιο το Μαέστρο. Ασκεί ένα επάγγελμα (ναι, επάγγελμα είναι κι αυτό…) με όλους τους όρους και τους κανονισμούς που μπορεί να έχει ένα επάγγελμα. Ο δαίμονας αυτός πρέπει να επιτελέσει το καθήκον του στο ακέραιο. Έχει υποχρεώσεις, χρονοδιαγράμματα, ατζέντα. Ενορχηστρώνει μια ολόκληρη ομάδα από κατώτερους υπαλλήλους – δαίμονες τους οποίους αφήνει στο πόδι του όποτε τα καθήκοντά του γίνονται δυσβάσταχτα. Τι να κάνει; Οι ανθρώπινοι στόχοι είναι πολλοί και ο “Μαέστρος” απαιτητικός. Αν κάτι πάει στραβά στην αποστολή του κινδυνεύει άμεσα με υποβιβασμό.

Φορτωμένος με όλα τα εφόδια της ειρωνείας και του κωμικού, πάνοπλος από την κεφαλή ως τα νύχια με ευτράπελη διάθεση αναμεμιγμένη θανάσιμα με την πιο ταιριαστή αναλογία αδιόρατης δραματικότητας, μίγμα που μετά την έκρηξή του δεν αφήνει παρά μια στυφή γεύση διαβρωτικού ξεπεσμού στον αναγνώστη, ο δαίμων–Norman Mailer ξεκινά την αφήγησή του από την απαρχή. Από τις ρίζες της καταγωγής του Αδόλφου Χίτλερ, ίσα με τρεις γενιές πίσω. Στην παγκόσμια λογοτεχνία είθισται η de facto παραδοχή του μεταφυσικού στοιχείου όταν έχουμε να κάνουμε με βιωματικές εξιστορήσεις μεγάλων προσωπικοτήτων διεθνούς εμβέλειας. Από τους βίους των Αγίων στα μεσαιωνικά μοναστηριακά χειρόγραφα, μέχρι τον Faust του Goethe, από το μύθο του βασιλιά Αρθούρου στο έργο του Geoffrey of Monmouth του 12ου αιώνα, ως τη βιογραφία του συνθέτη Αντριάν Λέβερκυν όπως τη διηγήθηκε ο Tomas Mann, από την αρχαία ελληνική μυθολογία ως το σκοτεινό απόηχό της στη μορφή των sagas της Σκανδιναβίας, παντού οι μεγάλες ιστορικές, ή μυθικές προσωπικότητες που γνώρισε η ανθρωπότητα στο διάβα των αιώνων έχουν να επιδείξουν κάτι το ανερμήνευτο και μεταφυσικό στο βίο τους. Η παρουσία αγαθών, ή σκοτεινών δυνάμεων στο πλευρό μοναδικών ανθρώπων ανέκαθεν έθελγε τους φαντασιοκόπους και δεν άφηνε ανεπηρέαστους μήτε τους ψυχρότερους ιστοριοδίφες. Ανθρώπινος εγωισμός; Αταβιστική θρησκοληψία; Ποιος ξέρει… Ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τα αγαθά (ή, κάποτε, τα σατανικά) χαρίσματα μιας ξεχωριστής προσωπικότητας. Προτιμά να πιστεύει στο θείο, ή στο σατανικό, να ορχείται σε ορφικό όργιο, να τρέχει πίσω από τραγόποδες Σιληνούς και τραγοπώγωνες Σατύρους… ελκύεται από ψιθυριστικούς ιάμβους μιας προαιώνιας μυστηριακής χορωδίας που πιότερο την υποψιάζεται με τεταμένες τις αισθήσεις του παρά τη συνειδητοποιεί. Το πώς διαβόλοι, τριβόλοι και εξαποδό ενσαρκώνονται στο σώμα της Ιστορίας, το πώς το Κακό μετουσιώνεται σε Χάρισμα, το πώς το μυστηριακό μεθίσταται σε πραγματικότητα, ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος κάθε κύκλου που η ίδια η Κόλαση διαβρέχει μέρος της περιφέρειάς του… όλα αυτά μαζί αποτελούν ένα αίνιγμα και, συνάμα, την αλάνθαστη συνταγή της επιτυχίας. Όταν μια ιστορία (εν προκειμένω, μια βιογραφία) εμπλουτίζεται με τα στοιχεία αυτά, τότε γίνεται αιώνια.

Ο Norman Mailer το γνωρίζει καλά αυτό και δε διστάζει να το χρησιμοποιήσει. Έχει αναλάβει να χειριστεί επιδέξια δύο θέματα ταυτοχρόνως: την αιμομιξία και τη σατανική επιρροή. Ο “Μαέστρος” οσμίζεται την πιθανή αιμομικτική καταγωγή του μικρού Αδόλφου (του Άντι, όπως επιμένει να τον αποκαλεί ο συγγραφέας αμερικανιστί) και στέλνει το κατώτερο όργανό του, το δαίμονα, να προλειάνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα βαδίσει αυτή η διαφαινόμενη ιστορική προσωπικότητα προκειμένου να καταλήξει να γίνει ο Χίτλερ που γνώρισε αλγεινά η Ανθρωπότητα. Όμοια όπως οι Μοίρες επισκέπτονται το νεογέννητο από τα γεννοφάσκια του και καθορίζουν το μέλλον του, έτσι κι εδώ ο δαίμονας πρέπει να “σχεδιάσει” όσο καλύτερα μπορεί το μέλλον του Άντι. Το “Σχέδιο” έχει καταστρωθεί στα πυρωμένα κατάβαθα της Κόλασης. Εντούτοις, τίποτα δεν είναι βέβαιο. Ο καλός Θεός (το αντίπαλο στρατόπεδο τον αποκαλεί ειρωνικά “Dummkopf”) και οι στρατιές των αγγέλων του (οι “ραβδούχοι”) παραμονεύουν σε κάθε βήμα. Αν κάτι πάει στραβά, το “Σχέδιο” θα καταδικαστεί σε αποτυχία και όλες οι προσπάθειες του δαίμονα θα… πάνε κατά διαόλου...

Οι ρίζες του μικρού Αδόλφου είναι θαμμένες στέρεα μες στην Αυστριακή επαρχία στις αρχές του 19ου αιώνα, όπου η απομόνωση και το χαμηλό βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο πυροδοτούν στον αγροτικό πληθυσμό μια αλυσίδα από αιμομικτικές ενώσεις. Νόθα παιδιά ξεφυτρώνουν από τη συνένωση αδερφών μεταξύ τους, ή γονέων με τα παιδιά τους. Θείοι παντρεύονται τις ανιψιές τους, πατεράδες τις κόρες τους. Για να τελεστούν τέτοιοι ανίεροι γάμοι σβήνονται, ή παραχαράσσονται τα ληξιαρχικά αρχεία, ζητούνται εκκλησιαστικές άδειες από επισκόπους και καρδιναλίους, γίνονται σιωπηρά αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ των συγγενών που δένονται με όρκους σιωπής. Οι ανθρώπινες σχέσεις ζυμώνονται μες στην ενοχή και τον αποτροπιασμό, μια ζύμωση που προκαλεί στον αναγνώστη ίλιγγο, τον κάνει να ξεχειλίσει από αγανάκτηση. Προϊόν αιμομιξίας ήταν ο πατέρας του Αδόλφου Χίτλερ, Αλόις. Όμοια προϊόν αιμομιξίας έμελλε να είναι και ο μικρός Άντι. Ενώπιον του αναγνώστη ξανοίγεται ένα μουχλιασμένο τοπίο, άνθρωποι αναγκεμένοι, ζωές που ξεφυτρώνουν απ’ το μουχλιασμένο χώμα μιας στέρφας γης και μονομιάς συμπαρασύρονται από τη δίνη παράνομων συνουσιών κι ανομολόγητων παθών. “Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα” λέει μια λαϊκή ρήση. Ο συγγραφέας χτίζει πάνω σ’ αυτό το θεμελιώδες μοτίβο. Η αιμομιξία χρησιμεύει σταθερά σα λυδία λίθος για την προγραμμένη πορεία της οικογένειας Χίτλερ.

Στη ναζιστική Γερμανία του ’30 το “Όραμα” είχε συλληφθεί. Ο ναζιστικός προπαγανδιστικός μηχανισμός είχε μπει σε λειτουργία και τα καλολαδωμένα του γρανάζια περιστρέφονταν αέναα γύρω από τον άξονα του Φύρερ. Η μοίρα του έθνους είχε μπει στη σταθερή τροχιά της με κατεύθυνση την αιωνιότητα και το μεγαλείο. Η Γερμανία είχε ανάγκη από ένα “Υπεράνθρωπο”. Ο δεύτερος ισχυρότερος άνθρωπος του καθεστώτος, ο Χάιμλιχ Χίμλερ, απεργαζόταν την ιδέα της αιμομιξίας με σχεδόν “επιστημονικό” ενδιαφέρον. Μονάχα δυο όμοια γεννητικά υλικά μπορούν να δώσουν γέννηση σ’ ένα τρίτο με επαυξημένες (σχεδόν διπλασιασμένες) τις θετικές ιδιότητες των δύο πρώτων. Μονάχα ένας “αιμομικτίδης”, σαν προϊόν της συνένωσης δύο όμοιων γεννητικών υλικών, έχει την πιθανότητα να γίνει ο “Υπεράνθρωπος”. Η ιδέα ότι ο Χίτλερ ήταν προϊόν αιμομιξίας έπαιρνε να εξαπλώνεται. Οι φήμες είχαν αφεθεί να διατρέχουν τη Γερμανία απ’ άκρη σ’ άκρη, όμοια όπως ξαμολιούνται τα κυνηγόσκυλα μόλις τα αφήσει το αφεντικό τους ελεύθερα. Με αφορμή αυτές τις φήμες ξεκινά ο Norman Mailer την αφήγησή του. Παίρνει την ιστορία από την αρχή, από τη ρίζα του κακού: τη γιαγιά του Αδόλφου, Μαρία–Άννα που οι φήμες θέλουν να έχει κάνει νόθο παιδί από την παράνομη συνένωσή της με τον ίδιο της τον αδελφό. Το προϊόν της αιμομιξίας λέγεται Αλόις Σίκλγκρουπερ, που θα μετονομαστεί σε Αλόις Χίντλερ και θα γραφτεί στην ιστορία ως ο πατέρας του Αδόλφου Χίτλερ, από τον τρίτο του γάμο με την ίδια του την κόρη, την Κλάρα Πελτσλ. Η Κλάρα δε θα μάθει ποτέ την αληθινή φύση της συγγένειάς της με τον άντρα της, μιας και τα ληξιαρχικά αρχεία είχαν ήδη τροποποιηθεί όταν εκείνη ήταν μόλις μωρό. Η Κλάρα θα μείνει να πιστεύει πως ο Αλόις είναι θείος της, ενώ ένα αγκάθι βαθιά εντός της θα την κεντρίζει πάντα με μια σκοτεινή, ανεξήγητη υποψία ότι η συγγένειά τους είναι κάτι παραπάνω από αυτό.

Ο δαίμονας–φύλακας της οικογένειας παρακολουθεί τη ζωή τους εκ του σύνεγγυς. Μετέρχεται ποικίλων μεθόδων και μέσων για να θέσει τις βάσεις της προσωπικότητας του μικρού Άντι. Ο Mailer καταναλίσκει ολόκληρα κεφάλαια για να περιγράψει τις μεθόδους αυτές δια στόματος του ίδιου του δαίμονα. Μια από αυτές, η λεγόμενη “ονειροχάραξη” ίσως βάλει τον αναγνώστη σε σκέψεις…

Ο δαίμονας–φύλακας παρακολουθεί τους Χίτλερ αδιάλειπτα, εξόν από κάποιες στιγμές που τα σύγχρονα καθήκοντά του τον αναγκάζουν να λείψει για λίγο από το αγρόκτημα στο Χάφελντ κοντά στο Λιντς όπου ζει η οικογένεια Χίτλερ, προκειμένου να παραστεί σε σημαντικότερα γεγονότα εκείνης της εποχής. Ένα τέτοιο γεγονός, για το οποίο ο συγγραφέας ανοίγει μια μεγάλη παρένθεση στην κύρια εξιστόρηση, είναι η στέψη του Τσάρου Νικολάου Β’ της Ρωσίας (του Νϊκι, όπως τον αποκαλεί ευτράπελα). Ο δαίμονας πρέπει να παραστεί με όλη τη συνοδεία του από κατώτερα δαιμόνια για να βάλει τη σφραγίδα του Κακού σ’ αυτό το παγκοσμίως καθοριστικό γεγονός. Οι άγγελοι – “ραβδούχοι” του Dummkopf είναι κι εκείνοι παρόντες. Στην ανθρώπινη διπλωματία επιπροστίθεται με άφθονο χιούμορ από την πλευρά του συγγραφέα και η μεταφυσική διπλωματία ανάμεσα στις δυνάμεις του Καλού και του Κακού. Η ώσμωση ανάμεσα σε ιστορικά γεγονότα και σε μεταφυσικές παρεμβάσεις, η διαρκής εναλλαγή των εκφραστικών μέσων από το κλασικό λογοτεχνικό ύφος στο ύφος της αμερικάνικης πρόζας του ’70 (όπως μας είχε συνηθίσει ο συγγραφέας με τα έργα του “Οι Στρατιές της Νύχτας” και “Το Όραμα της Ηδονής”) ανταμείβουν τον αναγνώστη που είναι οπαδός του είδους.

Ο συγγραφέας φαίνεται να ακολουθεί την πεπατημένη (και για τούτο δοκιμασμένη κι ακίνδυνη) οδό της κλασικής λογοτεχνίας του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, το ύφος της οποίας διαπνέεται από την αυστηρά χρονολογική διαδοχή των γεγονότων της πλοκής, καθώς και από τη χαρακτηριολογική τεκμηρίωση των ηρώων μέσω των καταστάσεων που προηγήθηκαν της γέννησης και της ενηλικίωσής τους. Το δόγμα έχει ως εξής: Τα φαντάσματα του παρελθόντος υφέρπουν και στοιχειώνουν το παρόν. Η πίστη σ’ αυτό το δοκιμασμένο αφηγηματικό μοτίβο από την πλευρά του συγγραφέα κάθε άλλο παρά αρνητικά χρωματίζει το έργο. Ο Norman Mailer φαίνεται να νιώθει σίγουρος για την επιλογή του. Μόνο έτσι μπορεί να καταδείξει πλέρια και δίχως περιττά υφολογικά τεχνάσματα και ακροβασίες την ανθρώπινη φύση ενός ανθρώπου του οποίου η δράση έμελε να χαράξει αναντιστρεπτά την παγκόσμια Ιστορία. Τα γεγονότα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου θα πείσουν την ανθρωπότητα για την τερατομορφία και την απανθρωπιά του Αδόλφου Χίτλερ. Η “ιερή σκόνη” με την οποία ο Χρόνος σκεπάζει τα περασμένα θα κάνει τον Χίτλερ να μοιάζει εφεξής με τερατούργημα, με αποτρόπαιο ανοσιούργημα, με οντότητα δίχως ρίζες, αγέννητη… σχεδόν ένας “μη–άνθρωπος”.

Ο συγγραφέας θέλει να διώξει αυτή την ιερή ιστορική σκόνη από τον ήρωά του. Έχει στοιχηματίσει πως κάτω από το μοχθηρό, άκαμπτο περίβλημα κρύβεται ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που, όπως όλοι οι άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο, έχει ρίζες, καταγωγή, γονείς και παιδικά βιώματα. Γι’ αυτό και η διήγηση σταματά πριν τον όλεθρο του πολέμου, πριν η Ιστορία κλέψει το παιδί από τη θαλπωρή του γονεϊκού του περιβάλλοντος και της παιδικής αθωότητας για να το ρίξει στη δίνη του κυκεώνα της, δίχως πιθανότητα επιστροφής. Ο συγγραφέας θα σωπάσει προτού φέξει η αυγή της ενηλικίωσης. Μόνο έτσι μπορεί να φωτίσει τον άνθρωπο–Αδόλφο. Μόνο έτσι μπορεί να μιλήσει για την ανθρώπινη πτυχή της αινιγματικής φύσης του ήρωά του. Σα θαυματοποιός, όπως οφείλει να είναι κάθε συγγραφέας, βγάζει από το μαγικό του ημίψηλο καπέλο ένα καλειδοσκόπιο και το στροβιλίζει υπνωτικά μπρος στα δύσπιστα μάτια του αναγνώστη. Έχει δύσκολη αποστολή. Το κοινό του είναι προκατειλημμένο κι ο ήρωάς του από καιρό δεδικασμένος και καταδικασμένος. Θα μας ταξιδέψει πίσω στο χρόνο. Οι φωτογραφίες σέπια παίρνουν να χρωματίζονται, να ζωντανεύουν… Οι πρόγονοι του Αδόλφου Χίτλερ ξεπηδούν απ’ την ανυπαρξία και παίρνουν μορφή. Είναι γνήσιοι άνθρωποι της Αυστριακής επαρχίας σε μια εποχή παρακμιακή που πνέει τα λοίσθια…

Το “Κάστρο στο Δάσος” δεν είναι άλλο από το Waldviertel, μια περιοχή στα βόρεια του Δούναβη, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ετυμολογικά “δασική περιοχή”. Εκεί βρίσκονται τα χωριά Σπιτάλ και Στρόνες. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε η γιαγιά του Άντι, η Μαρία–Άννα… η αρχή του αιμομικτικού κύκλου… η αρχή του “κακού”. Από αυτή κι έπειτα, όλοι οι απόγονοι θα γεννιούνται… “inter faeces et urinam”.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου μένει τελικά μια απορία να κρέμεται στις άκρες των χειλιών. Ο αναγνώστης ψάχνει να βρει ποιος είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, νιώθει μπερδεμένος. Άλλα πίστευε αρχικά και άλλα προέκυψαν… Γιατί, εν τέλει, ο Αδόλφος Χίτλερ κάθε άλλο παρά ο πρωταγωνιστής είναι, αντίθετα με όσα προαγγέλονταν πρελουδιακά. Αλίμονο, δεν είναι ούτε καν δευτεραγωνιστής. Μοιάζει πιότερο με ένα μικρό σκιάχτρο που διαμορφώνεται στο παρασκήνιο. Το προσκήνιο καταλαμβάνεται από τα έργα και τις ημέρες του πατέρα του, του Αλόις, συνταξιούχου τελωνιακού της Αυτού Μεγαλειότητας, του Αυτοκράτορα της Αυστρίας. Τη δική του πορεία παρακολουθεί ο αναγνώστης καθ’ όλο το μήκος και το πλάτος της διήγησης. Περιμένει τη διήγηση να περάσει στο δεύτερο επίπεδο: εκείνο του Αδόλφου, μα, αλίμονο, ελπίζει μάταια. Τη στιγμή που τέλεψα με το βιβλίο σήκωσα το βλέμμα στον αντικρινό τοίχο. Εκεί αχνοχαράχτηκε η μορφή του Mailer. Μού ‘κλεισε πονηρά το μάτι και από το σκοτεινό χάσμα των μισάνοιχτων χειλιών του μου ψιθύρισε: «Τι περίμενες από ένα “δαίμονα”… σε ξεγέλασα…»


Παναγιώτης Σιμιτσής

____________________________

Πληροφορίες για το βιβλίο:

Τίτλος στα ελληνικά: Το Κάστρο στο Δάσος

Τίτλος πρωτοτύπου: The Castle in the Forest

Συγγραφέας: Norman Mailer

Μετάφραση: Ιλάειρα Διονυσοπούλου

Εκδόσεις: Καστανιώτη

Σειρά: Συγγραφείς απ' όλο τον Κόσμο

Έτος έκδοσης: 06/2007

ISBN: 978-960-03-4480-6

Σελίδες: 525

_______________________________

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Παραμύθι: Ο σκαντζόχοιρος και η αχινούλα (Γ' μέρος)


"Λοιπόν, κι αν είπαμε και καμιά κουβέντα, νερό κι αλάτι!" πρόσθεσε ο Ζακ δίνοντας μια και βουτώντας σε μια αλμυρή λακκουβίτσα, τινάζοντας στάλες ολόγυρα. "Ελπίζω να γίνουμε φίλοι!"



"Χαίρομαι που το λες αυτό", είπε ο Ζήσης. "Κι εγώ το ελπίζω."
"Ωραία, και μια που ήρθες, κάτσε να σου φωνάξω την Άλι να τα πείτε!"
"Την. . . την Άλι;"
"Ναι, κάτσε, κάπου εδώ ήτανε. . . Πού πήγε, ρε παιδιά;"
"Να΄τη, εκεί κάτω!" έδειξε ένας απ΄ τους φίλους του. "Στο βράχο!"
"Α, ναι! Να, Ζήση, τη βλέπεις; Άλι! Άααλι! Μ΄ ακούς; Κοίτα ποιος ήρθεεε!"






"Γεια σε όλους!" ακούστηκε η φωνή του Αλφόνσου καθώς ξεπρόβαλλε από το διπλανό βραχάκι. "Τί γίνεται; Α, γεια σου Ζήση, πώς από ΄δω;"









Ο Ζήσης ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Είχε μείνει με το βλέμμα κολλημένο στο μακρινό εκείνο σκόπελο, κι από το καρδιοχτύπι του έσφυζε ολόκληρος. Η Αλεξάνδρα ήταν εκεί μαζί με τέσσερις φίλες της, και μόλις άκουσε τα φωνάγματα του Ζακ, γύρισε προς το μέρος τους και τους κοίταξε.
"Κοίτα ποιος ήρθε!" φώναξε ο Ζακ δείχνοντας προς τα πάνω με τ΄ αγκάθια του. "Κοίτα! Ο Ζήσης!"




Ο Ζήσης κόντευε να λιώσει από τον έρωτα καθώς την κοίταζε. Στ΄ αυτιά του κελαηδούσαν ρομαντικές μελωδίες. Η Αλεξάνδρα του ήταν ακόμα πιο όμορφη εκείνη τη μέρα. Είχε βάψει τα χείλη της με κραγιόν και φορούσε ένα μαντίλι από ένα χλωρό κόκκινο φύκι. Έμοιαζε με θεά της θάλασσας, και ο Ζήσης μαγεύτηκε μονομιάς στο αντίκρισμά της.



Στο μεταξύ οι φίλοι του στο πευκοδάσος είχαν αποφασίσει ότι δε γινόταν να συνεχιστεί η πρόβα χωρίς εκείνον. Η φωνή του ήταν πολύ σημαντική. Αγανακτισμένοι ξεκίνησαν να πάνε να τον βρουν. Όλοι μαζί πήραν το δρόμο για την παραλία, και η Παυλίνα ήταν η πιο αγχωμένη απ΄ όλους τους, σα να είχε ένα άσχημο προαίσθημα.






Ο Ζακ είχε συνεννοηθεί από πριν με την Αλεξάνδρα λέγοντάς της ότι ήθελε να κάνει μια πλάκα στο Ζήση, κι εκείνη με τις φίλες της είχανε συμφωνήσει με χαζογελάκια. Άλλωστε στην Αλεξάνδρα άρεσε να δείχνει στις άλλες αχινούλες τί ήταν διατεθειμένα να κάνουν για το χατίρι της τ΄ αγόρια. Φόρεσε μονομιάς το πιο αθώο χαμόγελό της και πετάρισε πάλι με γλύκα τα αχινοβλέφαρά της.



"Ζήση!" φώναξε τρυφερά. "Ζήση μου, τί κάνεις; Πού ήσουνα, μου έλειψες!"
"Γεια. . . γεια σου. . . Αλεξάνδρα. . .", έκανε εκείνος ξεροκαταπίνοντας.
"Σε σκεφτόμουνα συνέχεια χθες!" φώναξε η Αλεξάνδρα παθιάρικα, σκουντώντας τις φιλενάδες της που είχαν αρχίσει να χαχανίζουν κοροϊδευτικά. "Το βράδυ σε είδα στον ύπνο μου!"
"Αλή. . . αλήθεια;" έκανε ο Ζήσης κατακόκκινος. "Κι εγώ σε σκεφτόμουνα. . ."
"Τί είπες;" φώναξε η Αλεξάνδρα. "Είσαι πολύ μακριά, δε σ΄ ακούω!"
"Λέω. . . κι εγώ σε σκεφτόμουνα. . ."
"Δε σ΄ ακούω, δε σ΄ ακούω! Έλα λίγο πιο κοντά!"



"Γιατί δεν πας εκεί να της μιλήσεις;" πρότεινε ο Ζακ κοιτάζοντάς τον. "Πέσε και κολύμπα, δεν είναι κρύο το νερό!"
"Ναι, ναι, πήγαινε να της μιλήσεις!" άρχισαν να φωνάζουν κι οι άλλοι αχινοί, παροτρύνοντάς τον. "Πήγαινε εκεί, αφού βλέπεις ότι σε θέλει!"
"Πήγαινε, πήγαινε! Μη χάνεις την ευκαιρία!"
"Ζήση μου, έλα κοντά μου!" φώναξε πάλι η Αλεξάνδρα. "Έλα, σε περιμένω!"
"Τί του λέτε τώρα του παιδιού;" μπήκε ξαφνικά στη μέση ο Αλφόνσος. "Ζήση, μην τους ακούς, είναι επικίνδυνο!"
"Δεν είναι επικίνδυνο, τί λες τώρα;" φώναξε ο Ζακ. "Είναι πανεύκολο!"
"Δυο μέτρα είναι μόνο!" πρόσθεσε ένας φίλος του.
"Ζήση, έλα!" φώναξε η Αλεξάνδρα.
"Έλα εσύ εδώ, μωρή κότα!" της φώναξε θυμωμένος ο Αλφόνσος. "Ζήση, μην το σκέφτεσαι, είναι πολύ επικίνδυνο!"
"Μην ανακατεύεσαι, Αλφόνσε!" έκανε απειλητικά ο Ζακ.






"Τί προσπαθείς να κάνεις, Ζακ;" φώναξε ο Αλφόνσος αγανακτισμένος. "Το ξέρουμε όλοι ότι έχει ρεύματα εδώ πέρα! Ζήση, μην τους ακούς, μην το κάνεις! Δε γίνεται, θα σε πάρει το ρεύμα!"






Ο Ζήσης όμως δεν τον άκουγε. Τυφλωμένος από τον έρωτά του, μετρούσε την απόσταση και την έβλεπε τιποτένια. Η Αλεξάνδρα του απέναντι του φώναζε να πάει κοντά της με μια φωνή γλυκιά σα ζάχαρη, κι ένιωθε ότι τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον κρατήσει μακριά της.




"Πέ-σε! Πέ-σε! Πέ-σε!" άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά οι αχινοί.
"Ζήση, όχι!" φώναξε ο Αλφόνσος αγχωμένος. "Σταματήστε! Ζήση, έχει πολύ δυνατό ρεύμα, θα πνιγείς!"
"Πέ-σε! Πέ-σε! Πέ-σε!"
"Δεν το πιστεύω! Ζήση, άκουσέ με, ξέρω τί σου λέω!"
"Ζήση μου, θα έρθεις ή όχι;" φώναξε λάγνα η Αλεξάνδρα.









Χωρίς να το σκεφτεί άλλο πια, ο Ζήσης έδωσε μια και πήδηξε στο νερό. Άρχισε να κολυμπάει προς το σκόπελο με όλη του τη δύναμη, ενώ όλοι οι αχινοί και οι αχινούλες ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε αυτάρεσκα, γεμάτη περηφάνια.






Αλλά τότε ξαφνικά, στο μισό της απόστασης, ο Ζήσης συνειδητοποίησε ότι ο Αλφόνσος είχε δίκιο. Το ρεύμα ήταν πολύ δυνατό, του πήγαινε κόντρα και τον έσπρωχνε προς τα πλάγια. Προσπάθησε να το υπερνικήσει, αλλά ήταν αδύνατο. Ήταν πολύ μικρόσωμος, κι όσο κι αν πάλευε με το νερό δε μπορούσε να πλησιάσει περισσότερο το βράχο. Και τότε σιγά σιγά άρχισε να κουράζεται. Το ρεύμα άρχισε να τον παρασύρει.
"Βοήθεια!" φώναξε τρομαγμένος. "Δε μπορώ!"


"Κολύμπα, κολύμπα, χα, χα!" φώναξαν οι αχινούλες ξεκαρδισμένες στο γέλιο. "Χτύπα τα πόδια σου, χτύπα τα!"
"Δε μπορώ, με παρασέρνει! Βοηθήστε με!"





"Ζήση!" φώναξε πανικόβλητος ο Αλφόνσος. "Θεέ μου, όχι! Τί γελάτε, ρε ηλίθιοι; Πρέπει να τον βοηθήσουμε!"
"Αστειεύεσαι; Καλά να πάθει ο βλάκας!" έκανε ο Ζακ περιφρονητικά. "Για να σε δούμε τώρα, χαζοστεριανέ!"
"Κολύμπα! Κολύμπα!"





"Έλα τώρα, Ζήση μου, μη μ΄ απογοητεύεις!" φώναξε ειρωνικά η Αλεξάνδρα. "Κάνε μια προσπάθεια!"
"Δε μπορώ!" φώναξε ο Ζήσης νιώθοντας τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. "Βοήθεια!"




"Τί φωνές είν΄ αυτές;" έκανε παραξενεμένη η Μήτση στο μονοπάτι. "Ακούστε!"
"Ο Ζήσης!" φώναξε ο Ολύμπιος. "Τρέξτε!"
Όρμησαν στην κατηφόρα κι έφτασαν τρέχοντας στην παραλία. Βλέποντας το φίλο τους μέσα στη θάλασσα να παλεύει λαχανιασμένος με το κύμα, τους έπιασε πανικός.
"Ζήση! Ζήση!"
"Κρατήσου! Ερχόμαστε!"
"Βοήθεια!" φώναξε ο Ζήσης πίνοντας νερό από την κούρασή του. "Βοήθεια, βοηθήστε με!"
"Γρήγορα, παιδιά!" φώναξε ο Άρης. "Πιάστε εκείνο εκεί το κλαδί!"




Όλοι μαζί άρπαξαν ένα μεγάλο κλαδί κι ανέβηκαν πάνω σ΄ έναν βράχο που έφτανε ως μέσα βαθιά στο νερό. Το τέντωσαν όσο πιο πολύ μπορούσαν προσπαθώντας να τον φτάσουν.
"Πιάσ΄ το!" του φώναξε ο Άρης.
"Δε μπορώ!"
"Μπορείς, πιάσ΄ το!"
"Έλα, Ζήση!"
"Δε μπορώ, δε φτάνω!"
"Λίγο ακόμα! Λίγο ακόμα και τα κατάφερες!"
"Ζήση, πρόσεχε!" φώναξε ξαφνικά έντρομος ο Αλφόνσος. "Πίσω σου!"



Την ίδια στιγμή ξεπετάχτηκε από το βυθό της θάλασσας ο Ζαφείρης το χέλι. Σκίζοντας αστραπιαία το νερό όρμησε καταπάνω στο Ζήση με ανοιχτά τα σαγόνια του, έτοιμος να τον αρπάξει. Ο Ζήσης άφησε μια κραυγή τρόμου και με μια γενναία προσπάθεια κολύμπησε πλάγια, καταφέρνοντας να γλιτώσει στο τσακ.
"Πιάσ΄ το, Ζήση!" φώναξε ο Σπύρος τεντώνοντας ακόμα παραμέσα το κλαδί, κινδυνεύοντας τώρα να πέσει κι ο ίδιος στο νερό. "Έλα!"
"Πιάσ΄ το!" φώναξε κι ο Άρης καταϊδρωμένος από την αγωνία του.
"Έλα, Ζήση!" φώναξε με δάκρυα η Παυλίνα. "Σε παρακαλώ, πιάσ΄ το!"







"Άφησέ τον, Ζαφείρη!" φώναξε ο Αλφόνσος εξαγριωμένος. "Φύγε από ΄κει, άσ΄ τον ήσυχο!"






Οι αχινοί και οι αχινούλες είχαν πάψει να φωνάζουν. Παρακολουθούσαν απλώς τα γεγονότα αμίλητοι.


Ο Ζαφείρης έκανε ακόμα μια βουτιά και ρίχτηκε ξανά μπροστά, σίγουρος ότι αυτή τη φορά θα έπιανε στα δόντια του το μικρό σκαντζόχοιρο. Όμως, με όλη του την ανάσα και τη δύναμη, ο Ζήσης κατάφερε να πιάσει την άκρη του κλαδιού. Όλοι μαζί οι φίλοι του το τράβηξαν πίσω βγάζοντάς τον την τελευταία στιγμή από το νερό, και σώζοντάς τον από την ανοιχτή μασέλα που ήταν έτοιμη να τον αρπάξει. Από τη φόρα του ο Ζαφείρης έπεσε πάνω στο βράχο κι έφαγε τα μούτρα του. Άφησε μια κραυγή πόνου και θυμού κι εξαφανίστηκε βρίζοντας στο βυθό.



Τα ζωάκια του δάσους παράτησαν το κλαδί κι έτρεξαν δίπλα στο Ζήση που ήταν πεσμένος πάνω στο βράχο. Λαχανιασμένος και τρέμοντας από το φόβο του εκείνος προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα του.
"Ζήση μου, είσαι καλά;" φώναξε η Παυλίνα αγκαλιάζοντάς τον.
"Τα καταφέραμε!" φώναξε καταχαρούμενος ο Σπύρος. "Μπράβο, Ζήση!"
"Τα κατάφερες!" χοροπηδούσε ο Άρης. "Μπράβο, φίλε!"
"Είσαι ασφαλής τώρα! Ηρέμησε, όλα είναι εντάξει!"
"Σας ευχαριστώ. . . ", ψέλλισε εκείνος βήχοντας. "Μου σώσαστε. . . τη ζωή. . ."
"Αχ, Ζήση μου, τί έγινε; Πώς έπεσες μέσα στο νερό;"

Ο Ζήσης, μόλις συνήλθε λίγο, τους εξήγησε τί είχε συμβεί. Τους τα είπε όλα. Εξοργισμένοι οι φίλοι του έτρεξαν στην άκρη του βράχου κι άρχισαν να πετάνε πέτρες στους αχινούς για να τους εκδικηθούν.




Ένα από τα βότσαλα βρήκε τον Ζακ και του έσπασε τα μισά του αγκάθια, κι ένα άλλο βρήκε την Αλεξάνδρα κατακούτελα και της έκανε ένα τεράστιο καρούμπαλο. Όλοι μαζί έβαλαν τις φωνές και ο ένας μετά τον άλλο βούτηξαν στο νερό για να γλιτώσουν. Ο μόνος που έμεινε πίσω ήταν ο Αλφόνσος.




"Χαίρομαι που είσαι καλά", είπε στο Ζήση μ΄ ένα μεγάλο χαμόγελο ανακούφισης.
"Σ΄ ευχαριστώ που προσπάθησες να με προειδοποιήσεις", του είπε ο Ζήσης μουσκεμένος και στάζοντας. "Ήμουν ανόητος που δε σε άκουσα."
"Τέλος καλό, όλα καλά!" κούνησε τα πλοκαμάκια του ο Αλφόνσος.











Ο Ζήσης γύρισε μαζί με τους φίλους του στο πευκοδάσος. Η Παυλίνα τον σκούπισε καλά μ΄ ένα μεγάλο φύλλο και του φίλησε τη μουσούδα. Κι ύστερα πήγαν όλοι μαζί στην πρόβα της χορωδίας.







Έχοντας πια δει το αληθινό πρόσωπο της Αλεξάνδρας, ο Ζήσης την ξέχασε ολότελα. Έγινε όμως πολύ καλός φίλος με τον Αλφόνσο κι από τότε πήγαινε συχνά στην παραλία να τον δει. Τους αχινούς δεν τους ξαναείδε γιατί δεν τόλμησαν ξανά να βγουν στο βράχο. Φοβούνταν μη φάνε καμιά πέτρα κατακέφαλα. Έμαθε από τον αστερία ότι ο Ζακ κι η Αλεξάνδρα παντρεύτηκαν και χώρισαν γιατί εκείνη κοιμήθηκε με τον καλύτερό του φίλο.





Την αληθινή αγάπη ο Ζήσης την είχε βρει στο πρόσωπο της Παυλίνας. Ήταν πια μαζί, πολύ πολύ χαρούμενοι, και τραγουδούσαν κάθε βράδυ κάτω από τη φεγγαράδα.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.














( Τ Ε Λ Ο Σ )



___________________________________

κείμενο και σκίτσα: Σ. Χατζηνικολάου