Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Μ. Τ. - Το Τελευταίο Αντίο


Χτυπημένος από την οικονομική κρίση έψαχνα να βρω πού θα μπορούσα να γευματίσω τζάμπα. Κάθισα κάτω κι έσπασα το κεφάλι μου ώσπου, σε μια αναλαμπή του νου από εκείνες που μόνο η ανάγκη γεννά, το βρήκα! Θα πήγαινα να γευματίσω σε κάποια κηδεία. Στην αρχή η σκέψη και μόνο με έκανε να αγανακτήσω για την αποτελματισμένη μου κατάσταση, αλλά σιγά-σιγά η ντροπή αποχώρησε κι έδωσε τη θέση της στον αυτοσαρκασμό. Γιατί όχι; Μια χαρά φαγητό προσφέρουν οι τεθλιμμένοι συγγενείς στις κηδείες. Πλήρες γεύμα με κυρίως πιάτο, γλυκάκι, ακόμη και καφέ για τη χώνεψη. Και όλα αυτά εντελώς δωρεάν, για ένα καλό λόγο, για μια δέηση υπέρ του θανόντα. Αν το δει κανείς από αυτή την άποψη δεν είναι και τόσο κακό. Απεναντίας, θα προσέφερα και υπηρεσίες, θα έλεγα αυτό το “θεός σ’χωρέσ’ τον”, ή “ζωή σε σας” και τα τοιαύτα. Άρα, όσο ανάγκη είχα εγώ να γεμίσω τον καταπιώνα μου, άλλη τόση έχουν και οι συγγενείς των απανταχού θανόντων για ένα καλό λόγο. Αν τύχει, μάλιστα, η ψυχή του πεθαμένου να βαρύνεται με πολλά κρίματα, τότε ο καλός λόγος ενός ξένου έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από το φαγητό με το οποίο πρέπει να ανταμειφθεί γι αυτόν…

Καλά όλα αυτά. Αλλά σε ποια κηδεία θα πήγαινα; Άνοιξα την εφημερίδα στη σχετική στήλη. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή από το πρωί χωρίς να της δίνω σημασία. Την είχα για παρέα έτσι μονάχος όπως ζούσα. Τι αξία έχουν λίγες κιλοβατόρες ρεύματος μπροστά στην ψευδαίσθηση της συντροφιάς; Για να μην τα πολυλογώ, έτσι όπως ανίχνευα με το δάχτυλο τη στήλη με τις κηδείες στην εφημερίδα, κάτι στον αέρα πλανήθηκε που τάραξε την ψυχή μου. Είχα την αίσθηση ότι αυτό το κάτι έκανε την ατμόσφαιρα μες στο δωμάτιο ζοφερή και ψυχοπλακωτική. Ωστόσο, δεν μπορούσα να ταυτοποιήσω την προέλευση και την ακριβή ποιότητα αυτής της αίσθησης. Χωρίς να το καταλάβω άφησα την εφημερίδα και έστρεψα το βλέμμα στην τηλεόραση. Ήταν η τηλεπαρουσιάστρια της εκπομπής ΕΧΕΙ ΓΟΥΣΤΟ.

«Σήμερα το πρωί η Διοίκηση με ενημέρωσε ότι σήμερα είναι η τελευταία ζωντανή εκπομπή του “Έχει γούστο”…γιατί αύριο λήγουν οι συμβάσεις μιας σειράς δημοσιογράφων που παρουσιάζουνε εκπομπές, ανάμεσα σε αυτούς κι εγώ… δεν ήταν δική μου επιλογή, δεν ήταν επιλογή των συνεργατών μου… Εγώ έδωσα όλες μου τις δυνάμεις για να είμαι σωστή… Ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα (σπάσιμο φωνής από τη συγκίνηση)… για χαρά (τελευταίος αποχαιρετισμός εν μέσω δακρύων)».

Έμεινα για λίγο αποσβολωμένος. Το στομάχι μου σφίχτηκε και ένα νέο γουργουρητό διαπέρασε όλο το γαστρεντερικό σωλήνα… και αυτή τη φορά έμοιαζε με μουγκρητό. Ένα ανήμερο λιοντάρι βρυχιόταν μες στην κοιλιά μου, ένα θεονήστικο λιοντάρι που εκλιπαρούσε για μια μπουκιά φαγητό… έστω και κόλλυβα. Ο στόχος είχε εντοπιστεί και “κλειδωθεί”. Θα πήγαινα το λοιπόν σ’ αυτή την κηδεία κι ό,τι ήθελε ας γινόταν. Μισή ντροπή δική μου, μισή δική τους.

Στο νεκροταφείο γινόταν το “έλα να δεις”. Ο κόσμος στριμωχνόταν γύρω από μια λακκούβα, έτσι που νόμιζες πως αν τολμούσες να πλησιάσεις παράτολμα θα σε ρίχνανε κι εσένα μες στον τάφο και θα κηδευόσουν παράλληλα… Σαν το καλοσκεφτείς δεν είναι δα και τόσο κακή ιδέα: μια θέση δίπλα σε μια διασημότητα είναι ότι πρέπει για κάποιον “πεινασμένο”. Αν είναι να πεθάνεις από την πείνα, φρόντισε ο θάνατός σου να είναι τουλάχιστον ηρωικός. Αφού κλωθογύρισε για μερικά δευτερόλεπτα αυτή η αυτοκαταστροφική σκέψη, έσκασε το ίδιο απότομα όπως εμφανίστηκε, όμοια όπως ένα μπαλόνι που το φουσκώνουν υπέρμετρα για την αντοχή του.

«Ποιος είναι ο κοσμαγάπητος δυστυχής που μας άφησε χρόνους;» ρώτησα τάχα με ενδιαφέρον ένα διπλανό μου. Μεσοδρομίς της φράσης δυνάμωσα τη φωνή μου για να καλύψω ένα νέο βρυχηθμό του λιονταριού της κοιλιάς μου, έτσι που η εκφορά της ερώτησής μου μάλλον ακούστηκε γελοία κι αταίριαστη. «Δεν είστε συγγενής;» με αντιρρώτησε ο άγνωστος. Ωχ, την έβαψα, σκέφτηκα αμέσως. Θα χάσω το τσιμπούσι με τις βλακείες μου. «Πώς, πώς…» βιάστηκα να βεβαιώσω. Ο άλλος χαμογέλασε συνένοχα. «Μη νοιάζεσαι φίλε. Ούτε κι εγώ είμαι. Ακόμη, αμφιβάλω αν κανείς από όλους αυτούς ανήκει στο συγγενικό κύκλο». Με σκούντηξε με τον αγκώνα συνωμοτικά. «Άκουσα, πάντως, ότι θα επακολουθήσει καλό γεύμα…» συμπλήρωσε κλείνοντάς μου το δεξί μάτι. Ο άθλιος! Ο κανάγιας! Μα, τι σχέση είχα εγώ με τύπους σαν κι αυτόν… Έριξα το βλέμμα μου ένα γύρω στο πλήθος. Αταίριαστα πολύχρωμο. Τι παρδαλούρες, τι φαντασμαγορία του φανταχτερού! Άφησα το “συνένοχό” μου και χώθηκα μες στο πλήθος, σπρώχνοντας με χέρια, στήθος και κοιλιά. Κάντε στην άκρη, περνά το ανήμερο λιοντάρι! Κάποιοι άκουσαν τους βρυχηθμούς της κοιλιάς μου και σαστισμένοι έκαναν στην άκρη να περάσω. Μετά από ηρωικές προσπάθειες κι αγώνα έφτασα στο χείλος του λάκκου.

Μια ομάδα μαυροντυμένων ανδρών με ακριβά κασμίρινα κοστούμια και με αυστηρό ύφος και ζοφερό βλέμμα κρατούσαν μια μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία που απεικόνιζε τη Μ. Τ. «Με το ένα, με το δύο, με το τρία…» είπαν, και πριν αποσώσουν το μέτρημα πέταξαν τη φωτογραφία μες στον υγρό λάκκο. «Ποιοι είναι αυτοί οι φοβεροί άνθρωποι;» ρώτησα μια κυρία που έκλαιγε λυγμικά απαρηγόρητη δίπλα μου. Εκείνη φύσηξε σαν τρομπέτα τη μύτη της με την κατακόκκινη άκρη σε ένα μαντήλι και γύρισε προς το μέρος μου. Είδα την εικόνα μου να τρεμοπαίζει μες στα υγρά ασπράδια των ματιών της, όμοια σα να καθρεφτιζόμουν σε μια λίμνη όπου έχει μόλις πέσει ένα βότσαλο. Χωρίς προειδοποίηση με αγκάλιασε και κόλλησε επάνω μου. Ρουφώντας διαρκώς τη μύτη της που έτρεχε πάνω στον ώμο μου, μου ψιθύρισε σιγανά στο αυτί, σα να επρόκειτο για κάποιο φοβερό μυστικό. «Αυτοί οι κακούργοι είναι η ΔΙΟΙΚΗΣΗ!» Η “ΔΙΟΙΚΗΣΗ”, σκέφτηκα… πολύ ενδιαφέρον. «Και ο παπάς που είναι;» ξαναρώτησα. «Παπάς δεν υπάρχει». «Και ποιος διάολο θα διαβάσει τα τελευταία λόγια;» Σαν να της είχα αγγίξει την πιο ευαίσθητη χορδή, η γυναίκα ξέσπασε σε ηχηρούς λυγμούς δίχως ν’ αποκριθεί. Ένας της “ΔIOIΚΗΣΗΣ” σήκωσε ψηλά ένα λάβαρο που έγραφε: “ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ”, κι αφού το ανέμισε για λίγο στον αέρα σαν να ήθελε μ’ αυτό τον τρόπο να το δείξει σε όλη την οικουμένη βροντοφωνάζοντας κάτι του στυλ: «εν τούτω νίκα», το πέταξε κι αυτό μες στο φρεσκοσκαμμένο χαντάκι. Έπειτα, δυο-τρεις πήραν τα φτυάρια ανά χείρας και άρχισαν να φτυαρίζουν. «Θεός σ’χωρέσ’την!» φώναξε το πλήθος.

Δεν κατάλαβα πότε εξαφανίστηκαν όλοι τους κι έμεινα ολομόναχος μπροστά στον τάφο. Ένα ρίγος με διαπέρασε σύγκορμο σα να φοβόμουν μην ανασυρθεί από το χώμα η φωτογραφία και με κοιτάξει κατάματα. “Εγώ έδωσα όλες μου τις δυνάμεις για να είμαι σωστή… Ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα…” Βρε λες να βρυκολακιάσει; Έφτυσα τρεις φορές στον κόρφο μου για παν ενδεχόμενο.

Η πλάση γύρω ήταν γαλήνια, όπως είναι πάντα καταμεσίς σ’ ένα ελληνικό νεκροταφείο. Ακούστηκαν τιτιβίσματα πουλιών. Το αεράκι, ανοίγοντας παιχνιδιάρικα δρόμο μες από τα πυκνά φύλλα των κυπαρισσιών, έσκαγε σα δροσερό φιλί πάνω στα μάγουλά μου. Μύριζε θυμάρι, νωπό χυμώδες χώμα και φρεσκοπλυμένο ολόλευκο μάρμαρο. Κοίταξα το διπλανό τάφο. Ήταν ένας γιγαντιαίος τάφος, μάλλον ομαδικός. Η ψηλή του επιτύμβια στήλη ήταν κατάστικτη από ονόματα, πολλά ονόματα. Θάρρησα πως εδώ ήταν θαμμένοι κάποιοι ήρωες, ή μάρτυρες. Έσυρα το βλέμμα μου ως την κορυφή της στήλης και διάβασα: “ALTER”. Δίπλα στον τάφο της αγαπημένης Μπήλιως υπήρχε μια ολάκερη σειρά από φρεσκοσκαμμένες λακκούβες που εκτείνονταν ως εκεί που έφτανε το μάτι. “…Αύριο λήγουν οι συμβάσεις μιας σειράς δημοσιογράφων που παρουσιάζουνε εκπομπές…” ήταν τα στερνά της λόγια. Ψυχοπλακώθηκα. Δεν ξέρω για πόση ώρα έστεκα έτσι βουβός και συνοφρυωμένος, αλλά ένα γουργουρητό διέκοψε την θλιμμένη μου περισυλλογή επαναφέροντάς με στην τάξη. Καιρός να βρω τους υπόλοιπους…

 Μες στην αίθουσα δεξιώσεων επικρατούσε μια χάβρα. Οι ροτόντες κόντευαν να γκρεμιστούν από το βάρος όσων συναθροίζονταν γύρω τους για να ρουφήξουν με το χαρακτηριστικό παφλαστικό ήχο τον πικρό καφέ. Αλίμονο, είχα αργήσει και κινδύνευα να μη βρω ούτε μια γωνιά να σταθώ να φάω και να πιω. Το ξέφρενο βουητό που προκαλούσαν οι έντονες συζητήσεις έκανε την αίθουσα να μοιάζει με μελίσσι. Ωστόσο, η ατμόσφαιρα ήταν παντελώς ανομοιογενής και προκαλούσε αντικρουόμενα συναισθήματα.

Σε κάποια τραπέζια επικρατούσε θρήνος. Έβλεπες ευαίσθητες, λεπτεπίλεπτες κυρίες με σειρές από μαργαριταρένια κολιέ και καπέλα με φτερά να κλαίνε γοερά και κάποιες άλλες να σέρνουν μια αδιάλειπτη θρηνωδία τέτοια που όμοιά της μπορεί κανείς ν’ ακούσει σε αρχαία τραγωδία στην Επίδαυρο.

Σε κάποια άλλα τραπέζια επικρατούσαν χάχανα κι αστεϊσμοί. Σ’ αυτά συνωστίζονταν κάποιοι κύριοι καλοντυμένοι, με επίσημα μαύρα φράκα με ουρά και μονόκλ. Κάπνιζαν τα πούρα τους σαν να είχαν βολευτεί μ’ όλη τους την άνεση στην chesterfield πολυθρόνα της λέσχης των Κυρίων και είχαν το υπεροπτικό ύφος του Βρετανού αποικιοκράτη όταν διηγείται ιστορίες με παράξενους ιθαγενείς μιανής χώρας στην άκρη του Κόσμου. Ποιο να ήταν, άραγε, το αστείο που τους ανέβαζε τη διάθεση μια τέτοια στιγμή;

Υπήρχαν και τραπέζια στα οποία ο κόσμος ήταν κατά κύριο λόγο απλά ντυμένος και φανερά κακόκεφος. Ήταν ένα παρδαλό πλήθος μες στο οποίο ο καθένας ήταν ντυμένος όπως νόμιζε, δίχως φιοριτούρες και περιττά στολίδια. Αν και δεν είχαν αναμεταξύ τους κανένα κοινό ως προς την ένδυση, είχαν, ωστόσο, όλοι τους το ίδιο βλέμμα, το ίδιο διαπεραστικό βλέμμα που θαρρείς διαπερνούσε τα τραπέζια, την αίθουσα, ακόμη και το παρακείμενο νεκροταφείο και χανόταν σε κάποιο σημείο του ορίζοντα σαν να ήταν να το ρουφούσε μια φανταστική μαύρη τρύπα. Αυτοί ούτε χαχάνιζαν, ούτε έκλαιγαν, παρά μονάχα έπιναν σιωπηλά το μαύρο καφέ της παρηγοριάς. Είχαν όλοι τους το αυστηρό εκείνο βλέμμα που μόνο μια μεγάλη απόγνωση, ή ένας ασχημάτιστος θυμός προκαλούν.

Κατευθύνθηκα προς ένα τραπέζι με θρηνούσες κυρίες. Εντόπισα μία, είτε γιατί είχε το πιο όμορφο πρόσωπο, είτε γιατί μου γυάλισαν τα αστραφτερά μαργαριτάρια που ήταν αναπαυτικά καθισμένα πάνω στη στιλπνή επιφάνεια του κατάλευκου λαιμού της. Στάθηκα δίπλα της με τον καφέ μου ανά χείρας. Αφού ρούφηξα το καϊμάκι του με τις φουσκάλες γύρισα προς το μέρος της ακολουθώντας το φίνο άρωμα που ανάδιδε. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά εξαιτίας των λυγμών. «Συγνώμη, αλλά γιατί κλαίτε;» αποτόλμησα να της απευθυνθώ. Εκείνη με κοίταξε παραξενεμένη. Για λίγο ένιωσα ότι ήμουν μια μεγάλη χοντρή και βρωμερή μύγα που είχε προσγειωθεί στο χείλος του φλιτζανιού της. «Γιατί κλαίω;» απόρησε με μια δόση ξέχειλης αγανάκτησης. «Εσείς γιατί θαρρείτε πως κλαίω;» μου αντιγύρισε με μπόλικη κακία στα μάτια. Έξυσα το κεφάλι μου με παράταιρα υπερβολικό θεατρινισμό. «Ξέρω κι εγώ; Για τη θανούσα;» Στο άκουσμα της τελευταίας λέξης η εύθραυστη κυρία ξέσπασε σε λυγμούς δυνατότερους από πριν. «Αχ, καλή μας Μπήλιω! Γιατί μας άφησες! Τι θα απογίνουμε τώρα; Ποια μπορεί να γεμίσει ένα τέτοιο δυσαναπλήρωτο κενό πολιτισμού; Αλίμονο, ο πολιτισμός μας είναι φτωχότερος…» «Μα, ήταν τόσο καλή;… θέλω να πω… είχε τέτοιο υπόβαθρο η εκπομπή της;» διερωτήθηκα αφελώς. Εκείνη μου εκτόξευσε αναρίθμητα δηλητηριώδη βέλη μίσους. «Πώς να γνωρίζετε εσείς από… Πολιτισμό!» μου πέταξε όμοια σαν να με είχε φτύσει κατάμουτρα.

Το κλίμα ανάμεσα στις Κυρίες δε με βαστούσε άλλο και σιγά-σιγά και άδηλα αποχώρησα από την παρέα τους. Κατευθύνθηκα προς ένα από τα τραπέζια των εύθυμων Κυρίων και κόλλησα στην παρέα τους σα σπιούνος. «…ε, λοιπόν, εγώ θα ονόμαζα την εκπομπή αυτή ”ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΓΟΥΣΤΟ”…» αποτέλειωσε κάποιος από αυτούς τη γνώμη του και χασκογέλασε με χαιρεκακία. Η ομήγυρη ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Εγώ, πάλι, θα την ονόμαζα το ίδιο “ΕΧΕΙ ΓΟΥΣΤΟ” μιας και επρόκειτο για καθαρή σάτιρα!» προσέθεσε κάποιος άλλος δανδής που φαινόταν αρκετά καλοζωισμένος και όλος ενέργεια από την κορυφή ως τα νύχια. «Μα τι κακόγουστο και φτηνιάρικο σκηνικό», είπε ένας τρίτος σαν να μην ήταν αρκετό το θάψιμο της νεκρής με χώμα κι έπρεπε να ξαναθαφτεί, αυτή τη φορά με λόγια. «…Θυμηθείτε αγαπητοί μου πώς φερόταν στους καλεσμένους… τους έκοβε στα καλά του καθουμένου, δεν ήταν από πριν διαβασμένη για τη ζωή και το έργο τους… ήταν, εν ολίγοις, μια πραγματική κοροϊδία… και να σκεφτείτε ότι αυτό το κατασκεύασμα το πλήρωνε ο λαός όλα τα χρόνια για εκπομπή πολιτισμού, για να μορφωθεί και να ενημερωθεί! Αλίμονο…» Τα χάχανα μετατράπηκαν σε επευφημίες. Τους θαύμασα. Ήταν Κύριοι με τα όλα τους, με τα ωραία τους φράκα, ντυμένοι ολόσωμοι με μιαν αξιοζήλευτη σιγουριά και ταμπεραμέντο που προφανώς πήγαζαν από τις βαθιές γνώσεις τους για το θέμα του Πολιτισμού. Ζήλεψα κρυφά. Τους φθόνησα είν’ η αλήθεια. Έριξα ένα βλέμμα στον εαυτό μου, στα σκονισμένα παπούτσια μου, στο άθλιο τζιν παντελόνι και στη φθαρμένη πολυκαιρισμένη μπλούζα μου. Τι ξέρω εγώ από πολιτισμό; Τίποτα! Σε μια άλλη ζωή το δίχως άλλο θα γίνω σαν κι αυτούς. Είναι κάτι που μου χρωστά ο Θεός, δεν χωρά αμφιβολία.

Νιώθοντας όλο και περισσότερο άβολα ανάμεσα σ’ αυτή την παρέα, πήρα τα πόδια μου και σύρθηκα δειλά ως το τραπέζι με τους αμίλητους και σκεφτικούς. Θες το ντύσιμο, θες η επιφανειακή έλλειψη συναισθηματικής έκρηξης, ανάμεσά τους ένιωθα πιότερο ταιριαστός. Μα τι να σκεφτόταν όλοι τους; Γιατί ήταν αμίλητοι; Σκούντηξα με τον αγκώνα μου έναν απ’ αυτούς που έμοιαζε στην ηλικία μου και είχε μια περιβολή σε μεγάλο βαθμό παρόμοια με τη δική μου. «Τι έχεις να πεις για τη μακαρίτισσα;» τον ρώτησα. Με κοίταξε με το ίδιο βλέμμα που κοιτούσε προηγουμένως τον απέναντι τοίχο της αίθουσας. Η ματιά του με διαπερνούσε σα να κοίταζε κάποιον πίσω μου κι εγώ να ήμουν φάντασμα. «Για τη συγκεκριμένη δεν έχω να πω τίποτα». «Μα πώς; Σε όλες τις άλλες παρέες όλο και κάτι είχαν να πουν» αντέτεινα με πείσμα. «Δεν με ενδιαφέρει η μακαρίτισσα, ούτε και η εκπομπή της». Στα λόγια του αυτά μου ξέφυγε ένα γρήγορο χάχανο. Είχα βρει τον άνθρωπό μου. Απ’ ότι φαίνεται είχε έρθει κι αυτός για το τσιμπούσι. «Τι λες να έχει για κυρίως γεύμα;» τον ρώτησα συνωμοτικά. Τότε το βλέμμα του μεταλλάχτηκε αίφνης από διαπεραστικό κι αόριστο σε συγκεκριμένο και με κάρφωσε επιπληκτικά. «Δεν με ενδιαφέρει τι θα έχει για φαγητό!» με μάλωσε. «Και τότε γιατί είσαι εδώ βρε άνθρωπε του θεού;» ρώτησα αδιάκριτα. Εκείνος με άδραξε από τη μπλούζα και με έφερε μια ανάσα από το πρόσωπό του. Η έκφρασή του είχε μαλακώσει και όλα τα χαρακτηριστικά του φανέρωναν θυμό. «Άκουσε με καλά,» μου είπε κοφτά. «Αυτό είναι μονάχα η αρχή. Η Μπήλιω είναι μια πρωτομάρτυρας. Θα επακολουθήσουν κι άλλοι. Είδες τους ανοιχτούς τάφους;» Του έγνεψα ναι με μια κίνηση του κεφαλιού μου. Εκείνος με ελευθέρωσε από την αρπάγη του. «Μου αρκεί η δήλωσή της: “…εγώ έδωσα όλες μου τις δυνάμεις για να είμαι σωστή…”. Δεν θέλω κάτι άλλο. Ήταν μια μέτρια εκπομπή. Καλύτερη, όμως, από το τίποτα. Καλύτερη από τις παρέες των γκέι που αλληλοτρίβονται και χαριεντίζονται μεταξύ τους ξεφωνίζοντας σαν υστερικές γυναικούλες. Πριν είχα κάτι, κάτι μέτριο, αλλά είχα κάτι. Τώρα μου το στέρησαν. Σε λίγο θα βλέπω μονάχα μάγειρες, κουτσομπόλες και μόδα. Σε ρωτώ, λοιπόν: χάρηκες που τη θάψαμε;»

Έμεινα για λίγο σκεφτικός. Θυμήθηκα τις παράτες των homunculi στα τηλεοπτικά πάνελ των εκπομπών που ονομάζουν lifestyle. Θυμήθηκα τα ανοιχτά παράθυρα πολιτικών εκπομπών απ’ όπου κάποια άλλα γραβατωμένα ανθρωπάρια με φωνασκίες δίνουν μάχη για να υπερκαλύψουν ο ένας το μονόλογο του άλλου. Θυμήθηκα τις ανταποκρίσεις από τη Μύκονο με την κάμερα να ζουμάρει στα γυμνά μεριά και τα παραγεμισμένα με σιλικόνη στήθη. Θυμήθηκα ένα σωρό… από το σωρό.

Και μετά από μακρά αναπόληση απάντησα στο συνομιλητή μου: «Μου έκοψες την όρεξη. Δε θα φάω σήμερα, ξέρεις γιατί; Γιατί μου ήρθε αηδία!»

Π.Σ.