Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Το Κάστρο

(Σχεδίασμα σε δεκαπεντασύλλαβο)


Μυριάδες εργαστήκανε για τούτο ‘δώ το Κάστρο.
Χρόνους πολλούς το έχτιζαν, πλουμίσματα το ντύναν,
Έτσι που να ‘ν’ πανώριο κι ακλόνητο συνάμα.
Αλλού λιθάρια βάζανε κι αλλού παραγεμίζαν
Τις τρύπες και τα ρήγματα με μάζες από πλίνθο.
Άλλοτε μαρμαρόχτιζαν τους πύργους του τριγύρω,
Έτσι ως τους πρέπει σε θωριά να λάμπουν στον αιθέρα
Κι άλλοτε ασβεστώνανε με τον μουντό ασβέστη,
Που φλέγεται σαν κέλυφος κάτω απ’ τα μάτια του ήλιου,
Τις πιο απόμερες πλευρές, αθέατες μιας που ‘ναι.

Σαν τα θεμέλια πέσανε και το θηρίο εστήθη,
Τότε ασυλλόγιαστα σ’ ανάστημα να μεγαλώνει πήρε
Για χρόνους απροσμέτρητους σαν πως θαρρούσε θα ‘ναι.
Και κοίταζε τον Ουρανό κι έκρενε για βοήθεια
Να ‘ρχόταν τ’ αστροφέγγαρα τ’ ασήμι τους ν’ αφήσουν
Στη ράχη του για να στραφτοκοπά με πούλιες εξωγήινες,
Κι άλλοτε τον γλαυκό καλόπιανε αιθέρα
Για να του στείλει κτερίσματα από χρυσές ακτίδες
Απά στις πολεμίστρες του να βάλει να χρυσίσουν
Με τη θωριά υπέρλαμπρη εχθρούς ν’ αποθαρρύνει.

Η γης που το περιέβαλε για καρπερή φαινόταν.
Κάλεσε τ’ αγριολούλουδα συστάδες να υφάνουν
Και μαργαρίτες και τριανταφυλλιές, κι υάκινθους και κρίνα
Και βότανα ως τα τότε άγνωρα απ’ τους που τα ξεκρίνουν,
Έτσι που η ατμόσφαιρα ολόγυρ’ απ’ το Κάστρο
Μ’ αρώματα μεθυστικά τη μύτη του περαστικού κατέκλυζε
Και του οφθαλμού του τα όρια για τις μυριάδες χρώσεις
Μ’ εκείνη την ανθοχαρά ηδιστικά ακράγγιζε.

Σαν πληροφορηθήκανε γι’ αυτή την πανδαισία
Και την οργιαστική της οικοδόμησης γιορτή,
Βουνά ανυψωθήκανε τριγύρω από το Κάστρο
Για να το περικλύσουνε μες σε αγκάλης θέρμη,
Ωσάν το ροδαλό μωρό στον κόρφο της μανούλας,
Ορίζοντας εις το εξής ευήνεμο να χαίρει.

Το Κάστρο εκαμώνουνταν χιλιόχρονο πως θα ‘ναι
Και θάρρησε βοήθειας ανάγκη πως δεν είχε.
Μονάχα έστεκε λαμπρό με τους επτά του πύργους
Απ’ όπου εκατόπτευε γύρω τ’ απλά καλύβια
Πού ‘σαν στημένα ίδιος στέφανος τριγύρω απ’ το Κάστρο
Κι εντός τους χόχλαζε η φωτιά
Πως κάστρα μεγαλόπρεπα κι ατά τους θα γινόταν.

Κι ήταν η κουταμάρα του τόσο οικτρά μεγάλη,
Που με τα δέντρα μάλωσε, το χώμα και τα άνθη
Να το στολίζουν και να το μυροβολούν ανάγκη πως δεν είχε.
Με τα βουνά μετρήθηκε, τα όρη και τους κάμπους
Και τον εαυτό του ικανό πιότερο υπολόγισε
Με ποδαριού συλλογισμούς και δειπνοσοφιστίες.
Αγέροχο κι απάνεμο δίχως αυτά θα έστεκε
Πελώριο κι απείραχτο μέχρι στερνής κεραίας
Ώσπου η ώρα θα ‘φτανε που η πλάση θα τελευτούσε
Και θα ‘πνεε τα λοίσθια στο ρόγχο του θανάτου.
Το τέλος του υπολόγιζε έτσι να συνταιριάξει
Με τη στιγμή που ο Κόσμος θα ‘σβηνε, για πάντα θα χανόταν,
Έτσι όπως χάνεται ο καπνός ευθύς εγκλωβισμένος
Στην τσιμεντένια παγωνιά χειμερινού αιθέρα.

Κι ήρθανε χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι
Και τ’ άνθη μαραθήκανε απ’ την αφροντισία.
Το χώμα έστερψε κι αυτό σύνωρα με τα δέντρα
Και τα βουνά λυγίσανε και σπάσαν οι κορφές τους.
Τότε αγέρας λυσιακός εφόρμησε στο Κάστρο
Και έριξε τους πύργους του και χύμηξε στους τοίχους
Τις πολεμίστρες σπάζοντας και ρίχνοντάς τες χάμω.
Και ήρθε και η υγρή βροχή, πλημμύρισε τον κάμπο
Και το νερό σφηνώθηκε στου Κάστρου τα θεμέλια
Τα σάπισε, τα διάβρωσε, τα γέμισε με μούχλα,
Ώσπου να το στηρίξουνε το Κάστρο δεν φθορούσαν.

Το Κάστρο αναστέναξε και βόγκηξε από λύπη,
Τα σπλάγχνα του με μέλαινα χολή επλημμυρίσαν.
Στον Ουρανό απέστρεψε εκκλητικό το βλέμμα
Μα ο ήλιος δεν το κοίταζε και τ’ άστρα ήταν αλάργα.
Έτσι, λοιπόν, αφέθηκε στου ολέθρου τη μανία,
Τη μαύρη Μοίρα δεχόμενο, ανήμπορο να δράσει.

Κι έτσι ερειπωμένο οικτρά ως έτοιμο να πέσει
Στέκει ακόμη σήμερα σε πείσμα των δεινών του.
Γιατί ως Κάστρο πλάστηκε κι η φύση του τ’ ορίζει
Να μένει άγρυπνος φρουρός κι ας έχει πια πεθάνει…



Αφιερωμένο στον εαυτό μου...

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008

'Ο Άνθρωπος Αντιγραφο' (O Homen Duplicado) του Ζοζέ Σαραμάγκου (Jose Saramago)




Τέσσερα κύρια πρόσωπα συνθέτουν την πλοκή αυτού του μυθιστορήματος: Ο Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο (καθηγητής ιστορίας), ο Αντόνιο Κλάρα (δευτεραγωνιστής ηθοποιός του εγχώριου κινηματογράφου), η Μαρία Ντα Παζ (φίλη του Τερτουλιάνο) και η Ελένα (σύζυγος του Αντόνιο Κλάρα, τραπεζική υπάλληλος)... Λυπάμαι…Προέτρεξα χωρίς να το θέλω… είναι και ένα ακόμη πρόσωπο από εκείνα που πολλές φορές υπεισέρχονται σε μυθιστορήματα αυτού του είδους και που δεν ανήκει στα φυσικά πρόσωπα, παρά σ’ εκείνα τα αόρατα, τα υπερβατικά, εκείνα που διεκδικούν μια θέση στην πλοκή δίχως να δίνουν εξηγήσεις για τη σκοτεινή ή μυστηριακή προέλευσή τους και ακόμη χωρίς να ζητούν συγνώμη από τον αναγνώστη για το ότι εμφανίζονται εν αιθρία δίχως ιδιαίτερες συστάσεις κι εξηγήσεις: είναι ο Κοινός Νους, ο σύντροφος του καθηγητή Ιστορίας, Τερτουλιάνο, που μοναδικός του ρόλος είναι να δίνει στον τελευταίο συμβουλές εν ώρα ανάγκης. Μήπως, όμως, και πάλι δεν είναι ικανοποιητική από άποψη πληρότητας η αναφορά μου στο «καστ» των προσώπων του έργου; Μήπως και πάλι βιάζομαι να αποσώσω με την αναφορά σ’ αυτά; Δυστυχώς, θαρρώ πως αυτό είναι αλήθεια. Γιατί, εν τέλει, κανένα από αυτά τα τέσσερα (ή πέντε) πρόσωπα δεν είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Πρόκειται απλώς για μαριονέττες, ή ελληνιστί νευρόσπαστα, ετεροκινούμενα, ετερόφωτα, άψυχα κι άβουλα εξανθρωπισμένα κατασκευάσματα, που τα νήματα των κινήσεών τους κατέχει το ένα και μοναδικό κύριο πρόσωπο του έργου, ο ένας και μοναδικός πρωταγωνιστής του βιβλίου που δεν είναι άλλος από τον ίδιο το συγγραφέα Σαραμάγκου. Μπερδευτήκατε; Ζητώ συγνώμη… θα εξηγηθώ στη συνέχεια, μονάχα ζητώ λίγη υπομονή και κάποια δόση κατανόησης για το χείμαρρο της απογοήτευσης που φουσκονεριάζει εντός μου.

Θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο «βιβλιοκριτικό» άρθρο μια άλλη δομή, πιο συνηθισμένη, ίσως πιο δόκιμη και κατατοπιστική, με μια προλογική περιγραφή των προσώπων, εν συνεχεία μια μεστή περίληψη της πλοκής και, τέλος, μια επιλογική ανάλυση της δομής, της μορφής και του ύφους γραφής. Αυτή τη φορά αποφάσισα να μη γράψω ακολουθώντας την πεπατημένη οδό γιατί απλούστατα δεν ενδιαφέρομαι να παρουσιάσω το εν λόγω έργο σε κάποιο δυνητικό αναγνώστη, ούτε με τα γραφόμενά μου να το προτείνω για ανάγνωση προσπαθώντας να πείσω το βιβλιόφιλο κοινό να αγοράσει το βιβλίο. Απευθύνομαι σε όσους το έχουν ήδη διαβάσει. Θέλω να καταθέσω τη δική μου μαρτυρία έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μετά από κάποιες ημέρες σκέψης πάνω στο έργο.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω ένα χωρίο από το μεταφρασμένα στα ελληνικά κείμενο, ένα τμήμα πρότασης που, κατά την ταπεινή και μη-ειδική γνώμη μου, κωδικοποιεί συνεπτυγμένα το ύφος γραφής ολάκερου του έργου και είναι το κάτωθι:

«Η διασπορά αυτή συλλογισμών και αναλύσεων, αυτό το οικειοθελές σκόρπισμα στοχασμών και των παραγώγων τους στα οποία επιμείναμε τελευταία…»

Πράγματι, η «διασπορά» αυτή είναι το κύριο χαρακτηριστικό που θριαμβεύει σ’ όλο το μήκος και το πλάτος του κειμένου και το καθιστά ως κάποιο βαθμό άχαρο κι απόμακρο. Ο Saramago δεν κάνει τίποτε άλλο από το να διακόπτει συνειδητά και οικειοθελώς, όπως λέει, τη ροή της δράσης για να δηλώσει, εν είδει έγκαιρης παρεμβολής, τη γνώμη του περί παντός επιστητού, ακόμη και για να ερμηνεύσει τα πώς και τα γιατί της ως τη δεδομένη στιγμή πλοκής, καθιστώντας την μ’ αυτό τον τρόπο προσκοπτόμενη, διακεκομμένη, τεμαχισμένη. Έτσι χάνεται η ψυχική επαφή του αναγνώστη με τα πρόσωπα του έργου, μια επαφή που στο πλείστο των περιπτώσεων είναι το ζητούμενο για κάθε συγγραφέα. Όσο καλοπροαίρετος κι αν θέλει να είναι κανείς απέναντι στα γραφόμενα, όσο κι αν αυτή του η καλή προαίρεση προέρχεται από μια ασυνείδητη, ή υποσυνείδητη διαδικασία αυθυποβολής υπό το βάρος ενός Νόμπελ Λογοτεχνίας, αλίμονο, ο αναγνώστης κινδυνεύει σε κάθε βήμα, σε κάθε γύρισμα της σελίδας, σε κάθε τέλος κεφαλαίου να χάσει την υπομονή του και να πάρει τη μεγάλη απόφαση να ξεμπερδεύει άπαξ δια παντός με την ανάγνωση του βιβλίου.

Οι παρενθετικές φιλοσοφίες, ή αμπελοφιλοσοφίες, και οι δεκάδες αζήτητες γνώμες που ξοδεύει αφειδώς ο Saramago λεηλατούν το κείμενο, το απεκδύουν από τα θεμιτά πλουμίσματα της λογοτεχνίας, εξεγείρουν τον αναγνώστη, όμοια όπως όταν ακούγεται ο βάναυσα στριγκός ήχος του τηλεφώνου στο κομοδίνο τη στιγμή που κάποιος κάνει έρωτα και ακραγγίζει το αποκορύφωμα της ηδονής, ή ωσάν να ηχούσε από τους ουρανούς κάθε τρεις και λίγο μια πατερναλιστική φωνή που θα έλεγε στον καθένα μας: «Τώρα είσαι χαρούμενος», ή «τώρα είσαι δυστυχισμένος», ή «αυτή τη στιγμή πρέπει να χαμογελάσεις», «δεν κλαις αρκετά, κλάψε πιο πειστικά». Πώς να κάνεις να σωπάσει αυτή η φωνή που σε διατάζει, που αναλύει αέναα κάθε σου κίνηση, που σε νουθετεί ακατάπαυστα; Αν κανείς ρωτούσε τη γνώμη μου επ’ αυτού θα του έλεγα πως θα σήκωνα πέτρες απ’ τη γης όπου πατώ και θα πετροβολούσα την πηγή αυτής της εκνευριστικής ουράνιας φωνής. Φαντάζομαι πως το ίδιο ή κάτι παρόμοιο συμβαίνει και για τους τέσσερις ήρωες, και ιδίως τους δύο κύριους πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου, τον Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο και τον Αντόνιο Κλάρο… μάταια πετροβολούν τη φωνή του δημιουργού τους σε μια απέλπιδη, απονενοημένη προσπάθεια να τον κάνουν να σωπάσει. Στο τέλος απελπίζονται και δέχονται την ήττα τους, μια ήττα που τους υποβαθμίζει κακόβουλα στο επίπεδο ενός οικτρού ανδρείκελου, ενός πολυαρθρωτού νευρόσπαστου εκτεθειμένου επί σκηνής ενός κουκλοθεάτρου.

Ο Αντόνιο Κλάρο είναι το αντίγραφο του Τερτουλιάνο, ή το αντίστροφο; Ο Saramago θέλει να μας βάλει σε σκέψεις επ’ αυτού, να μας μπερδέψει. Ταυτόχρονα ανασύρει από τη φιλοσοφική του αποθήκη μια πλειάδα φιλοσοφικών σκέψεων και μεταφυσικών αγωνιών του είδους: ποιος γεννήθηκε πρώτος από τους δύο αυτούς πανομοιότυπους ανθρώπους, ποιος θα πεθάνει άραγε πρώτος, πώς συμβαίνει και τα δύο αυτά ανθρώπινα αντίγραφα φέρουν τις ίδιες ακριβώς ουλές στο σώμα τους, πώς είναι δυνατό το στενό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον αυτών των δύο αντιγράφων να τους διαχωρίσει και να τους αναγνωρίσει δεδομένης της απόλυτης ομοιότητας. Όλα αυτά τα ερωτήματα τίθενται ακατάπαυστα και απαιτούν απαντήσεις. Σε ό,τι με αφορά ως αναγνώστη, δεν υπέπεσα (από λάθος του συγγραφέα, ή από δική μου ανικανότητα… ποιος ξέρει…) στην παγίδα να συμπάθω με τους δύο πρωταγωνιστές, γιατί εξ’ αρχής συνειδητοποίησα ότι ούτε ο Αντόνιο είναι το αντίγραφο του Τερτουλιάνο, ούτε ο Τερτουλιάνο εκείνο του Αντόνιο. Είναι και οι δύο αντίγραφα του Saramago, ο οποίος θαρρεί πως θέτει σε διάλογο και διάδραση τους δύο χαρακτήρες, όμως, τελικά, αρκείται στο να μονολογεί στα πλαίσια μιας δοκιμιακού ύφους γραφής. Θα ήταν πιο τίμιο εκ μέρους του αν έγραφε ένα απέριττο δοκίμιο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τότε θα νομιμοποιούνταν να εκθέτει τις απόψεις του πάνω στα διάφορα και πολυποίκιλα ζητήματα του ατόπου της απόλυτης ομοιότητας δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Δεν είναι, όμως, τίμιο να εφευρίσκει μια ευτελώς τυπική και υπεραπλουστευμένη πλοκή ολιγοσέλιδης εκτάσεως, καθώς και να παράγει άψυχους, άοσμους κι απαθείς χαρακτήρες προκειμένου να στηρίξει μια φιλοσοφική Υπόθεση μεταφυσικού χαρακτήρα.

Θα αντιτάξει κάποιος πως ίδιον της θεματολογίας που έχει επιλέξει εδώ και χρόνια ο Jose Saramago είναι η διερεύνηση του Ατόπου δια της de facto αποδοχής του ως γεγονός και, εν συνεχεία, δια της διερεύνησης των παραγόμενων κοινωνιολογικών συνεπειών που αυτό το Άτοπο προκαλεί. Αυτό συμβαίνει στο «Περί Τυφλότητας», αυτό και στο «Περί Θανάτου». Γιατί, λοιπόν, τόση επικριτική διάθεση απέναντι σε μια ακόμη υπόθεση περί Ατόπου, όπως είναι «Ο Άνθρωπος Αντίγραφο»; Έχω και γι’ αυτό μια απάντηση. Στις δύο πρώτες υποθέσεις, ήτοι της τυφλότητας και των διαλείψεων του θανάτου, ο συγγραφέας κατοπτεύει από τα ολύμπια ύψη της αντικειμενικότητας μια ολόκληρη χώρα, μιλά για τους ανθρώπους σα να επρόκειτο για μια μάζα, μια αγέλη, ένα συρφετό από απειροελάχιστα έντομα, ασήμαντα μυρμήγκια που αντιδρούν πολλά μαζί κατά κοινωνικές ομάδες σε κάθε αλλαγή στα δεδομένα των θεμελιωδών Φυσικών Νόμων. Εξιστορεί ολάκερες κοινωνικές αναταραχές σαν να επρόκειτο για κάποιο γεωστατικό δορυφόρο που φωτογραφίζει μια συγκεκριμένη περιοχή της επιφάνειας της Γης δίχως να φτάνει στο αντιληπτικό όριο του κάθε ανθρώπου χωριστά. Το ίδιο ύφος είχε και ο Albert Camus στην «Πανούκλα» και κανείς δε βρέθηκε να πει κάτι κακό γι’ αυτό, κανείς δεν αισθάνθηκε προδομένος από την έκδηλη έλλειψη συναισθηματικού χρωματισμού, ή κατευθυνόμενης συμπάθειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δεδομένη προσέγγιση του συγγραφέα είναι θεμιτή, ίσως ακόμη να είναι κι εκείνη που επιβάλλεται. Στην περίπτωση, όμως, του ανθρώπου – αντίγραφο, μια περίπτωση στην οποία ενέχονται μονάχα δύο άνθρωποι, δύο συγκεκριμένες οντότητες, δύο ξεχωριστές προσωπικότητες και όχι ολάκερες κοινωνικές ομάδες, η προσκόλληση σε μια τέτοια προσέγγιση αποβαίνει σε βάρος της ίδιας της Υπόθεσης του Ατόπου. Αδυνατεί να την υπερασπιστεί, να τη διερευνήσει, να αναδείξει τις πολυάριθμες αποχρώσεις της, να διαλευκάνει τις συνέπειές της σε ατομικό επίπεδο… τελικά να «πείσει» τον αναγνώστη.

Θα δεχτώ να βάλω στην άκρη υφολογικά ζητήματα αυτού του έργου που θεωρώ αρνητικά, όπως τους στυλιζαρισμένους και απεκδυμένους από χαρακτηριολογικές αποχρώσεις διαλόγους μεταξύ των προσώπων, την εμφάνιση μονάχα δύο από όλα τα διαθέσιμα σημεία στίξεως (δηλαδή του κόμματος και της τελείας), την ενοχλητική ακροβασία ανάμεσα σε λαϊκές και λόγιες λέξεις και τις σχοινοτενείς προτάσεις που καταλήγουν στην πανωλεθρία της συντακτικής αποδιοργάνωσης. Ναι, θα τα δεχτώ όλα αυτά αγόγγυστα κι αδιαμαρτύρητα. Αντ’ αυτού θα εστιάσω με εμφαντική αγανάκτηση σε ένα ακόμη ζήτημα, σ’ ένα ακόμη «λογοτεχνικό αδίκημα» στο οποίο υποπίπτει ο συγγραφέας (αν γίνω πιο μετριοπαθής κι αφήσω κατά μέρος το από καθέδρας εισαγγελικό κατηγορητήριο θα αλλάξω τον όρο «αδίκημα» και θα πω αντ’ αυτού «ολίσθημα»… αλλά η δική μου έλλειψη μετριοπάθειας δεν είναι αυτό που πρέπει να ενδιαφέρει τον αναγνώστη αυτού του άρθρου…)

Το λοιπόν, το «λογοτεχνικό αυτό αδίκημα» είναι εκείνο της εξιστόρησης σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: είναι πολλές οι φράσεις εντός του κειμένου που ξεκινούν με το ύφος «εμείς πιστεύουμε το τάδε ή το δείνα», «εμείς θεωρούμε ότι ισχύει αυτό ή εκείνο» και τα παρόμοια. Προφανώς ένα τέτοιο ύφος δεν είναι τυχαίο ούτε ασυνείδητο. Η χρήση αυτού του γραμματικού προσώπου είναι απόλυτα εμπρόθετη και συνειδητή από την πλευρά του συγγραφέα, μιας και στοχεύει εσκεμμένα στο να εντάξει στο πνεύμα της δικής του επιχειρηματολογίας και της κοσμοθεώρησης κι εκείνο του αναγνώστη. Φιλοδοξεί να τον προσελκύσει, να τον κάνει να πιστέψει πως κι ο ίδιος ενστερνίζεται τις απόψεις του συγγραφέα, πως σε μια τέτοια άτοπη και μεταφυσική υπόθεση ο νους του θα γεννοβολούσε τις ίδιες κι απαράλλαχτες συνεπαγωγές κι αλληλοσυσχετίσεις. Δυστυχώς, όμως, κάτι τέτοιο έχει μικρές πιθανότητες να συμβεί. Το συγκεκριμένο θέμα έχει άπειρες προεκτάσεις και συνέπειες, τόσες όσοι είναι και οι άνθρωποι που κατοικούν σε τούτο τον πλανήτη. Για το Saramago το να υπάρχουν δύο άνθρωποι πανομοιότυποι πάνω στη Γη, δυο απόλυτοι σωσίες είναι κάτι αρνητικό μιας και ενστερνίζεται μια γωνία θέασης που έχει να κάνει με τον φυσιολογικό ανθρώπινο εγωισμό: κανείς «φυσιολογικός» άνθρωπος δε θα μπορούσε να ανεχτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός απόλυτου σωσία του, ο εγωισμός του δε θα το επέτρεπε, θα ζούσε μια πραγματική κόλαση στη σκέψη του αντιγράφου του. Γι’ αυτό και η όλη διερεύνηση της υπόθεσης αυτού του ατόπου από την πλευρά του συγγραφέα βασίζεται σ’ αυτή και μόνο την παραδοχή, είναι νομοτελειακά αρνητικά χρωματισμένη, είναι σχεδόν μονολιθική στα συμπεράσματά της. Όμως, ενδέχεται ο αναγνώστης να μην ενστερνίζεται αυτή την προοπτική θέασης κι ερμηνείας. Υπάρχει, μ’ άλλα λόγια, το ισχυρό ενδεχόμενο να διαφωνεί καθέτως με τη λογική των συλλογισμών του συγγραφέα. Κι εφόσον ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι κατά το μάλλον ή ήττον κάτι παραπάνω από πιθανό, τότε το ύφος γραφής του Saramago που χαρακτηρίζεται από την επιμονή χρήσης του πρώτου πληθυντικού προσώπου πέφτει στο κενό, επιστρέφει σαν μπούμερανγκ εναντίον του ίδιου, πασπαλίζει ολάκερο το κείμενο με μια υποψία υπερφίαλου βερμπαλισμού και ανοικονόμητου πατερναλισμού, κάτι που προσιδιάζει πιότερο σε προπαγανδιστικά κείμενα απολυταρχικών καθεστώτων και που ενοχλεί κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

«Αν φιλοδοξείς να πείσεις τους άλλους για την ορθότητα των απόψεών σου, κάνε το πρώτο βήμα και πείσε πρωτίστως τον ίδιο σου τον εαυτό», θα έλεγα στον κατά τα άλλα αγαπητό συγγραφέα… ασφαλώς είμαι πολύ μικρός για να ακούσει τους ψιθύρους μου…





Παναγιώτης Σιμιτσής

____________________________

Πληροφορίες για το βιβλίο:

Τίτλος στα ελληνικά: Ο Άνθρωπος Αντίγραφο

Τίτλος πρωτοτύπου: O Homen Duplicado

Συγγραφέας: Jose Saramago

Μετάφραση: Αθηνά Ψύλλια

Εκδόσεις: Καστανιώτη

Σειρά: Συγγραφείς απ' όλο τον Κόσμο

Έτος έκδοσης: 2005

ISBN: 960-03-3979-1

Σελίδες: 328

_______________________________

Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

Ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Touristus Cornelius Observus



Περί των ερειπίων, της αδειοσύνης, της ασημαντότητας και της ελαφρότητας των κατοίκων της πολίχνης Trikalum.

Τα παρακάτω γράφτηκαν από την ταπεινότητά μου, τον περιηγητή Touristus Cornelius Observus, το Σωτήριο έτος 2008 AD, κατά την περιήγησή μου στις ξεχασμένες πολίχνες μιας χώρας που αρχαιόθεν ονομάζεται Ελλάδα και που αποτελεί στον παγκόσμιο χάρτη μια μικρή, ασήμαντη χερσόνησο τοποθετημένη από τον Κύριό μας κατά τη Δημιουργία στα όρια μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.



Η πολίχνη Trikalum βρίσκεται στο κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Γεωτοπογραφικά είναι χτισμένη σε κάμπο και περιβάλλεται από μικρά χωριά χαρακτηριζόμενα από ένα κεντρικό δρόμο, χωράφια, χοιροστάσια και μερικά σπίτια εκατέρωθεν του κεντρικού δρόμου. Από αρχαιοτάτων χρόνων είναι συνδεδεμένη με τη μορφή του Ασκληπιού, του πατέρα της Ιατρικής επιστήμης και αυτό αποτελεί την αιτία που η πλειονότητα του νεανικού της πληθυσμού ονειρεύεται να σπουδάσει την Ιατρική και να διαπρέψει σ’ αυτή στην ευρύτερη περιοχή των Σλαβικών χωρών.

Κατά την είσοδό μου στην Trikalum δεν συνάντησα φρούριο, ούτε πύργους, ούτε τείχος, ούτε καν ερείπια αυτών των γνώριμων κατασκευασμάτων. Μάρτυς μου ο Κύριος ημών, έμεινα κατάπληκτος και στάθηκα άπραγος, ξύνοντας ερωτηματικά με τα δάκτυλά μου το τριχωτό της κεφαλής μου, να κοιτάζω ένα γύρω την απεραντοσύνη του κάμπου, όπου τίποτα δε μαρτυρούσε την ύπαρξη πόλης. Άραγε, πώς προστατεύονται οι κάτοικοί της; Μήπως βρίσκονται σε καιρό ειρήνης, ή μήπως η πόλη όπου πηγαίνω έχει αλωθεί κι ερημωθεί; Αυτά και άλλα σκεπτόμενος, έριξα το δισάκι μου ξανά στον ώμο, έσφιξα στο δεξί μου χέρι το μπαστούνι μου και προχώρησα προς τα εκεί όπου με πήγαινε ο δρόμος. Καθώς προχωρούσα ο ήλιος έκαιγε το άμοιρο κεφάλι μου έτσι που να κινδυνεύω να λιποθυμήσω, αφού ούτε αέρας φυσούσε από πουθενά, ούτε θάλασσα υπήρχε κοντά κι ο αδυσώπητος ήλιος που είχε ανέβει ήδη ψηλά στον ουράνιο θόλο έκαιγε τις πυρωμένες πέτρες και τη χαμηλή βλάστηση τριγύρω.

Και τότε συνάντησα τα πρώτα δείγματα ανθρώπινης δραστηριότητας. Δεν ήταν τίποτε άλλο από μάντρες περιφραγμένες με μεταλλικά πλέγματα, όπου εντός τους είχαν σωρούς από σιδερένια αντικείμενα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σε μια τραγικά παραμελημένη κατάσταση διάβρωσης και σκουριάς. Μες σε κάποιες άλλες μάντρες πιο πέρα υπήρχαν παραταγμένες στη σειρά τερατώδεις μηχανές και τροχοφόρα. Ήμουν όλος απορία και μιας και ήμουν ολομόναχος στο δρόμο, δίχως να συναντήσω κανένα άλλο περιηγητή, ή απλό περαστικό, πλησίασα το φράχτη μιας τέτοιας μάντρας για να διαβάσω την πινακίδα: «Μεταχειρισμένα φορτηγά και αγροτικά μηχανήματα». Μα πού πήγαινα, τέλος πάντων; Πού ήταν η μεγαλόπρεπη είσοδος της πόλης; Αγία Μαρία, αναφώνησα, συγχώρησέ με για τα κρίματα που έκανα στη ζωή μου, για ό,τι κακό σκέφτηκα, ή έπραξα και για όλες τις φορές που με τη στάση μου προσέβαλα τον Κύριό μας, Ιησού Χριστό. Μη με αφήνεις ανερμάτιστο να χαθώ σε τούτο τον άθλιο τόπο, προστάτεψέ με από κάθε βάρβαρο, κάθε θεριό και κάθε δαίμονα που τυχόν βρεθεί στη στράτα μου! Και σκεπτόμενος αυτά και σταυροκοπούμενος από μια απροσδιόριστη φοβία, συνέχισα την πορεία μου.

Αφού περπάτησα αρκετές εκατοντάδες μέτρα ακολουθώντας την άκρη του δρόμου άρχισα να βλέπω τα πρώτα σπίτια. Επρόκειτο για κτίρια ακαλαίσθητα, ανομοιόμορφα, μουντά. Δίπλα σε μια παράγκα έβλεπες να υψώνεται ένα τριώροφο, ή τετραόροφο βλοσυρό κτίριο, με έκδηλα τα σημάδια της φθοράς του χρόνου στις βεράντες και τα μπαλκόνια του, και με ταράτσα κατάφορτη από ένα πραγματικό δάσος από σιδερένιες κεραίες, έτσι που έμοιαζαν με πελώρια βέλη που είχαν καρφωθεί εκεί πάνω μετά από τον τοξοβολισμό των μυριάδων Περσών στη μάχη των Θερμοπυλών. Οι παράγκες ήταν από τσίγκο και τσιμέντο και είχαν μια μεγάλη είσοδο από το ερεβώδες βάθος της οποίας έχασκαν χαλασμένα τροχοφόρα μηχανήματα, όμοια όπως από το στόμα συφιλιδικών χάσκουν τα απαίσια δόντια τους. Διάβασα μια πινακίδα κρεμασμένη πάνω από την είσοδο μιας από αυτές τις παράγκες: «Βουλκανιζατέρ ο Κώτσιος» και μια άλλη: «Ελαστικά ο Μήτσιος» και λίγο πιο πέρα ακόμη μία: «Μάρμαρα – Γρανίτες, Faltacius Athanasius». Σκέφτηκα να κάνω μεταβολή και να γυρίσω εκεί απ’ όπου είχα έρθει και, μάρτυς μου ο Κύριος, θα το έκανα αν δεν συναντούσα για καλή μου τύχη ένα περαστικό που είχε σταθεί και με κοίταζε με προσβλητική περιέργεια από την κορυφή ως τα νύχια. «Καλέ μου κύριε», τον ρώτησα, «μπορείτε να μου πείτε που βρίσκομαι; Είναι η πόλη Trikalum, ή κάποιος άλλος τόπος που δεν αναφέρεται στους γνωστούς μας χάρτες;» Εκείνος έσκασε στα γέλια και μου απάντησε δίχως περιστροφές και τύπους σε μια ιδιότυπη διάλεκτο: «Τι σι σι ρε φίλε; Από πού ξιφύτρωσις; Στα Τρίκαλ’ είσι. Άι, άι…» Και αφού έκανε δυο στροφές γύρω μου και με περιέπαιξε για μερικά λεπτά όπως έκαναν οι Φιλισταίοι στον τυφλωμένο Σαμψών, με άφησε και συνέχισε το δρόμο του.

Μ’ αυτά και με άλλα προχώρησα, αφήνοντας πίσω μου την εξοχή και εισχωρώντας όλο και περισσότερο στην Trikalum. Όσο, όμως, κι αν έψαχνα με το βλέμμα μου, δεν έβλεπα πουθενά κάποιο μεγαλόπρεπο κτίριο, μια αψίδα, ένα οβελίσκο, ένα ναό… τίποτα παρά μονάχα κτίρια της μορφής που προανέφερα. «Δε μπορεί, θα υπάρχει κάποιο μουσείο, κάποιο μέγαρο που θα υμνεί τη μεγαλόπρεπη ιστορία αυτού του τόπου», σκέφτηκα και με τη σκέψη αυτή αναπτερώθηκαν προς στιγμή οι ελπίδες μου και συνέχισα την πεζοπορία ανάμεσα σε σπίτια που δεν είχαν τίποτε να πουν και τίποτε για να καυχηθούν. Κάποτε έφτασα σ’ ένα παραμελημένο χώρο, σκαμμένο και περιφραγμένο με σιδερένιο φράχτη, όπου εντός του υπήρχαν διάσπαρτες πέτρες και πύλοι, μα πουθενά αγάλματα, κτερίσματα, μαρμάρινοι κίονες, αναθήματα, ή κάτι που να θυμίζει αρχαίο πολιτισμό. Στήθηκα εκεί και βάλθηκα να ρωτώ τους περαστικούς αν γνώριζε κανείς τους να μου πει ποιος ήταν αυτός ο χώρος. Πέρασαν πολλοί μα κανείς τους δεν ήξερε. Ήταν όλοι τους νέοι, κάτω από τα σαράντα, και όλοι τους με κοίταζαν ερωτηματικά και με κάποια αποστροφή, οφείλω να πω. Έμοιαζαν βιαστικοί να πάνε κάπου συγκεκριμένα και ήταν όλοι τους ντυμένοι με επίσημα ρούχα. Στο τέλος στάθηκα τυχερός κι έμαθα. Ήταν το αρχαίο Ασκληπιείο. Ένα δέος με κατέλαβε ευθύς. Μα πώς είναι δυνατό να είναι ένας τέτοιος χώρος τόσο παραμελημένος και ξεχασμένος; Τι λογής άνθρωποι είναι ετούτοι που δεν γνωρίζουν καν την ιστορία αυτού του ιερού χώρου; Ίσως, πάλι, ετούτη η πόλη να έχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό να επιδείξει, που το Ασκληπιείο να μοιάζει με ασήμαντο λάκκο… είμαι περίεργος να μάθω…

Αποφάσισα τότε να ακολουθήσω το πλήθος και να κατευθυνθώ εκεί όπου πήγαιναν όλοι. Έτσι όπως ήμουν ρακένδυτος, με τα τριμμένα ρούχα μου και τα άθλια σανδάλια μου με τις φαγωμένες σόλες, αισθάνθηκα κάπως άσχημα μιας και έβαλα τον εαυτό μου ασυναίσθητα σε σύγκριση με τους νέους που κυκλοφορούσαν αμέριμνοι και χαρούμενοι παντού γύρω μου. Προσπάθησα να αναθαρρήσω ενθυμούμενος τα ιερά λόγια του Ευαγγελίου περί πενίας και Παραδείσου και προχώρησα. Ήταν μόλις δώδεκα το μεσημέρι και, όσο πλησίαζα στο κέντρο της πόλης, τόσο οι δρόμοι έσφυζαν από κόσμο και ζωή. Αναρωτήθηκα πού να βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι στους δρόμους και με ποιες εργασίες ασχολούνταν ώστε να μπορούν να περπατούν αμέριμνοι κι ευτυχισμένοι μια τέτοια ώρα.

Διάβηκα ένα γεφύρι και βρέθηκα αίφνις στην αρχή ενός πλακόστρωτου δρόμου που, όπως έμαθα, λεγόταν «Οδός Ασκληπιού», ή σκέτα «Ασκληπιού». Πλήθος ανθρώπων καθόταν σε καρέκλες εκατέρωθεν του δρόμου και έπιναν νωχελικά των καφέ τους μην ξεκολλώντας το διερευνητικό τους βλέμμα από τον κόσμο που περπατούσε. Γέλια και χάχανα, φωνές και μουρμουρητά, τραγούδια και μουσικές από τα διπλανά μαγαζιά ανάκατες σε ένα συνονθύλευμα που σου τρυπούσε το τύμπανο του αυτιού. Μία πραγματική πανήγυρις, μια γιορτή. «Κάποιος Άγιος θα γιορτάζει και γι’ αυτό είναι όλοι έξω» σκέφτηκα. Μα σαν το καλοσκέφτηκα, και μιας και γνωρίζω όλους τους βίους των Αγίων της Μητέρας μας Εκκλησίας, δε μπόρεσα να εντοπίσω στο νου μου κάποια μεγάλη γιορτή. Ήταν μια μέρα όπως όλες οι άλλες, μια εργάσιμη ημέρα. Διέσχισα με βιασύνη το δρόμο καθώς ένιωσα τα ξεφτισμένα μου ρούχα να γίνονται όλο και βαρύτερα, σχεδόν αβάσταχτα πάνω στο ταλαιπωρημένο από την πολυήμερη οδοιπορία κορμί μου και τούτο γιατί ντρεπόμουν που ήμουν ο μόνος κακοντυμένος ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος. Τι γύρευα εγώ εκεί; Εξάλλου το συγκεκριμένο μέρος δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει: δεν υπήρχε ούτε ένα αρχιτεκτονικό θαύμα, ούτε ένας χώρος άξιος λόγου από αισθητικής, ή ιστορικής άποψης.

Αφού βγήκα από τον πολύβουο πεζόδρομο με τις «καφετέριες» συνέχισα πάνω στην κύριο οδό στηριζόμενος στη μαγκούρα μου και νιώθοντας τις πατούσες μου να καίνε από την κούραση. Είδα δυο – τρία μικρά βιβλιοπωλεία αδειανά από κόσμο, που στις προθήκες τους είχαν μια χούφτα βιβλίων, τετράδια και γραφικά είδη. Έπειτα έφτασα έξω από ένα ανατριχιαστικά ακαλαίσθητο δημοτικό κτίριο από άχαρο τσιμέντο και σιδερένια κάγκελα που υποτίθεται πως στέγαζε τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, ήταν παντελώς άδειο και κανείς δεν απάντησε όταν χτύπησα την κεντρική θύρα για να μπω.

Είχε πέσει το σούρουπο και η ζέστη συνέχιζε να είναι αφόρητη. Είχα ήδη διασχίσει την πόλη Trikalum από άκρου εις άκρο τρεις φορές κι όσο κι αν έψαξα, όσο ευσεβείς κι αν ήταν οι πόθοι μου, όσες επικλήσεις κι αν έκανα στους αρχαίους και στους δικούς μας Αγίους, όσο κι αν πάσχισα να διατηρήσω τις ελπίδες και την καλή μου προαίρεση, δεν βρήκα τίποτα άξιο λόγου, μονάχα κάποια σπαράγματα από αλλοτινούς καιρούς, ελάχιστες ενδείξεις της ιστορίας. Συνάντησα πλήρη αδιαφορία για το πνεύμα και τη φιλοσοφία. Βρήκα μονάχα εξοργιστικά εύθυμους ανθρώπους που πάντα κάτι έπιναν, που πάντα κοιτούσαν διερευνητικά τους περαστικούς από την καρέκλα όπου άραζαν, που μιλούσαν με μια βαριά προφορά και που στις φράσεις τους το μονοπώλιο κατείχαν οι άγνωστες σε μένα λέξεις: «γκόμενες», «σχέσεις», «ευρουλάκια», «δάνειο», «BMW», «Μύκονος».

Οι κάτοικοι της πολίχνης Trikalum εργάζονται σε περίεργα επαγγέλματα όπου δε χρειάζεται να είσαι στο χώρο της δουλειάς εν ώρα υπηρεσίας, αλλά μπορείς αντ’ αυτού να κάθεσαι κάπου που σερβίρουν καφέ σε ψηλό ποτήρι με καλαμάκι. Ζουν δίχως περίσκεψη και οδηγούν σχεδόν όλοι ψηλά οχήματα που κινούνται και στους τέσσερις τροχούς και τα παρκάρουν στην πρόσοψη των μαγαζιών αναψυχής για να τα βλέπουν όλοι όσοι τυχαίνει να περνούν από εκεί. Αν σταθείς να τους μιλήσεις σε ειρωνεύονται με ύφος υπεροπτικό και σε εκλαμβάνουν de facto ως κατώτερό τους. Αν περάσεις από μπροστά τους σε κοιτούν από την κορυφή ως τα νύχια για να βρουν που βρίσκεται ραμμένο το επώνυμο σήμα πάνω στα ρούχα σου.

Ένας άστεγος αλήτης που ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς σε ένα παγκάκι μου είπε πως κι εκείνος ζούσε έτσι πριν από λίγο καιρό, αλλά μια αποφράδα ημέρα οι καταραμένες τράπεζες όπου χρωστούσε του τα πήραν όλα, του έκλεψαν την «porche» (βάζω αυτή τη λέξη σε εισαγωγικά γιατί ακόμη δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει) , την εξοχική έπαυλη, το κατάστημά του. «Οι παλιο-Ομβριοί σου τάζουν τον ουρανό με τ’ άστρα κι έπειτα σου τα παίρνουν όλα» μου είπε με την πρόσκαιρη οργή που προκαλεί στον άνθρωπο η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Ήταν ο τελευταίος κάτοικος της Trikalum που συνάντησα…


____________________________________
Αφορμή για το κείμενο αυτό στάθηκε το κείμενο του Ammianus Marcellinus (c.330-395 CE) με μεταφρασμένο στα αγγλικά τίτλο: "The Luxury of the Rich in Rome", c.400 CE. Το κείμενο φιλοξενείται στο Medieval Sourcebook (http://www.fordham.edu/halsall/sbook.html) στο παρακάτω link:
http://www.fordham.edu/halsall/ancient/ammianus-history14.html

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008

Χίμαιρας Εγκώμιον, Μυθιστόρημα



Πολλές φορές χρειάζεται λίγων ημερών σιγή προκειμένου να μπορέσει το στόμα να ξαναμιλήσει και να πει δυο κουβέντες της προκοπής.
Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα τα στόματα σωπαίνουν για να αφήσουν όλη την ενέργεια στις αισθήσεις να αντλήσουν εικόνες κι ευχαρίστηση από τους καρπούς της θάλασσας. Η φαντασία μικραίνει και ζαρώνει στο μέγεθος μιας μπάλας του τένις, αφού οι άνθρωποι δεν την χρειάζονται προσωρινά. Τώρα έφτασε ο καιρός να βάλουν όλες τους τις δυνάμεις για να ζήσουν αυτό που φαντασιόνονταν στη διάρκεια του χειμώνα. Είναι μια εποχή που δε θέλεις να σκεφτείς, τρέμεις στην ιδέα του συλλογισμού, απεχθάνεσαι τον κάματο της έγνοιας, ακόμη κι αν αυτή ανήκει στη σφαίρα της φιλοσοφίας… ή της αμπελοφιλοσοφίας. Είναι μια εποχή όπου όλοι ορχούνται σ’ ένα βακχικό ντελίριο ανάλαφρης ανυπαρξίας κι αισθητηριακής αποκάρωσης.

Οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα για ν’ αποκαλύψουν τους κόπους και τις στερητικές θυσίες ολάκερου του χειμώνα και να εκτεθούν σ’ όσους θαρρούν πως τους παρακολουθούν με δέος ανάμικτο με ηδονή από τις διπλανές ξαπλώστρες. Αλείφονται φιλήδονα με λάδι και πομάδες κι απλώνουν τα μέλη τους τεντωμένα κάτω από μια πολυκαιρισμένη ομπρέλα που άρχισε να χάνει τα χρώματά της νικημένη από το αδιάλειπτο κι ανελέητο σφυροκόπημα του ήλιου. Όλοι κοιτούν όλους πίσω από τα μαύρα τους γυαλιά με τα πελώρια γράμματα και τα σήματα εστέτ εταιριών μόδας. Οι λουόμενοι έχουν μπει για τα καλά στο πετσί του καθιερωμένου ρόλου που πρέπει να παίξουν.

Η διανομή των ρόλων έχει γίνει προ πολλού, οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι πολλοί (μια ολάκερη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή):

Κάποιοι θα επιδεικνύουν το σώμα τους περπατώντας πάνω – κάτω την παραλία, εκεί όπου το κύμα αφήνει την τελευταία του πνοή σε μια λευκή κορδέλα από αφρό, ή παίζοντας μανιωδώς ρακέτες κάτω από τον πυρωμένο ήλιο που τους κατακαίει το δέρμα. Κάποιες σνομπ δεσποινίδες θα μένουν ξαπλωμένες μπρούμυτα, σε πείσμα των κηφήνων που τις περιτριγυρίζουν με τις πετσέτες τους ανά χείρας, λαγοκοιμώμενες από το πρωί ως το βράδυ πάνω στην ξαπλώστρα τους, θυσιάζοντας μονάχα λίγες στιγμές της ναρκισσικής ραστώνης τους για να αλείψουν το καλλίγραμμο σοκολατένιο κορμί τους με λάδι. Κάμποσος λαός θα χοροπηδά μες σε μια υποχρεωτική επίφαση μαζικής ευθυμίας πάνω στα σανίδια του εξώστη κάποιου περιώνυμου beach bar, ρουφώντας κατά διαστήματα μικρές γουλιές από τα mohito τους και ιχνηλατώντας με το βλέμμα το ποιόν των άλλων γύρω τους. Κάποιοι αθλητικοί τύποι θα πρέπει απαραιτήτως να επιδίδονται σε θαλάσσιες δραστηριότητες, ξεπατώνοντας από την πολυχρησία τα jet ski, τα canoes, τα wind surfs και τα κάθε λογής ταχύπλοα. Τέλος, κάποιοι ανάμεσα στο πολύβουο πλήθος θα ανοίξουν για πρώτη και τελευταία φορά γι’ αυτή τη χρονιά τα βιβλία τους για να αράξουν το βλέμμα τους νωχελικά πάνω στις γραμμές τους. Δεν είναι σίγουρο ότι αυτοί οι αναγνώστες διαβάζουν πραγματικά. Δεν είναι μήτε βέβαιο και διακριβωμένο ότι ενδιαφέρονται στ’ αλήθεια για το βιβλίο που έχουν στα χέρια τους. Είναι κι αυτός ένας ρόλος σαν όλους τους άλλους στα πλαίσια αυτής της δαπανηρής υπερπαραγωγής.

Εν μέσω καλοκαιριού, λοιπόν, αποφάσισα κι εγώ να εκδώσω το μυθιστόρημα που έγραψα πριν κάποια χρόνια. Όμως, δεν προορίζεται για τους αναγνώστες της παραλίας, γι’ αυτό και δεν είναι σε μορφή έντυπου βιβλίου. Προορίζεται για όσους θέλουν πραγματικά να το διαβάσουν και θα κάνουν τον κόπο να ταλαιπωρήσουν για χάρη του τα μάτια τους στην οθόνη του υπολογιστή.

Τιτλοφορείται:

«Χίμαιρας Εγκώμιον»

και θα το βρείτε στο blog μου στη διεύθυνση:

http://eulogyofchimera.blogspot.com/


Σας στέλνω την αγάπη μου από την αιώρα όπου λαγοκοιμάμαι…