Τρίτη 13 Μαΐου 2008

Κομμένες Σελίδες από το Ημερολόγιο μιας Μητέρας Παιδιού Indigo





2 Ιουνίου 1985

Σήμερα γέννησα ένα υγιέστατο αγοράκι στο μαιευτήριο Μ… Είμαι τόσο ευτυχισμένη που θέλω να βγάλω φτερά και να πετάξω. Ο Γιώργος είναι κι αυτός το ίδιο ευτυχισμένος και συνεχώς κοιτάζει το παιδί μας με ένα βλέμμα όλο θαυμασμό και πατρική στοργή. Για κάτι τέτοιες στιγμές αξίζει κανείς να ζει. Ω, πόσες και πόσες προσπάθειες δεν κάναμε για ένα παιδί! Πόσες στιγμές αγωνίας κι απελπισίας περάσαμε με τον άντρα μου ώσπου να έρθει επιτέλους αυτή η χαρμόσυνη μέρα στη ζωή μας! Όχι, όχι, ας μη σκαλίζω το παρελθόν μια τέτοια μέρα… ας μην αμαυρώσω τη χαρά με φαντάσματα από το παρελθόν. Είμαι επιτέλους μάνα… μάνα! Ω, θεέ μου… μου φαίνεται απίστευτο! Να, γέμισα τις προτάσεις με θαυμαστικά. Αυτός δεν είναι τρόπος να γράφει κανείς…



5 Ιουνίου 1985

Πλέω ακόμη σε πελάγη ευτυχίας. Δε λέω να ξεπεράσω το γεγονός. Ο Γιώργος με έχει «μη στάξει και μη βρέξει» καθώς λένε. Παρατηρεί εμένα και το γιο μας με μια ιδέα δέους και συνάμα με μια παράλογη φοβία, πρέπει να ομολογήσω. Μοιάζει να φοβάται μήπως σπάσουμε, μήπως πάθουμε κάτι, σαν να πρόκειται για δυο κρυστάλλινα πλασματάκια, σα να είμαστε το παιδί κι εγώ λεπτοδουλεμένα κρύσταλλα swarowski. Ομολογώ πως μου αρέσει αυτή η αντιμετώπιση. Αχ, μακάρι να κρατούσε για πάντα αυτή η ευτυχία!




6 Ιουνίου 1985

Το παιδάκι μου είναι πανέμορφο, ένα κατάξανθο αγγελούδι. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται κάπως περίεργο, μιας και ούτε εγώ ούτε ο άντρας μου είμαστε ξανθοί. Αν δεν έμοιαζε τόσο πολύ στο Γιώργο μου θα έλεγα πως τούτο το παιδί δεν είναι δικό μας. Έχω εκστασιαστεί από τις μικροσκοπικές διαστάσεις αυτού του ανθρώπινου θαύματος. Ένα τόσο δα πραγματάκι και μας έχει σκλαβώσει ολότελα. Δυο ενήλικες άνθρωποι είμαστε καθηλωμένοι να κοιτάζουμε τούτο το αγγελάκι και να έχουμε την προσοχή μας ολάκερη στραμμένη πάνω του.

Χαϊδεύω τις βελούδινες πατούσες του, το εύθραυστο κεφαλάκι του όπου αρχίζουν να ξεφυτρώνουν λεπτές, απαλές κατάξανθες τριχούλες σαν χρυσά στάχια του θέρους. Δε χορταίνω να βάζω το δάχτυλό μου μες στη μικρή του παλάμη για να αισθανθώ το ανεπαίσθητο κι αδύναμο σφίξιμό του. Πρώτη μου φορά μου φαίνονται τα δάχτυλά μου τόσο μεγάλα και χοντροκομμένα. Ανέκαθεν τα σύγκρινα με εκείνα του αντρός μου και μου φαινόταν τόσο λεπτά και ντελικάτα… τώρα είναι τα δάχτυλα μιας μάνας, πελώρια μπροστά σ’ εκείνα του μωρού της, ωστόσο γεμάτα στοργή και έτοιμα να γραπώσουν με ακατανίκητη μανία κάθε πράγμα, ζώο, ή άνθρωπο που θα θέσει σε κίνδυνο το σπλάγχνο της. Ναι, τα δάχτυλά μου, αυτά που τόσο απαλά χαϊδεύουν το θείο τούτο κεφαλάκι και ψαχουλεύουν τις ευένδοτες πηγές του βρεφικού κρανίου, τα ίδια δάχτυλα είναι ικανά να μετατραπούν σε φονικό όπλο απέναντι σε οποιοδήποτε δυνητικό κίνδυνο που ελλοχεύει.




15 Ιουνίου 1985

Εγώ κι ο Γιώργος συζητάμε ώρες ατελείωτες. Έχουμε ανοίξει πλήρως τις ψυχές μας και θωρούμε ο ένας τον άλλο σα μέσα από ακηλίδωτο καθρέφτη. Εγώ κάθομαι στην κουνιστή πολυθρόνα με το βρέφος μας στην αγκαλιά κι εκείνος πλάι μου. Μου είπε πως μοιάζω με ζωγραφικό πίνακα της «Μαντόνας με το Θείο Βρέφος» κάποιου ζωγράφου της Αναγέννησης… δυστυχώς το όνομά του μου διαφεύγει.

Χρειαζόταν ένα παιδί για να μας ενώσει τόσο άρρηκτα, να μας κάνει ένα σώμα, μια ψυχή. Θαρρώ πως τώρα πια αγαπώ ακόμη περισσότερο τον άντρα μου. Νιώθω πιο κοντά του. Χάρις σε τούτο το παιδί είμαστε, πλέον, αυτό που λένε: ολοκληρωμένη οικογένεια.

Με πιάνει έξαψη όταν το μωρό μας βυζαίνει από το στήθος μου, μια έξαψη σχεδόν ερωτική που με κάνει να σκιρτώ από μια παράξενη ηδονή. Τα στήθη μου ήταν πάντα μικρά σαν έφηβης κοπέλας, κάτι που με στενοχωρούσε κάπου – κάπου. Τώρα πια έχουν φουσκώσει, είναι μεστά και τροφαντά. Έχω την εντύπωση πως και ο Γιώργος είναι πλέον πιότερο ευχαριστημένος με το σώμα μου, γιατί πολλές φορές συλλαμβάνω το βλέμμα του που καρφώνεται με μια ιδέα ηδονής πάνω στα στήθη μου καθώς ταΐζω το παιδί… ίσως, πάλι, όλα αυτά να είναι ιδέα μου… δεν ξέρω… Ένα μόνο ξέρω και μπορώ να ομολογήσω με μια σιγουριά μεγαλύτερη κι από την ίδια την ομολογία της πίστεως: Είμαι ευλογημένη!

Ανέφερα πιο πριν πως συζητάμε πολλά και διάφορα με το Γιώργο. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν ήμασταν τόσο διάφανοι και ανοιχτοί ο ένας απέναντι στον άλλο. Μιλάμε επί παντός επιστητού: για τους γονείς μας, για τον τρόπο που γνωριστήκαμε, για τη μέρα του γάμου μας, για το μέλλον μας. Ωστόσο, κανένα θέμα συζήτησης δεν είναι πιότερο ενδιαφέρον από το πώς θα ονομάσουμε το γιο μας. Κάθε φορά που μιλάμε για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, προσπαθώ να γυρίσω την κουβέντα στο όνομα του παιδιού μας. Αδημονώ να το συζητήσω όσο γίνεται περισσότερο. Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως δε θέλω να καταλήξουμε σε κάποια λύση γιατί κάτι τέτοιο θα έδινε τέλος στην ευχαρίστηση της αναζήτησης. Είναι όπως ο ταξιδιώτης που ρεμβάζει στο κατάστρωμα του πλοίου αγναντεύοντας τον υδάτινο ορίζοντα, αντλώντας χαρά μεγαλύτερη από τη διαδικασία του ταξιδιού προς το νησί παρά από το ίδιο το νησί, ευχόμενος ούτε λίγο ούτε πολύ να μην έφτανε ποτέ στον προορισμό του ώστε να μπορεί να κάνει όσο το δυνατό περισσότερα σχέδια για το πώς θα περάσει τις διακοπές του.

Σε κάποια στιγμή ο Γιώργος μου ανέφερε μια ιδέα που του κατέβηκε στο νου για το όνομα του παιδιού και που μου φάνηκε τόσο γελοία που δε μπόρεσα να κρατηθώ να μη γελάσω. Μου είπε κατά λέξη: «Γιατί δεν το ονομάζουμε Αντρέα; Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που γεννήθηκε την ημέρα των εθνικών εκλογών! Ίσως είναι γραφτό του να γίνει κι αυτός ένας μεγάλος ηγέτης!» Στο άκουσμα της ιδέας του γέλασα τόσο πολύ που ένιωσα να αδειάζει ολάκερο ποτάμι από τα σωθικά μου και να στερεύω. Ο καημενούλης θίχτηκε λιγάκι με την ασυγκράτητη αντίδρασή μου, αλλά στο τέλος γέλασε κι εκείνος και παραδέχτηκε πως τον τελευταίο καιρό έλεγε όλο βλακείες εξαιτίας της τόσης ευτυχίας που τον πλημμύριζε.




28 Ιουνίου 1985

Είμαι σε απόγνωση! Δεν ξέρω τι να κάνω! Το μωρό δε θέλει να βυζάξει άλλο από το στήθος μου. Του προσφέρω απέλπιδα τη ρόγα στο στοματάκι του, αλλά μάταια: εκείνο κλαίει συνεχώς και αποστρέφει το κεφάλι. Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Ένα μονάχα προαισθάνομαι: αυτό δεν είναι καλό σημάδι!

Εδώ και δυο μέρες νιώθω τα νεύρα μου κουρέλια. Δε μπορώ να κοιμηθώ και ξεσπάω συνεχώς στον καημένο το Γιώργο. Τι να μου κάνει κι αυτός ο άμοιρος… Αρκετά ταλαιπωρείται από τα αδιάλειπτα κλάματα του παιδιού που τον κρατούν ξύπνιο όλο το βράδυ σε τέτοιο βαθμό που κοντεύει να λιποθυμήσει τις ώρες της δουλειάς του. Ορκιστήκαμε, όμως, να κάνουμε υπομονή και θα τηρήσουμε τον όρκο μας. Διανύουμε μια από τις πιο δύσκολες φάσεις και πρέπει να βγούμε νικητές για χάρη του μωρού μας…

Δεν αντέχω στην ιδέα πως θα διακόψω το θηλασμό! Είμαι μια αχρεία και άχρηστη λεχώνα!




11 Σεπτεμβρίου 1991

Πρώτη μέρα στο Σχολείο. Είναι ν’ απορεί κανείς πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια. Το αγοράκι μου, ο Αντρέας, είναι πανέτοιμος για τη Μεγάλη Αρχή. Αχ, πότε ήταν ένα τοσοδούλι μωρό στην αγκαλιά και πότε κιόλας φορτώνεται τη σχολική του τσάντα για να πάει στο Δημοτικό! Ο χρόνος είναι σαν το τρεχούμενο νερό: κυλά γαργαριστά μπροστά σου και γεμίζει ανάταση την ψυχή σου, αλλά ποτέ δε γυρνά ξανά πίσω. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι προετοιμασμένη ψυχολογικά για μια τέτοια δραστική αλλαγή. Δεν το χόρτασα το αγοράκι μου όσο επιθυμούσα. Τώρα τα πρωινά που ο Γιώργος λείπει στη δουλειά θα κυλούν απελπιστικά αργόσυρτα μες στη μοναξιά, δίχως να θωρώ τη γλυκιά φατσούλα του Αντρίκου μου και δίχως να μιλάμε για παραμύθια και φανταστικές ιστορίες. Τι θα απογίνω; Ώσπου να ‘ρθει το μεσημέρι θα νιώθω τόσο άδεια!

Από την άλλη μ’ έχει καταλάβει μια παράλογη φοβία για τον Αντρέα. Αγχωτικά ερωτήματα τριβελίζουν το μυαλό μου: Θα τα πάει καλά στο Σχολείο; Θα κάνει παρέες με τους συνομηλίκους του; Θα είναι κοινωνικός; Θα είναι καλός μαθητής; Θα τον αγαπάει η δασκάλα του; Θα είναι ασφαλής και θα ξεπεράσει τις παιδικές αρρώστιες που μαστίζουν τα παιδιά της σχολικής ηλικίας; Όλα αυτά τα ερωτήματα στριφογυρίζουν αδιάκοπα στο νου μου και με ταλανίζουν εδώ και κάμποσες ημέρες. Ο Γιώργος έχει εκνευριστεί μαζί μου. Προσπαθεί μάταια να με καθησυχάσει με λόγια κοινότυπα και τετριμμένα επιχειρήματα. Μα τι θαρρεί, τέλος πάντων; Πως δεν τα ξέρω όλα αυτά που μου λέει; Πως δεν τα έχω ακούσει κι εγώ κατά καιρούς; Πως δεν ενστερνίζομαι την κοινή λογική; Δεν είμαι καμιά παράφρονας, απλά είμαι μάνα και σαν κάθε μάνα σε τούτο τον πλανήτη ανησυχώ για το παιδί μου. Τι κι αν μας συμβουλεύουν οι παιδοψυχολόγοι, τι κι αν μας νουθετούν οι παιδίατροι; Όλα αυτά τα λόγια μοιάζουν τόσο ψεύτικα κι απόμακρα, δεν μου αγγίζουν την ψυχή. Αυτή τη στιγμή αγωνιώ βαθιά εντός μου… πρόκειται για το δικό μου παιδί!




20 Φεβρουαρίου 1992

Ο Αντρέας μου έχει πυρετό 39 και το κορμάκι του τρέμει από το ρίγος. Κοντεύω να τρελαθώ! Το προσωπάκι του έχει γεμίσει ανατριχιαστικά εξανθήματα και μες στο στοματάκι του έχει κάτι μικρές μπεζ κηλίδες. Ω, το μωρό μου είναι τόσο νωθρό κι αδύναμο. Παναγιά μου Μεγαλόχαρη, βοήθησέ με, κάνε να αναρρώσει πλήρως το παιδάκι μου, ο Αντρίκος μου! Σου τάζω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι του που θα έρθω να την ανάψω γονατιστή στην Τήνο! Θα παραγγείλω να φτιάξουν για τον Άγιο Ναό σου και ένα ολόχρυσο τάμα με τη μορφή του παιδιού μου και θα το κρεμάσω στην κατάφορτη από τάματα εικόνα σου με τα ίδια μου τα χέρια! Μονάχα κάνε καλά το παιδάκι μου, είναι και δικό σου παιδί όπως, εξάλλου, είναι και όλα τα παιδιά τούτης της Γης. Σε παρακαλώ… σε ικετεύω… μάνα είσαι κι εσύ και με καταλαβαίνεις!

Ο Γιώργος είναι κι εκείνος ανάστατος. Είναι σε μια διαρκή κίνηση. Πηγαινοέρχεται από το γραφείο του στο δωμάτιο του παιδιού και το κοιτά με ένα βλέμμα όλο φόβο ανάκατο με μια συναίσθηση ανημπόριας. Τηλεφώνησε στον παιδίατρο να έρθει στο σπίτι να δει τον Αντρέα. Πόσο αναίσθητοι είναι αυτοί οι γιατροί! Μας έβγαλε την πίστη μέχρι να αποφασίσει να έρθει. Όλο διευκρινιστικές ερωτήσεις ήταν στο τηλέφωνο. Α, δεν πάει άλλο… ως εδώ και μη παρέκει... θα βρούμε άλλο παιδίατρο!




12 Απριλίου 1992

Η δασκάλα του Αντρέα μου τηλεφώνησε σήμερα το πρωί να πάω να τη δω αφού θα τελείωνε το μάθημα. Κάτι συμβαίνει, λέει, με τον Αντρέα μου. «Κυρία Παπαδάκη, θα ήθελα να έρθετε στο Σχολείο μετά τη λήξη του μαθήματος για να μιλήσουμε για τον Αντρέα», αυτά ήταν τα λόγια της στο τηλέφωνο. Πόσο με ανησύχησε! Πρέπει να την τρόμαξα με την γεμάτη φόβο και απορία αντίδρασή μου που αναγκάστηκε ευθύς αμέσως να με καθησυχάσει λέγοντάς μου πως δεν επρόκειτο για κάτι κακό, μήτε για κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό, απλώς ήθελε να μου επιστήσει την προσοχή σε κάποια «ελάσσονα», όπως τα χαρακτήρισε, θέματα συμπεριφοράς του παιδιού στα πλαίσια του Σχολείου. Έκλεισα με φούρια το τηλέφωνο και ντύθηκα αμέσως παρότι ήταν ακόμη πρωί. Το σπίτι δε με χωρούσε. Τι φαγητό να ετοιμάσω και τι ρούχα να πλύνω από τη στιγμή που έλαβα ένα τέτοιο τηλεφώνημα! Τα παράτησα όλα και πήγα στο Σχολείο.

Όταν έφτασα εκεί, μόλις είχε χτυπήσει το κουδούνι για μάθημα και τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί μες στις αίθουσες, εκτός από μια μικρή ομάδα (έμοιαζαν με μαθητές προχωρημένων τάξεων) που παρέμειναν στο προαύλιο για το μάθημα της γυμναστικής. Τότε μου ήρθε μια εικόνα στο νου: της Σκύλας και της Χάριβδης. Ναι, τα σχολικά κτίρια μοιάζουν με τα δυο αυτά ομηρικά τέρατα που το ένα ξεβράζει μονομιάς όλα τα παιδιά στην αυλή με το χτύπημα του κουδουνιού για διάλειμμα και το άλλο τα ξαναρουφά με την ίδια ορμή πάλι μέσα μετά τον διαπεραστικό μηχανικό ήχο του επόμενου κουδουνιού. Έτσι όπως είχα γραπωθεί στο καγκελόφραχτο παραπέτασμα με το μούτρο μου χωμένο ανάμεσα σε δυο κάγκελα προσπαθώντας να διακρίνω σε κάποια έρημη γωνιά τον ανυπεράσπιστο Αντρέα μου, ο δάσκαλος της Γυμναστικής τά ‘χασε προς στιγμή και ήρθε προς το μέρος μου για να με ρωτήσει τι γύρευα εκεί σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν περίμενα να με πλησιάσει πολύ και αμέσως οπισθοχώρησα τρέχοντας προς ένα αντικρινό καφέ. Εκεί κάθισα βράζοντας στο ζουμί μου και ήπια ένα καφέ μπας και χαλαρώσω λιγάκι από την ένταση. Η ώρα δεν περνούσε κι έτσι ήπια κι άλλο, κι άλλο. Πήρα στο τηλέφωνο και το Γιώργο, αλλά δυστυχώς δεν καταφέραμε να μιλήσουμε μιας και πνιγόταν στη δουλειά.

Όταν, επιτέλους, έφτασε η ώρα για το ύστατο κουδούνισμα, το κουδούνισα που ηχεί πιο γλυκά και πιο καμπανιστά από οποιοδήποτε άλλο στο αυτί ενός παιδιού, όρμισα μες στο Σχολείο. Τα νεύρα μου ήταν τόσο τεντωμένα από το άγχος και τους πολλούς καφέδες που κόντεψα να πέσω κυριολεκτικά πάνω στη δασκάλα χωρίς να την προσέξω. Εκείνη με πήρε κατά μέρος και άρχισε να μου εξηγεί διακριτικά χαμηλόφωνα τη ζοφερή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, άγνωστο γιατί, ο μικρούλης μου.

Δεν ξέρω αν μπορώ να αντιμετωπίσω τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε χωρίς καν να το υποψιαστώ, αυτή τη νέα δοκιμασία στην οποία με έχει βάλει ο άπονος Θεός. Όση ώρα η δασκάλα του Αντρέα μου εξηγούσε το λόγο για τον οποίο με είχε καλέσει, εγώ έστεκα βουβή, με απλανές βλέμμα να κοιτάζω επίμονα το μαυροπίνακα, έχοντας απωλέσει κάθε δυνατότητα λογικής σκέψης κι αντίδρασης. Το πρόβλημα με τον Αντρέα έχει ως εξής: Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στο μάθημα ούτε για μια στιγμή. Συνεχώς ζωγραφίζει ασυνάρτητα σκίτσα στο τετράδιό του και δε δείχνει να ενδιαφέρεται ουδόλως για κανέναν και για τίποτα. Κάμποσα παιδιά προσέτρεξαν στη δασκάλα κλαμένα για να παραπονεθούν πως ο Αντρέας τους χτύπησε χωρίς κανένα απολύτως λόγο εν ώρα διαλείμματος. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η δασκάλα συνέλαβε κάμποσες φορές το παιδί μου να μιλά χαμηλόφωνα με κάποιο αόρατο άτομο δίχως να μπορέσει το αυτί της να πιάσει κάποια συγκεκριμένη λέξη από αυτά που το παιδί ψέλλιζε. «Θα μπορούσε κανείς να πει μετά βεβαιότητας πως ο Αντρέας πάσχει από το σύνδρομο της μειωμένης προσοχής που έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας τα τελευταία χρόνια» απόσωσε η δασκάλα την ώρα που εγώ ένιωθα τη γη να γλιστρά κάτω από τα τρεμάμενα πόδια μου. «Είναι πολύ αντικοινωνικός και ίσως χρειάζεται βοήθεια από κάποιο ειδικό, για παράδειγμα κάποιο παιδοψυχίατρο». Αυτά τα τελευταία λόγια στάθηκαν για μένα η χαριστική βολή. Μια σκοτοδίνη με τύφλωσε για ελάχιστα δευτερόλεπτα και κρατήθηκα από ένα θρανίο για να μην πέσω. Όταν συνήλθα, συγκέντρωσα όλο μου το κουράγιο για να ανακτήσω την αξιοπρέπειά μου. Έπρεπε να αμυνθώ. Δεν είναι δυνατό μια τυχάρπαστη δασκαλίτσα να συστήνει ψυχιατρική παρακολούθηση για το ΓΙΟ ΜΟΥ! «Δεν υπάρχουν κακοί μαθητές, ούτε προβληματικά παιδιά», αντεπιτέθηκα. «Υπάρχουν μόνο ανίκανοι δάσκαλοι!» Βρήκα τον Αντρέα μου και τον άρπαξα από το μπράτσο… μπορεί ακόμη και να το πόνεσα το αγοράκι μου με τη φούρια που με κατέλαβε. Ευθύς αμέσως τον πήρα από το παλιοσχολείο και πήγαμε στο ζεστό μας σπιτάκι.

Το απόγευμα μίλησα με το Γιώργο και του τα διηγήθηκα όλα με το νι και με το σίγμα. Εκείνος συνοφρυώθηκε και έμεινε αμίλητος και σκεφτικός. «Δεν υπάρχει περίπτωση να στείλω τον Αντρέα σε παιδοψυχίατρο!» ξεκαθάρισα μια και για πάντα τη θέση μου.



15 Ιουνίου 1992

Έφτασαν, επιτέλους, οι θερινές διακοπές που τόσο περίμενα. Ο Αντρέας έχει ανάγκη την ξεκούραση και εδώ, στο εξοχικό μας στην Ανάβυσσο, είναι το κατάλληλο μέρος για να ξεφύγει λιγάκι το μυαλουδάκι του από την πίεση που προκαλεί η σχολική χρονιά σε ένα μαθητή. Ο Γιώργος συνεχίζει κανονικά τη δουλειά του στην Αθήνα, διαμένοντας στη διάρκεια της εβδομάδας στο σπίτι μας στην Κηφισιά, κι έτσι έχω όλο το χρόνο στη διάθεσή μου για να χαρώ το γιό μου με την ησυχία μου εδώ στα ανατολικά.

Περνάμε ειδυλλιακές στιγμές οι δυο μας στην άμμο, χτίζοντας μικρά παλάτια με το κουβαδάκι και το φτυαράκι του, αληθινά κομψοτεχνήματα. Αχ, να μπορούσαμε ο Αντρέας κι εγώ να ζούσαμε μαζί για πάντα ευτυχισμένοι σε ένα τέτοιο παλάτι! Δε θα είχαμε ανάγκη κανέναν!.. Ούτε καν το Γιώργο (ντρέπομαι που μιλάω έτσι για τον ίδιο μου το σύζυγο, αλλά αυτή είναι η πλέρια αλήθεια έτσι όπως την αισθάνομαι ως τα κατάβαθα του «είναι» μου)…




14 Αυγούστου 1992

Η κατάσταση έχει ξεφύγει από τα όρια! Ταλανίζομαι από σκέψεις εφιαλτικές! Αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε δυο προοπτικές: να το αποκαλύψω στο Γιώργο, ή όχι. Προς το παρόν δε θα το κάνω. Ίσως είναι κάτι προσωρινό που θα σταματήσει κάποτε και τότε θα είμαστε και πάλι ευτυχισμένοι. Όχι, όχι… δε θα το αποκαλύψω στον άντρα μου γιατί τα παίρνει όλα τοις μετρητοίς και μπορεί να κάνει καμιά κουταμάρα.

Ακόμη και σε σένα, αγαπητό μου Ημερολόγιο, διστάζω να το εξομολογηθώ. Ω, μοιάζει τόσο επώδυνο, τόσο ζοφερό! Ο Αντρίκος μου μιλά με κάποιο φανταστικό φίλο! Παναγιά μου Μεγαλόχαρη, κάνε το θαύμα σου! Δεν μπόρεσα να έρθω στην Τήνο να σε προσκυνήσω εφέτος, αλλά να είσαι σίγουρη πως θα το κάνω του χρόνου οπωσδήποτε! Μη με τιμωρείς γι’ αυτή μου την παράλειψη!

Τι να κάνω; Πώς να το αντιμετωπίσω; Δεν έχω την εμπειρία και τις απαραίτητες γνώσεις για κάτι τέτοιο, το ομολογώ. Ωστόσο, μου είναι αδύνατο να αποτανθώ σε κάποιο από τους λεγόμενους «ειδικούς». Δεν μπορεί ΕΓΩ να ζω αυτή την κατάσταση. Δεν είναι δυνατό ο γιος ΜΟΥ να είναι σαν αυτές τις ακραίες περιπτώσεις που βλέπουμε στις ταινίες! Όχι!

Προσπάθησα να φέρω σε επαφή τον Αντρέα με το γιο του γείτονά μας μήπως και βγει από τον φαύλο κύκλο του φανταστικού φίλου. Μάταια. Δείχνει να μην ενδιαφέρεται καθόλου για το συνομήλικό του και απομονώνεται μόνος στην παραλία, ή στο δωμάτιό του και μιλά με τον αόρατο φίλο του. Δοκίμασα να μπω στο παιχνίδι του. Σκέφτηκα πως είναι κάποιο ανώδυνο καπρίτσιο της ηλικίας του και πως θα περάσει με το χρόνο. Δε θέλει να μου αποκαλύψει με ποιον συζητά χαμηλόφωνα κι αυτή του η επίμονη άρνηση με τρελαίνει. Λιώνω σαν το κεράκι κάθε φορά που τον ακούω από το διπλανό δωμάτιο να χαχανίζει μονάχος δίχως λόγο κι αφορμή, ή να ψιθυρίζει κάποιο δήθεν μυστικό στον φανταστικό του φίλο, σαν να μην πρέπει να το ακούσει άλλος κανείς.

Ωστόσο, περιμένω… περιμένω μες στις φλόγες της κόλασης που με καίνε και με τσουρουφλίζουν σύγκορμη. Θα περάσει…




10 Φεβρουαρίου 1997

Ο Αντρέας πηγαίνει στην έκτη τάξη του Δημοτικού. Τα προβλήματα με την κοινωνική συμπεριφορά του και τις μαθησιακές του δυσκολίες δεν έχουν εκλείψει ολότελα, παρά συνεχίζουν να υφίστανται με υφέσεις και εξάρσεις στα πλαίσια μιας εξουθενωτικής χρονιότητας. Εκεί που ο Γιώργος κι εγώ λέμε πως τα προβλήματα πλέον έπαψαν μια για πάντα, νά σου και υποτροπιάζουν με ποικίλη ένταση. Ένα μονάχα πρόβλημα εξαφανίστηκε μια για πάντα, κάτι που έκανε την κόλαση που ζω καθημερινά πιο υποφερτή: ο αόρατος φανταστικός φίλος δεν ξαναφάνηκε (και ούτε θα ξαναφανεί, θέλω να ελπίζω…)

Κατά τα άλλα το παιδί διατηρεί την ίδια κι απαράλλαχτη αντικοινωνική συμπεριφορά. Όσο δύσκολα κάνει καινούργιους φίλους, τόσο εύκολα τους διώχνει από κοντά του με την προβληματική συμπεριφορά του. Κανείς δε μπορεί να τον αντέξει, γιατί, όπως οι φήμες θέλουν, ο Αντρέας παρα-είναι σνομπ για να έχει φίλους. Υπάρχουν φορές που τον επιπλήττω για τη στάση του απέναντι στα άλλα παιδιά και του τονίζω πως δεν πρέπει να τα θεωρεί κατώτερα, απλά και μόνο επειδή τυγχάνει να μην ανήκουν στη δική μας ευκατάσταση κοινωνική τάξη. «Το γεγονός πως ζούμε σ’ ένα μεγάλο σπίτι στην Κηφισιά δε σημαίνει τίποτα απολύτως!» του λέω με έμφαση για να τον συνεφέρω. «Όλα τα παιδάκια είναι το ίδιο και έχουν το καθένα τις δικές του δυνατότητες, ασχέτως της κοινωνικής θέσης και του επαγγέλματος των γονιών τους». Ματαιοπονία…

Ίσως, από την άλλη, να μην πρόκειται για σνομπισμό και αυταρέσκεια. Ίσως ο Αντρέας μου να μην έχει πρόβλημα πρωτογενώς, αλλά δευτερογενώς. Με άλλα λόγια, εννοώ πως μπορεί να μην είναι εκείνος η πέτρα του σκανδάλου, η πηγή όλων των προβλημάτων, αλλά οι συμμαθητές του, που τον φθονούν για τα αγαθά και τις ανέσεις που έχει. Αυτό είναι και το πιθανότερο. Αχ, παιδί μου… συγχώρα με που σε αμφισβήτησα!

Αχ, πόσες και πόσες φορές έχω έρθει σε ρήξη με τον άντρα μου εξαιτίας της συμπεριφοράς του παιδιού! Εκείνος είναι της άποψης πως πρέπει να του ρίξει ένα γερό χέρι ξύλο για να τον συνετίσει, ενώ εγώ τρέμω από αποτροπιασμό μπροστά σε μια τέτοια προοπτική. Κανείς δε θα ακουμπήσει ποτέ το μονάκριβο γιό μου! Δεν θα αφήσω κανένα να σηκώσει χέρι επάνω του… ούτε καν τον ίδιο του τον πατέρα!





28η Οκτωβρίου 1999

Είμαι έξω φρενών με τον άντρα μου! Σήμερα συνέβη κάτι ανήκουστο, κάτι αδιανόητο! Ο άντρας μου χαστούκισε τον Αντρέα επειδή δεν δέχτηκε να συμμετάσχει στη σχολική παρέλαση! Ποιος να το ακούσει και να μην αναρριγήσει από τον αποτροπιασμό και την αηδία! Μα ποιος είναι αυτός που αξιώνει από το παιδί να συμμετέχει σε τέτοιες αναχρονιστικές φιέστες! Δε θα το ανεχτώ! Ο Αντρέας είναι αρκετά ώριμος (είναι στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου) και μπορεί, θαρρώ, να αποφασίζει μονάχος για τα «πιστεύω» του και να διαμορφώνει ο ίδιος την κοσμοθεωρία και τις ιδέες που θεωρεί προσφιλείς σ’ αυτόν και που του ταιριάζουν. Δεν είμαστε δα στο Μεσαίωνα! Όσο επιτυχημένος κι αν θεωρείται ο άντρας μου, εντούτοις δεν έχει κανένα δικαίωμα να επιβάλει τις ιδέες και τα «πιστεύω» του στον Αντρέα! Εξάλλου, ποιος είναι ο Γιώργος; Ξεχνά από πού ξεκίνησε και ποια ήταν η ως τώρα πορεία του; Μήπως θαρρεί πως είναι κανένας μορφωμένος και πεπαιδευμένος επιστήμονας; Τι κι αν έχουμε λεφτά και ζούμε στον αφρό της κοινωνίας. Ο Γιώργος είναι ένας χονδρέμπορας ζαρζαβατικών, από αυτούς που έκαναν την τύχη τους με τη νέα τάξη πραγμάτων κι εκμεταλλεύονται τους παραγωγούς τούτης της χώρας. Στην εποχή αυτή που όλα αγοράζονται με το χρήμα, μπορεί ακόμη κι ένας χονδρέμπορας (όσο χοντροκομμένος κι άξεστος κι αν είναι στους τρόπους και την εμφάνιση) να ζει στην Κηφισιά και να περνιέται για μεγαλοεπιχειρηματίας. Ζητώ συγνώμη, Ημερολόγιό μου, που μιλώ έτσι για τον ίδιο μου τον άντρα, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα κι εγώ ήμουν πάντα φιλαλήθης κι αντικειμενική… Ο γιος μου είναι ένα πλάσμα ντελικάτο, εκλεπτυσμένο στο μέγιστο βαθμό. Δε θα τον αφήσω να τον διαπλάσει ένας χονδρέμπορας που καταδυναστεύει τον κόσμο με το «επιχειρηματικό» του μικροαστικό μυαλό!

Στο σπίτι έγινε πραγματική μάχη. Ο Γιώργος έχασε ολότελα την υπομονή και την αυτοσυγκράτησή του και όρμισε στο παιδί με απειλητικές διαθέσεις. Όσο θυμάμαι το μάτι του που γυάλιζε από τη μάνητα αναρριγώ σύγκορμη! «Την επόμενη φορά που θα χτυπήσεις το παιδί θα σε χωρίσω» του είπα άθελά μου μες στο φόβο που με κατέλαβε τη στιγμή της πάλης. Όταν τα πράγματα ησύχασαν στο σπίτι και ο άντρας μου βγήκε να κάνει ένα περίπατο για να ηρεμήσει, εγώ πήρα κοντά μου τον Αντρίκο μου και προσπάθησα με τρόπο πολιτισμένο να τον νουθετήσω και να τον συμβουλέψω. Εξάλλου, έτσι λένε όλα τα περιοδικά περί ανατροφής του παιδιού και όλοι αυτοί οι διάσημοι ψυχολόγοι που βγαίνουν καθημερινά στα κανάλια και λύνουν τα προβλήματα του κόσμου. Τόσοι πολλοί επιστήμονες δεν μπορεί να κάνουν λάθος…

Το μεσημέρι που έγινε ο καβγάς απείλησα πως θα χωρίσω το Γιώργο, πάνω στα νεύρα μου και κυριευμένη από το φόβο, δίχως να το εννοώ ούτε κατ’ ελάχιστο. Τώρα, όμως, που γράφω ήρεμη, πλέον, πάνω στις σελίδες σου, αγαπημένο μου Ημερολόγιο, είμαι σίγουρη πως αν αυτός ο γορίλας ξαναχαστουκίσει το καημένο το παιδί… θα τον χωρίσω!




Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2001

Μαύρη Πρωτοχρονιά κάναμε εφέτος! Δε θα την ξεχάσω ποτέ όσο ζω και αναπνέω. Δεν ξέρω αν όλες οι δοκιμασίες που περνώ προέρχονται από εσένα, Μεγαλοδύναμε, αλλά θέλω να ξέρεις πως η υπομονή μου παίρνει ν’ αποσώνει. Δεν είμαστε όλοι σαν τον Ιώβ, είμαστε απλοί άνθρωποι με αδυναμίες και όρια.

Όχι, όχι, Θεέ μου, παίρνω πίσω τα άδικα αυτά λόγια μου, δεν τα εννοούσα! Δεν φταις Εσύ παρά μονάχα εγώ και μόνο εγώ. Εγώ επέτρεψα στον Αντρέα μας να βγει με τους φίλους του και να διασκεδάσει μονάχος απόψε. Ήταν, άραγε, κάτι τόσο τρομερό; Το παιδί πηγαίνει στην πρώτη τάξη του Λυκείου, δεν είναι δα και κανένα μωρό παιδί. Είναι αρκετά μεγάλος για να κάνει τη ζωή του όπως αυτός ορίζει.

Όχι, όχι, δε φταίω σε τίποτα εγώ. Ο άντρας μου φταίει που τον έχει τόσο πολύ καταπιέσει και έχει καταρρακώσει τον εφηβικό εγωισμό και την υπερηφάνεια του…. Κι όμως, ούτε κι εκείνος φταίει απόλυτα: η αμορφωσιά και οι γκροτέσκοι τρόποι του φταίνε. Νομίζει πως ο Αντρέας μας, το παληκαράκι μας, προορίζεται να γίνει σαν και δαύτον: ένας χονδρέμπορας της λαϊκής.

Τα ατυχή γεγονότα που συνέβησαν με τρόπο κατακλυσμιαίο εκείνο το βράδυ έχουν λίγο πολύ ως εξής:

Ο Αντρέας βγήκε με την παρέα του για να διασκεδάσουν (δεν μας έχει επιτρέψει να γνωρίσουμε τους φίλους του, κάτι το οποίο το σέβομαι). Κατά τις δύο τα ξημερώματα και αφού ο Καινούργιος Χρόνος διαδέχτηκε θριαμβικά τον παλιό και στρογγυλοκάθισε για μια ολόκληρη χρονιά στο θρόνο του φέρνοντας σε όλο τον κόσμο υγεία, αγάπη και ειρήνη, χτύπησε το τηλέφωνο. Νομίζοντας πως είναι ο Αντρέας μας έτρεξα μπροστά από τον άντρα μου για να σηκώσω το ακουστικό και να ακούσω τη γλυκιά φωνή του παιδιού να μου εύχεται τα «χρόνια πολλά». Όμως, αλίμονο, αντί για τη γνώριμη φωνή του Αντρέα ακούστηκε μια βαριά και τραχιά φωνή αγνώστου: «Είστε η κυρία Παπαδάκη;» Δεν πρόλαβα καλά – καλά να αποκριθώ και η αγριοφωνάρα ξανακούστηκε, μόνο που αυτή τη φορά ο τόνος της ήταν κατάφορτος από ειρωνεία και σαρκασμό συνάμα: «Σας τηλεφωνώ από το Αστυνομικό Τμήμα. Έχουμε εδώ το γιο σας εξαιτίας κάποιας παρανομίας στην οποία υπέπεσε μαζί με κάποιους άλλους νεαρούς φίλους του. Πρέπει να έρθετε στο Τμήμα». Η γραμμή έκλεισε απότομα κι εγώ έμεινα να κοιτώ με βλέμμα απλανές και χαύνο τη συσκευή του τηλεφώνου. «Τι έγινε;» έφτασε από το σαλόνι η φωνή του Γιώργου, «ποιος ήταν στο τηλέφωνο;» Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να του εξηγήσω. «Ντύσου να πάμε στο τμήμα» είπα με όση περισσότερη προσποιητή αυστηρότητα μπορούσα να συγκεντρώσω στη φωνή μου προκειμένου να αποφύγω τα χειρότερα…

Στο Τμήμα βρήκαμε τον Αστυνομικό βάρδιας και μάθαμε, αλίμονο, πως ο γιος μας έμπλεξε σε ένα καβγά στον οποίο αυτός και οι φίλοι του κυνήγησαν και χτύπησαν ένα γιο μετανάστη. Ω, πόσο απελπισμένη νιώθω αυτή τη στιγμή που γράφω. Ίσως ο Γιώργος μου να έχει δίκιο σε ό,τι αφορά στη συμπεριφορά του Αντρέα. Τον τελευταίο καιρό συμφωνώ μαζί του πως το παιδί μας έχει ξεπεράσει τα όρια. Κι αυτοί οι φίλοι του… φοβήθηκα λίγο μόλις τους αντίκρισα. Έμοιαζαν με skinheads. Πότε ο Αντρέας γνώρισε αυτά τα αποβράσματα; Πού γνώρισε αυτούς τους αλήτες; Ο ξανθός μου άγγελος παραείναι λεπτεπίλεπτος για να επιδίδεται σε τέτοιες πράξεις. Αυτοί τον παρέσυραν σε τέτοιες ακραίες συμπεριφορές… είμαι σίγουρη γι’ αυτό, όσο σίγουρη είμαι πως εγώ κι ο άντρας μου θα τον βοηθήσουμε να ξεφύγει από αυτή την «Αυλή των Θαυμάτων» όπου το καημένο το παιδί παραδέρνει, ποιος ξέρει πόσο καιρό τώρα, δίχως εμείς, οι γονείς του, που τον αγαπάμε και θέλουμε μονάχα το καλό του, να γνωρίζουμε ως τώρα τίποτα!

Δεν θέλω να περιγράψω τι επακολούθησε στο σπίτι… ήταν μια μαύρη Πρωτοχρονιά που όμοιά της ελπίζω να μην ξαναζήσει η οικογένειά μας…




16 Μαρτίου 2002

Ευτυχώς που υπάρχουν και καλοί άνθρωποι σε τούτο τον άγριο κόσμο, άνθρωποι που βοηθούν τους συνανθρώπους τους με όλες τις δυνάμεις που μπορούν να διαθέτουν από το μετερίζι όπου βρίσκονται. Ένα τέτοιο άνθρωπο γνώρισα στο πρόσωπο του αγαπημένου μου δημοσιογράφου, Κώστα Χαρδαβέλα.

Τι να πρωτοπώ γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Δε βρίσκω λόγια να περιγράψω το καλό που μου έχουν κάνει οι εκπομπές του. Είμαι, πλέον, πιστός οπαδός του. Τον ακολουθώ νοερά διαμέσου των εκπομπών του σε ό,τι κάνει. Η εκπομπή του «Το Παιδί μου, Αυτός ο Άγνωστος» στάθηκε για μένα πραγματική αποκάλυψη! Και τι δεν έμαθα από αυτήν! Πόσο πολύ με βοήθησε να γίνω μια καλύτερη μητέρα! Του χρωστώ ευγνωμοσύνη, κι αν κάποτε καταφέρω να τον συναντήσω και να τον γνωρίσω από κοντά θα του μιλήσω για το γιο μου και μένα και θα του εκμυστηρευτώ τα πάντα, το πόσο καλό μου έκανε, το πόσο με διαπαιδαγώγησε.

Αισθάνομαι αδήριτα την ανάγκη να ευχαριστήσω και όλους αυτούς τους Ψυχολόγους (σκόπιμα γράφω το πρώτο γράμμα με κεφαλαίο) που έχουν ως τώρα εμφανιστεί στην τηλεόραση και συμπαραστέκονται στις μητέρες όλης της Ελλάδας και συμπάσχουν μ’ αυτές συμβουλεύοντάς τες και νουθετώντας τες με άρτια από επιστημονικής πλευράς επιχειρήματα. Οι αγαπημένοι μου είναι η Τένια Μακρή, η Καπάτου, ο Δανιάς (ας με συγχωρέσουν οι υπόλοιποι που δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή τα ονόματά τους). Με τη μνεία που κάνω σ’ αυτούς μες στο Ημερολόγιό μου, πιστεύω πως τους ξεχρεώνω με το δικό μου τρόπο για το καλό που μου έκαναν, αποτίω κατά τις δικές μου δυνάμεις ένα φόρο τιμής σ’ αυτούς.

Γιατί βλέπω, πλέον, ολοκάθαρα τη διαφορά στη συμπεριφορά του παιδιού. Έχει ηρεμήσει και έχει γίνει το ίδιο (ίσως κι ακόμη περισσότερο) γλυκός, όπως όταν ήταν μικρό παιδάκι. Διακρίνω την αγάπη που τρέφει για μένα, τη μητέρα του, μες στα λαμπερά του καταγάλανα μάτια. Όταν μιλά μαζί μου ο τόνος της φωνής του είναι μελιστάλαχτος, πράος. Η σχέση μας διαπνέεται από μια σεραφική γαλήνη. Μ’ αγαπά πολύ και δεν παύει να μου δείχνει την αγάπη του σε όλο της το μεγαλείο, ανεμπόδιστα, απρόσκοπτα, ανοικονόμητα… Διανύουμε τη «χρυσή εποχή» και είναι όλα γύρω μου φωτεινά κι αισιόδοξα.

…Δε μπορώ να πω ότι ισχύουν τα ίδια και για τον πατέρα του. Εδώ και χρόνια ο άντρας μου διακατέχεται από μια απέχθεια απέναντι στο παιδί. Οι μεταξύ τους σχέσεις είναι τόσο τυπικές κι επιδερμικές, σχεδόν ανύπαρκτες. Ποτέ του δεν αγάπησε αληθινά τον Αντρέα μας. Δεν είναι ικανός να αγαπήσει κανέναν, ούτε κι εμένα… Το παιδί το διαισθάνεται, προσλαμβάνει την αρνητική ενέργεια και με το δίκιο του έχει απομακρυνθεί από κοντά του. Εμένα αγαπά περισσότερο, με λατρεύει με μια λατρεία αγνή κι αμόλευτη. Δεν ήταν, εξάλλου, λίγες οι προσπάθειες που έκανα για να αξίζω κάτι τέτοιο. Προσπάθησα, αγωνίστηκα, πέρασα στιγμές αγωνίας και μαρτυρίου συμπάσχοντας μαζί του, τον συμπόνεσα, έστερξα στις κάθε λογής ανάγκες του. Με μέντορα και καθοδηγητή μου τον Κώστα Χαρδαβέλα και όλους αυτούς τους Ψυχολόγους των τηλεοπτικών εκπομπών έφτασα στην ευτυχία.

Ο Αντρέας είναι τόσο καλό παιδί! Ένα πανέμορφο ξανθό παληκάρι, γέννημα δικό μου, κατάδικό μου. Αν δεν ήταν ο γιος μου… θα τον είχα ερωτευτεί…



21 Ιουλίου 2002

Αποκάλυψη!

Μόνο αυτή τη λέξη μπορώ να χρησιμοποιήσω για να περιγράψω αυτό που μου συμβαίνει, αυτή την αναστάτωση και την ακραιφνή ενέργεια που νιώθω βαθιά εντός μου και που αναστατώνει το «είναι» μου ωθώντας με στον έβδομο ουρανό! Είμαι ευλογημένη!

Λίγες ημέρες πριν επισκέφτηκα μια φίλη μου και ήπιαμε τσάι στο σπίτι της. Είναι μια καλή κυρία, σύζυγος επιχειρηματία. Το σπίτι της στη Γλυφάδα ένα χάρμα οφθαλμών! Και το δικό μου καλό είναι, αλλά αυτό… Τέλος πάντων, για να μη μακρηγορώ, εκεί που μιλούσαμε για τις οικογένειές μας και τα παιδιά μας, έπεσε στο τραπέζι ένα πολύ περίεργο εκ πρώτης θέμα συζήτησης: τα παιδιά Indigo. Η Ντέμπυ (έτσι λέγεται η φίλη μου αυτή) ισχυρίστηκε ότι η κόρη της (μια πανέμορφη ξανθιά κοπέλα που έχει την ίδια ηλικία με το γιο μου) είναι παιδί – Indigo. Τη ρώτησα σχετικά για να μάθω περί τίνος πρόκειται. Τότε άρχισε να μου μιλά γι’ αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο που όμοιό του δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ στα χρονικά της ανθρώπινης φυλής. Χρησιμοποιούσε ένα φρασεολόγιο και μια ορολογία εν πολλοίς άγνωστα σε μένα, κάτι μεταξύ συμβατικής επιστήμης και παραψυχολογίας, μεταφυσικής και αυτού που στα αγγλικά αποδίδεται με τον όρο “paranormal activity” (τα ελληνικά είναι πενιχρά ως προς τέτοιες έννοιες).

Έμεινα εκστασιασμένη, κυριολεκτικά κρεμάμενη από τα χείλη της! Μου μίλησε για μια καινούργια γενιά παιδιών που ήρθαν στον κόσμο τούτο στη δεκαετία του ‘80 κι έπειτα. Μου είπε πως, σύμφωνα με κάποια Nancy Ann Tappe, υπολογίζεται πως σήμερα ένα 70% των παιδιών ηλικίας μεταξύ 15 και 25 ετών, καθώς και το 97% των παιδιών ηλικίας κάτω από 10 ετών είναι αυτό που λέμε Indigo. Το indigo είναι χρώμα που στα ελληνικά αποδίδεται πιστότερα ως βιολετί, ή λουλακί και αφορά στην αύρα που εκπέμπουν αυτά τα παιδιά γύρω τους. Αυτά τα παιδιά ανήκουν στο λεγόμενο κίνημα New Age που θα κυριαρχήσει στον κόσμο μες στα επόμενα χρόνια και έχουν απίστευτες δυνατότητες, ικανότητες που δεν μπορεί να συλλάβει ο νους του ανθρώπου. Γνωρίζουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ξέρουν να τιθασεύουν τα συναισθήματά τους, μιας και το συναίσθημα είναι ένα αταβιστικό κατάλοιπο του παρελθόντος το οποίο δεν χρειάζεται πλέον ο άνθρωπος στη νέα χιλιετία. Απαλλαγμένος από το συναίσθημα μπορεί κανείς να μεγαλουργήσει, να γίνει ηγέτης, να κρίνει αντικειμενικά, να έχει ενόραση. Για φαντάσου! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η έκσταση που με κατέλαβε πήρε να φουντώνει ακόμη περισσότερο και να με κυριεύει σύμψυχα όταν η Ντέμπυ μου αποκάλυψε ότι ένα ακόμη χάρισμα που έχουν αυτά τα παιδιά είναι πως, χάρη στην περίεργη, εξωπραγματική τους αύρα μπορούν να γιατρεύουν ασθένειες με ένα τους άγγιγμα! Είναι να τα χάνει κανείς…

Αμέσως κατάλαβα πως ο Αντρέας μου είναι κι αυτός ένα παιδί Indigo, ένα τέτοιο χαρισματικό πλάσμα του New Age, της Νέας Εποχής. Είναι ένας μικρός Χριστούλης που ήρθε σε τούτο τον κόσμο για να τον κάνει καλύτερο, για να ηγηθεί και να φέρει, μαζί με τους ομοίους του, την παγκόσμια ειρήνη και ευημερία. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου γι’ αυτή την αποκάλυψη! Σου είμαι ευγνώμων αιώνια!

Φεύγοντας από το σπίτι της Ντέμπυ, εκείνη μου πρότεινε να διαβάσω το βιβλίο “The Indigo Children: The New Kids Have Arrived” των Lee Carroll και Jan Tober που πρωτοεκδόθηκε μόλις τέσσερα χρόνια πριν, το 1998. Δεν έχασα χρόνο. Το παρήγγειλα ευθύς αμέσως και το διάβασα μονορούφι (ευτυχώς γνωρίζω αγγλικά λόγω της καλής μου ανατροφής).

Αχ, να ‘ταν εδώ κοντά μου ο Αντρίκος μου για να του τα εξηγήσω όλα, να του πω πόσο διαφορετικός είναι από τον χοντροκομμένο και βάρβαρο πατέρα του, πόσο τυχερός στάθηκε που γεννήθηκε στα μέσα του ’80! Αυτή την περίοδο είναι πολύ μακριά μου στην Ιταλία, όπου κάνει τις διακοπές του με τη καινούργια του φιλενάδα. Σχίζεται η ψυχή μου που δε μπορώ να μοιραστώ μαζί του την Αποκάλυψη που μόλις έζησα… Μήπως δεν πρέπει να του το πω από τώρα; Μήπως είναι ακόμη πολύ νωρίς και με τα άγαρμπα λόγια μου τον επηρεάσω αρνητικά; Δεν είμαι σίγουρη… αμφιταλαντεύομαι… Πώς να κρατήσει κανείς κρυφό ένα τέτοιο νέο, πώς να μην τρέξει παντού σ’ όσους ξέρει και δεν ξέρει για να το διαδώσει!

Ας είναι. Θα περιμένω να γυρίσει από τις διακοπές του και θα αποφασίσω τότε τι θα κάνω…




11 Φεβρουαρίου 2003

Στο σπίτι έγινε φοβερός καυγάς για τους βαθμούς του Αντρέα. Ο Γιώργος έχει αφρίσει και τριγυρνά από δωμάτιο σε δωμάτιο μουγκρίζοντας σαν τον Μινόταυρο. «Σε λίγους μήνες θα δώσει πανελλήνιες αυτό το ζώον! Τι θα πάει να γράψει;» μαινόταν όλο το απόγευμα ο άντρας μου. «Ζώον είσαι εσύ και το βάρβαρο επάγγελμά σου!» τόλμησα να αντιμιλήσω σε έντονο τόνο, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην κλάψω από την αγανάκτηση. Άκου «ζώον» το παιδί μας! Είναι λόγια πατέρα αυτά; Τι κι αν πήρε τέτοιους βαθμούς… έτσι είναι όλα τα Indigo παιδιά: ασυμβίβαστα και αδιάφορα απέναντι στην ξεπερασμένη, στεγνή, μονολιθική και αποστειρωμένη εκπαίδευση που τους παρέχουν τα σημερινά Σχολεία. Δεν φταίει εκείνος που οι καθηγητές του είναι μέτριοι, ανίκανοι να αντιληφθούν τις πάμπολλες και ποικίλες ιδιαιτερότητες ενός παιδιού Indigo.

«Θα κάνει μια τρύπα στο νερό στις τελικές Εξετάσεις. Λυπάμαι τα χρήματα που ξόδεψα για να τον πάω στα καλύτερα φροντιστήρια. Καλύτερα να τα έτρωγα στραγάλια!» Θεέ μου τι άξεστος άνθρωπος, quelle vulgarité! «Δεν χρειάζεται να πάει σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Θα τον στείλουμε να σπουδάσει management στην Αγγλία, εκεί που πάνε όλα τα παιδιά του καλού κόσμου και γίνονται οι καλύτεροι managers», αντέτεινα στις προσβολές του και, διατηρώντας την ψυχραιμία και την αυτοσυγκράτησή μου, συνέχισα λέγοντας πως λεφτά, δόξα τω Θεώ, έχουμε υπερ-αρκετά για κάτι τέτοιο. Δε μπορείς, αγαπητό μου Ημερολόγιο, να φανταστείς τι μου απάντησε αυτός ο γορίλλας, αυτός ο Ούνος, ο Βάρβαρος! Με πιάνει η απόγνωση όταν αναθυμούμαι τα τελευταία του λόγια πριν βροντήξει με πάταγο την εξώπορτα του σπιτιού και φύγει: «Άκου να σου πω», μούγκρισε κατακόκκινος από οργή, «δε θα μου φάτε άλλα λεφτά εσύ και τούτο το στουρνάρι. Προτιμώ να τα φάω όλα μόνος μου στις πουτάνες!»

Μια λέξη μπορώ να πω για όλα αυτά: Καταισχύνη!




7 Μαρτίου 2004

Είμαστε, καθώς λένε, στα χωρίσματα με το Γιώργο. Με χαρακτήρισε, ούτε λίγο ούτε πολύ, τρελή, παθολογική περίπτωση, ανίκανη μάνα, αχαλίνωτη, με λίγα λόγια: παρανοϊκή!

Πες μου, καλό μου Ημερολόγιο, αξίζω, άραγε, όλους αυτούς τους άδικους χαρακτηρισμούς, αυτή την επίθεση κατάφορης χυδαιότητας; Και όλα αυτά γιατί; Γιατί αγαπώ το παιδί μου όπως κάθε μάνα οφείλει να αγαπά; Επειδή πιστεύω στις ξεχωριστές του ικανότητες; Επειδή θέλγομαι από το μεταφυσικό και την παραψυχολογία; Μήπως γιατί δεν είναι αρκετά ώριμος και καλλιεργημένος για να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα: πως το παιδί μας είναι Indigo;

Μου μίλησε ψυχρά και με εξοργιστική απάθεια για διαζύγιο. Έκανε, μάλιστα, και χιούμορ λέγοντάς μου πως ανέκαθεν τα μεγάλα γεγονότα στη ζωή του συμβάδιζαν, για λόγους ανεξήγητους, με την πολιτική πορεία αυτού του τόπου. Έτσι αποφάσισε να μου ζητήσει διαζύγιο τη μέρα των βουλευτικών εκλογών. Έφτασε σε τέτοιο σημείο παραλογισμού που περίμενε τα πρώτα αποτελέσματα των exit polls για να μου το αναγγείλει. «Στη χώρα αυτή γίνεται μια νέα αρχή καθώς βλέπεις», μου είπε μειδιώντας σαρκαστικά. «Το παρελθόν έχει τη θέση του στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Είναι καιρός να κάνω κι εγώ μια νέα αρχή στην προσωπική μου ζωή. Θα σου χαρίσω το σπίτι και… τον γιο μας».


Ως εδώ και μη παρέκει. Με έπιασε υστερία και κόντεψα να τον ξεσκίσω με τα νύχια μου. Δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ και καθώς αχνοχάραζε, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου με βρήκαν κατάστεγνη από δάκρυα κι απαλλαγμένη από κάθε συναίσθημα.

Τώρα που ο Αντρέας μου σπουδάζει στο Λονδίνο και δεν τον έχει ανάγκη, ίσως δεν είναι και τόσο κακή η ιδέα του διαζυγίου.

Αφού θέλει διαζύγιο, θα το έχει!




21 Αυγούστου 2004

Υπογράφτηκε το διαζύγιο κοινή συναινέση και επιδικάστηκε για μένα και τον Αντρέα μια διόλου ευκαταφρόνητη διατροφή. Εξάλλου, οι δουλειές του Γιώργου ως μεσάζοντα ζαρζαβατικών, τώρα που το ευρώ έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, πάνε πολύ καλά. Συμφωνήσαμε να πουλήσουμε και το εξοχικό στην Ανάβυσσο και να μοιραστούμε την αμοιβή. Αυτό το σπίτι πάντα με στοίχειωνε. Εκεί είχα πρωτοδιαπιστώσει έντρομη πως ο Αντρέας μου είχε φανταστικό φίλο. Είναι για μένα το σπίτι των φαντασμάτων. Καλά θα κάνουμε να το πουλήσουμε, δε θέλω να το θυμάμαι.

Ένα μονάχα με παρηγορεί και μου δίνει ψυχική δύναμη καθ’ όλη ετούτη τη διάρκεια της ψυχοφθόρου διαδικασίας στην οποία έχω μπει και παραδέρνω: ο γιος μου. Συχνά – πυκνά μου τηλεφωνεί από το μακρινό Λονδίνο και μου λέει τα νέα του. Άλλοτε, πάλι, μου στέλνει τρυφερά γράμματα με φωτογραφίες, στιγμιότυπα από την όμορφή ζωή του στο μακρινό βορά. Χάρη στο γιο μου συνεχίζω να ζω…

Τελευταία έπεσε στα χέρια μου ένα παλιό βιβλίο καθώς τακτοποιούσα το σπίτι και ξεκαθάριζα παλιά, σκονισμένα πράγματα για να ξεγελάσω τη μοναξιά μου. Είναι κάποιου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας ονόματι Arthur C. Clarke και τιτλοφορείται “Οι Επικυρίαρχοι” (στα αγγλικά ο τίτλος είναι: “Childhood’s End”), γραμμένο το 1953. Στις σελίδες του ανακάλυψα ότι τα παιδιά Indigo δεν είναι καθόλου μια καινούργια υπόθεση. Από το 1953 κιόλας γίνεται αναφορά γι’ αυτά, δίχως να δίνεται ο χαρακτηρισμός “Indigo”. Μαγεύτηκα από τις φανταστικές, μελλοντολογικές και σχεδόν “νοστραδαμικές” εικόνες που ξεπηδούσαν από εκείνο το βιβλίο. Ωστόσο, δεν κρύβω πως με κυρίευσε σύνωρα κι ένας παράξενος φόβος καθώς διάβαζα την περιγραφή των εξωγήινων “επικυρίαρχων”: ήταν κερασφόροι δαίμονες με φτερά νυχτερίδας, έτσι όπως περιγράφονται διαχρονικά στη χριστιανική παράδοση.


30 Απριλίου 2005

Είδα σε DVD την ταινία “Village of the Damned” του John Carpenter και πολύ φοβήθηκα έτσι όπως ήμουν ολομόναχη στο σπίτι. Αυτά τα παιδιά στην ταινία… αυτά τα καταραμένα παιδιά με τα ξανθά μαλλιά και τα σατανικά λαμπυρίζοντα μάτια… ω, αυτά τα παιδιά μπορεί να είναι Indigo!

Γράφω αυτή τη στιγμή για να καταπραΰνω τις φοβίες που μ’ έχουν κυριεύσει. Άναψα όλα τα φώτα στο σπίτι για να έχω άμεση οπτική επαφή με κάθε χώρο, μην τύχει και εμφανιστεί μπροστά μου κανένα τέτοιο κολασμένο παιδί. Γράφω για να ξεχαστώ.

Ο Αντρέας μου δεν έχει καμία σχέση με τέτοια πράγματα, γι’ αυτό είμαι σίγουρη!



13 Οκτωβρίου 2006

Ω, πόσο λάθος έκανα! Είμαι μια ξεμωραμένη μάνα που αφήνει να ξεφεύγουν από το στόμα της ακατάσχετες ανοησίες! Τι πήγα κι έκανα σήμερα!

Ο Αντρέας μου έστειλε με το ταχυδρομείο κάποιες καινούργιες φωτογραφίες του, όπου απεικονίζονταν οι καινούργιοι του “κολλητοί”. Άνοιξα το φάκελο με μια ασυγκράτητη αδημονία και έπιασα μία – μία τις φωτογραφίες στα χέρια μου για να τις αποθαυμάσω… αλλά τι να δω; Στις φωτογραφίες ήταν ο Αντρίκος μου, το κατάξανθο αυτό παληκάρι, με ένα τσούρμο μαύρους με εγκληματικές φάτσες! Αυτοί είναι οι φίλοι του; Από όλους τους ευγενείς, γαλαζοαίματους, φλεγματικούς Άγγλους, εκείνος προτίμησε να συναναστραφεί με μια τέτοια συμμορία; Και, σαν να μην έφτανε αυτό το σοκ, σε δύο από τις εν λόγω φωτογραφίες πόζαραν σε άκρως προκλητικές στάσεις τρεις κάτασπρες σαν το γάλα κοπέλες (πιθανολογώ πως πρόκειται για Αγγλίδες), των οποίων η αμφίεση (δεκάδες σκουλαρίκια σε μύτη, φρύδια, χείλη και πηγούνι, σούπερ μίνι που άφηναν σε κοινή θέα ένα τμήμα της κυλόττας) παρέπεμπε μονάχα σε κοινές πόρνες. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Το συναίσθημα που με κυρίευσε δεν ήταν τόσο ο θυμός όσο μάλλον ο φόβος και η αγωνία για την κατάσταση του γιου μου στη μακρινή αυτή χώρα.

Του τηλεφώνησα αμέσως, αλλά δεν απάντησε. Συνέχισα, ωστόσο, με αμείωτη υπομονή να του τηλεφωνώ, ώσπου κατά το βραδάκι τον πέτυχα. Διακατεχόμενη από αγωνία, του μίλησα απότομα και δίχως περίσκεψη. «Ποιοι είναι όλοι αυτοί στις φωτογραφίες, μπορείς να μου πεις;» του φώναξα έξαλλη. «Τι θαρρείς πως κάνεις εκεί πέρα; Το ξέρεις ότι οι σπουδές σου μου στοιχίζουν περί τα 3.000 ευρώ μηνιαίως; Να σε δω τι θα κάνεις αν ο πατέρας σου μας κόψει τη διατροφή!» Ήμουν σε ντελίριο, το παραδέχομαι. Όπως, επίσης, παραδέχομαι ότι ήμουν άδικη. Δεν τα γνώριζα αυτά τα παιδιά στις φωτογραφίες και, παρόλα αυτά, τα κατέκρινα όντας προϊδεασμένη από την ελληνική πραγματικότητα. Έκανα λάθος, αλλά τι να γίνει; Μάνα είμαι και ανησυχώ. Ως ένα βαθμό οι φόβοι μου είναι δικαιολογημένοι.

Ο Αντρέας μου έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα και στις επόμενες επανειλημμένες προσπάθειες που έκανα όλο το βράδυ για να επικοινωνήσω και πάλι μαζί του δεν ξανασήκωσε το ακουστικό.

Αν χάσω τον Αντρέα, θα μείνω ολομόναχη σε τούτο τον κόσμο…



25 Δεκεμβρίου 2006

Είναι Χριστούγεννα. Όλος ο κόσμος έχει γιορτή, μα η χαρμόσυνη ατμόσφαιρα που διαχέεται παντού τριγύρω δεν έχει πλησιάσει το σπίτι μου. Είμαι μια γυναίκα – ζόμπι, μια ζωντανή νεκρή. Τριγυρνώ άσκοπα μες στο σπίτι και αισθάνομαι ότι θα πάθω ασφυξία, ότι θα λιποθυμήσω και θα με βρουν νεκρή μετά από ημέρες. Εφέτος δεν στόλισα ούτε δέντρο, ούτε έκανα οποιαδήποτε γιορτινή ετοιμασία. Αχ, πόσο ζηλεύω τις άλλες μανάδες που έχουν υποδεχτεί τα παιδιά τους και τα περιποιούνται! Είμαι μια ύπαρξη τραγική.

Ο Αντρέας μού τηλεφωνεί αραιά και πού και κάθε φορά για λίγα μονάχα λεπτά. Πώς είναι δυνατό να μου φτάσουν αυτά τα λίγα λεπτά επικοινωνίας; Τι να πρωτοπεί κανείς μες σε τόσο ασφυκτικά περιορισμένο χρόνο; Πνίγομαι… δεν έχω λόγο ύπαρξης… θα πεθάνω μονάχη… Θέλω τον Αντρέα, το παιδί μου, το μονάκριβο γιό μου!

Είναι, λέει, στο Παρίσι για τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές μαζί με μια φίλη του. Μακάρι να είναι καλά κι ας μ’ έχει ξεχάσει…



10 Μαΐου 2008

Αποκάλυψη! …ή καλύτερα: Αποκάλυψη ξανά!

Είδα την εκπομπή "Οι Πύλες του ανεξήγητου" του αγαπημένου μου δημοσιογράφου, Κώστα Χαρδαβέλα στην τηλεόραση και στάθηκε για μένα μεγάλη παρηγοριά κι απάγκιο. Το θέμα της εκπομπής ήταν τα παιδιά Indigo και όχι μόνο… Για τα παιδιά Indigo ξέρω τα πάντα, έχω παρακολουθήσει όλες τις συζητήσεις που έχουν γίνει ως τώρα, έχω πάει σε συνέδρια, σεμινάρια, έχω επισκεφτεί κατ’ ιδίαν πολλούς ειδικούς επί του θέματος. Μην ξεχνάτε πως εγώ η ίδια έχω ένα τέτοιο χαρισματικό παιδί. Ως εκ τούτου, η εκπομπή αυτή δεν προσέθεσε στις γνώσεις μου κάτι παραπάνω από αυτά που ήδη γνωρίζω.

Η Αποκάλυψη, όμως, εμφανίστηκε σε μένα για άλλο λόγο: μιλώ για τα παιδιά Crystal (τα “κρυστάλλινα παιδιά”) και τα παιδιά Rainbow (τα “παιδιά του Ουράνιου τόξου”) που αρχίζουν να γεννιούνται και που αποτελούν, κατά τα λεγόμενα του έγκριτου αυτού δημοσιογράφου, τη συνέχεια των παιδιών Indigo με επαυξημένες μεταφυσικές ικανότητες. Εκστασιάστηκα από όσα λέχθηκαν στη διάρκεια της εκπομπής, έμεινα κυριολεκτικά άναυδη! Θεέ μου, τι αξιοθαύμαστα σχέδια που κάνεις για το μέλλον αυτής της άμοιρης ανθρωπότητας!

Έπειτα σκέφτηκα πως παιδιά Crystal μπορεί να είναι ήδη ανάμεσά μας, ακόμη και στην χώρα μας. Ίσως είναι τα λεγόμενα παιδιά – Emo! Πρέπει να το διασταυρώσω, πρέπει να μάθω περισσότερα. Θα τηλεφωνήσω στην εκπομπή για να με φέρει σε επαφή με όποιον μπορεί να γνωρίζει κάτι παραπάνω. Είμαι ικανή να ταξιδέψω και στο εξωτερικό για να συναντήσω τους ειδικούς επί του θέματος και να συζητήσω μαζί τους. Το ‘βαλα σκοπό να πάω και στο ξενοδοχείο Athens Electra το άλλο Σάββατο για να δω από κοντά τον κύριο Gordon Smith, που υποστηρίζει πως συνομιλεί με τις ψυχές του Κάτω Κόσμου. Ανέκαθεν με τραβούσαν οι σεάνς. Αφού ο κύριος Χαρδαβέλας κάλεσε αυτόν τον άνθρωπο στην έγκριτη εκπομπή του, μου είναι αδύνατο να φανταστώ πως υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να αποδειχτεί ένα τραγικό φιάσκο. Είμαι σχεδόν βέβαιη για το ότι ο Gordon Smith έχει το χάρισμα να επικοινωνεί με τους νεκρούς. Πρέπει να τον συναντήσω όπωσδήποτε! Εξάλλου, ενθυμούμενη την περίπτωση του Γιούρι Γκέλλερ, μόνο θετικά λόγια έχω να πω για όσους καλεί ο Χαρδαβέλας στην εκπομπή του. Δεν υφίσταται ούτε η παραμικρή υποψία φάρσας, δεν διαφαίνεται το παραμικρό ψιμμύθι πλάνης. Α, όλα κι όλα… μιλάμε για τον κύριο Κώστα Χαρδαβέλα!

Ας γυρίσω, όμως, πίσω στο θέμα που με έχει σχεδόν ολοκληρωτικά απορροφήσει: Αν αληθεύει πως τα παιδιά – Emo ανήκουν στην κατηγορία των παιδιών Crystal θα πρέπει να σκεφτώ πολύ σοβαρά ακόμη και την περίπτωση να υιοθετήσω ένα τέτοιο παιδί… ειδικά τώρα που είμαι ολομόναχη δίχως τον μονάκριβο Αντρέα μου…

Για ένα μονάχα λόγο λυπάμαι που χώρισα με το Γιώργο: αν ζούσαμε ακόμη μαζί θα κάναμε ακόμη ένα παιδί και αυτό θα ήταν με βεβαιότητα παιδί – Crystal!

Αλίμονο, τι θα απογίνω;…


____________________________________


Θα ήθελα να ευχαριστήσω ολόψυχα τον Κώστα Χαρδαβέλα, που με την εκπομπή του "Οι Πύλες του Ανεξήγητου" του Σαββάτου, 10 Μαΐου 2008 μου έδωσε την ιδέα για το post αυτό

____________________________________




Παναγιώτης Σιμιτσής















Κυριακή 27 Απριλίου 2008

'Αναμνήσεις επί Χάρτου, κείμενα για τη βιβλιοφιλία' του Umberto Eco




Umberto Eco, Αναμνήσεις επί χάρτου, κείμενα για τη βιβλιοφιλία, εκδόσεις:
Ελληνικά Γράμματα, 2007. Μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη. ISBN: 978-960-19-0141-1.
Τίτλος πρωτοτύπου: La Memoria Vegetale e altri scritti di bibliofilia, RCS
Libri: S.p.A., Milano Bompiani, 2006.
Διαστάσεις: 14cmx20,7cm, μαλακό
εξώφυλλο με φωτογραφία από τον Κώστα Χουχουλή, σελιδοποίηση από την Παναγιώτα
Δημοπούλου. Υπεύθυνη έκδοσης: Άννα Αστρινάκη.
Κείμενο σε 32 γραμμές. Σελίδες
280 εκ των οποίων οι 2 πρώτες και οι τρεις τελευταίες είναι λευκές. Διαρθρωμένο
σε 4 μέρη και 19 κεφάλαια. Εικονογράφηση ασπρόμαυρη στις σελίδες 137-144 (μη
αριθμημένες). Σελίδα 137: Χάναου 1609, Πίνακας του Rebis, σελίδα 138: Χάναου
1609, Πίνακας του εργαστηρίου, σελίδα 139: Χάναου 1609, Πίνακας του Ροδόσταυρου,
σελίδα 140-141: Δισέλιδος in folio πίνακας χωρίς λεζάντα, σελίδα 142: Πίνακας
του Αδάμ και της Εύας ή του Ανδρόγυνου Αδάμ, σελίδα 143: Πίνακας χωρίς λεζάντα,
σελίδα 144: Αμβούργο 1595, σελίδα τίτλου, σελίδα 155: Λίστα πινάκων.
Ιδιαίτερα γνωρίσματα: λεκές από καφέ στο δεξιό περιθώριο της σελίδας 53,
ιδιόχειρες σημειώσεις με μολύβι από τον γράφοντα στα marginalia των σελίδων 99,
111 και 168. Η συγκεκριμένη έκδοση δεν διαθέτει λετρίνες και βινιέττες, ούτε
entrelacs.
Θεματολογία: Christiano-Kabalisticvm, Divino-Magicum,
Physico-Chymicvm, Catholicon, Orthodoxiae, Philosophiae, Theosophiae, Medicinae.

Ναι, είμαι υπερήφανος που είμαι ο κάτοχος αυτού του πολύτιμου τόμου του Μεσαιωνολόγου-Φιλοσόφου-Σημειολόγου-Διδασκάλου Umberto Eco! Δε θυμάμαι πώς έφτασε στα χέρια μου τούτο το κατάσκεπο από σκόνη και καταπλακωμένο από τη λήθη των αιώνων βιβλίο. Θυμάμαι μονάχα τη στιγμή που φύσηξα απαλά, με θρησκευτική κατάνυξη, το εμπροσθόφυλλό του για να διώξω τη σεπτή, ιερή σκόνη της πολυκαιρίας από πάνω του και να φέρω στο φως τούτο το κειμήλιο! Αδυνατώ, όμως, να θυμηθώ τον μυστηριώδη τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή μου…
Ροδόσταυροι, Σιωνιστές, Αποκρυφιστές, Ελευθεροτέκτονες και Μεσιανιστές όλου του Κόσμου, όλοι όσοι ζήσατε πριν από εμένα, όλοι όσοι ζείτε συγχρόνως με μένα και όλοι όσοι θα ζήσετε μετά από εμένα, ουέ και αλίμονό σας! Κατέχω τον μοναδικό κι ανεπανάληπτο τούτο τόμο, είμαι ο ένας και μοναδικός Κύριος αυτής της λυδίας λίθου! Κατέχω το φως, το μέλλον, την αλήθεια!

Όχι, δεν τρελάθηκα… Δεν είναι τίποτα… θα μου περάσει… απλά επηρεάστηκα κι εγώ ο άμοιρος από το βιβλιοφιλικό ντελίριο που διακατέχει τον Umberto Eco και συμμερίζομαι τις υψηλόφρονες ανησυχίες του!

Το βιβλίο αυτό, τιτλοφορούμενο στα ελληνικά ως “Αναμνήσεις επί χάρτου” και υποτιτλισμένο ως “Κείμενα για τη βιβλιοφιλία” είναι μια συλλογή από διαλέξεις, άρθρα και προλογικά κείμενα του Umberto Eco πάνω στο γενικότερο θέμα της βιβλιοφιλίας (ή, για να είμαστε κι εμείς συνεπείς προς το πνεύμα του συγγραφέα, μπορούμε εναλλακτικά να χρησιμοποιήσουμε τον όρο: bibliophilia και όχι bibliofilia όπως τιτλοφορείται δυστυχώς το έργο στην πρωτότυπη γλώσσα). Πρόκειται στην ουσία για δοκίμια αδόκιμου ύφους (ας μου επιτραπεί το λογοπαίγνιο), διαπνευσθέντα από μια διάθεση ισόποσα ιλαρή και σαρκαστική, σύμφωνη με το γνώριμο ύφος γραφής του Eco (ιδίως όπως διαμορφώθηκε μετά το μυθιστόρημα: “Μπαουντολίνο”). Το πρωτότυπο τιτλοφορείται: “LA MEMORIA VEGETALE e altri scritti di bibliofilia” μιας και το πρώτο κεφάλαιο μιλά για τη «Φυτική Μνήμη», εννοώντας εύστοχα με τον όρο αυτό την παγκόσμια μνήμη της ανθρωπότητας που έχει καταγραφεί σε μορφή βιβλίων και εν γένει κειμένων επί χάρτου. Και είναι αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο που εμπεριέχει εν περιλήψει όλες τις έννοιες και τις ιδέες που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια του βιβλίου, εισάγοντας με μια σταδιακή ομαλότητα τον αναγνώστη στα περί βιβλιοφιλίας. Τα κεφάλαια που ακολουθούν δεν είναι τίποτε άλλο από ανάπτυξη κατά μήκος και κατά πλάτος των ιδεών που πρωτοθίχτηκαν στην εισαγωγή.

Ο Umberto Eco μιλά για τη μνήμη. Χωρίς τη μνήμη δεν νοείται ανθρώπινος πολιτισμός. Αυτή η θέση αναπτύσσεται ξέχωρα από το συγγραφέα μόλις στο τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο: “Το Πρόβλημα του Ορίου. Δοκίμιο Παρα-Ανθρωπολογίας”, όπου ο αναγνώστης βρίσκει τον εαυτό του να παραδέρνει καταμεσής μιας δίνης ασυγκράτητης ειρωνείας και σαρκασμού που τον ωθεί εν τέλει, με προπομπό του τον Umberto Eco, στο απόγειο της φανταστικής ιστορικής παραφιλολογίας και της ανεκδοτολογίας, που όμοιά της βρίσκει κανείς μονάχα στο “Νησί των Πιγκουίνων” του Anatole France. Σ’ αυτό το ύστατο κεφάλαιο, όπου κλείνει οριστικά η αυλαία της «βιβλιο-φιλολογίας», ο συγγραφέας αποτολμά μια απόπειρα συγκεφαλαίωσης και αποδελτίωσης ολάκερης της πορείας του ανθρώπινου πολιτισμού μέσα από το πρίσμα μιας παράλογης ιστορίας: της ιστορίας της φυλής των “Μαστιένιων”, κατασκεύασμα εξ’ ολοκλήρου του Eco εν μέσω χιουμοριστικού ντελιρίου. Αιώνες, λοιπόν, προτού ανακαλυφτεί η φιλοσοφία και η μνήμη με τη μορφή του κειμένου επί χάρτου, οι Μαστιένιοι (ήτοι οι Άνθρωποι) «…ζούσαν πρωτόγονη ζωή, ντύνονταν με προβιές ή τραχιά υφάσματα, ζούσαν σε σπηλιές και ασχολούνταν μονάχα με την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους». Αυτοί οι πρωτόγονοι δεν ήταν ικανοί να αντιληφθούν και να επεξεργαστούν θεωρητικές, αφηρημένες έννοιες, παρά μόνο αρκούνταν στα γεγονότα. «Αυτά τα γεγονότα ήταν το Στόμα, από το οποίο έμπαιναν η τροφή και ο αέρας, απαραίτητα για την επιβίωση ενός Μαστιένου, και έβγαινε η Τελευταία Πνοή. Ο Σφιγκτήρας, απ’ όπου έβγαζαν εκείνα που ονόμαζαν πράγματα (πράγματα ήταν όλα εκείνα που δεν ήταν Μαστιένιοι, τα περιττώματα, τα σύννεφα, τα ζώα και οι πέτρες). Το Πέος και το Αιδοίο, όχι μόνο γιατί από εκεί έβγαιναν πράγματα, αλλά και γιατί από τη συνένωσή τους δημιουργούνταν μία αίσθηση ευχαρίστησης (που για εκείνους ήταν ένα γεγονός του οποίου την ανάγκη αισθάνονταν, όπως αισθάνονταν την ανάγκη της τροφής ή της αφόδευσης) και τέλος επίσης από το Αιδοίο έβγαιναν καινούργιοι Μαστιένιοι (φαίνεται ότι, μέχρι την εμφάνιση της φιλοσοφίας, οι Μαστιένιοι δεν είχαν θέσει ποτέ μία σχέση αιτίου-αιτιατού ανάμεσα στη συνουσία και στον τοκετό)…»

Κι αν η ιστορία των «Μαστιένιων» προκαλεί μια ευχάριστα ιλαρή διάθεση στον αναγνώστη με την ευρηματικότητα και την πρωτοτυπία της, υπάρχουν, ωστόσο, άλλα 18 ευφυέστατα κι εξίσου πρωτότυπα από υφολογικής απόψεως κείμενα μες στο βιβλίο αυτό που ιντριγκάρουν και ψυχαγωγούν τον αναγνώστη διοχετεύοντάς του παράλληλα αρκετές ανησυχίες και προβληματισμούς.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο πρώτο κείμενο με τίτλο: “Η Φυτική Μνήμη”. Ο Umberto Eco επιχειρεί τη διαχρονική κατηγοριοποίηση της μνήμης σε τρία είδη:

Αρχικά, όπως λέει, υπήρχε η «οργανική μνήμη», που σημαίνει απλά την προφορική παράδοση πριν την ανακάλυψη της γραφής. Βρισκόμαστε στα προϊστορικά χρόνια που διάβηκαν μες στο σκοτάδι καλυμμένα με έναν πέπλο μυστηρίου, αιώνες στους οποίους οι γέροι της φυλής συγκέντρωναν το βράδυ γύρω τους τα γυναικόπαιδα και τους διηγούνταν ιστορίες γύρω από την εστία της σπηλιάς όπου η αλήθεια ήταν ανακατεμένη ισόποσα με τη φαντασία δίχως καμία ιδιοτελή σκοπιμότητα. Έτσι, η μνήμη των παλιότερων γενεών περνούσε στις καινούργιες και οι άνθρωποι μπορούσαν, για πρώτη φορά στην μακραίωνη ιστορία της ύπαρξής τους στη Γη, να έχουν ο καθένας τους περισσότερες μνημονικές εμπειρίες απ’ ότι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν από τη δική τους ατομική ζωή.

Έπειτα, έρχεται η εποχή εκείνη όπου τα γεγονότα, οι ιδέες και η ιστορία καταγράφονται για πρώτη φορά σε αντικείμενα ικανά να αντέξουν απαράλλαχτα στο διάβα των αιώνων και να καταστούν έτσι υπεραιωνόβιοι μάρτυρες γεγονότων και ιδεών που στιγμάτισαν το ανθρώπινο γένος. Η μνήμη, πλέον, χαράσσεται σε πινακίδες από άργιλο και λαξεύεται στις πέτρες. Είναι η λεγόμενη «ανόργανη μνήμη». Ανόργανη μνήμη, όμως, δεν είναι μονάχα οι εγχάρακτες πινακίδες και οι πέτρες. Είναι και η αρχιτεκτονική. Για όποιον έχει ασχοληθεί με την κλασική λογοτεχνία θα ήταν περιττό να εξηγήσουμε γιατί ο Umberto Eco μνημονεύει τον Jules Verne σ’ αυτό το σημείο. Μιλώντας κανείς για την προαιώνια σχέση του βιβλίου και της αρχιτεκτονικής δε μπορεί παρά να σταθεί στις διαχρονικές απόψεις που εκφράζονται στα «περιθώρια» (αν και δεν πρόκειται στην ουσία για marginalia) της πλοκής της «Παναγίας των Παρισίων» του Verne. Εκεί, ανάμεσα στα κεφάλαια της αφήγησης, υπάρχει και ένα κεφάλαιο σα σφήνα που μιλά για την αρχιτεκτονική και το ρόλο που έπαιξε ανά τους αιώνες στην μυστικιστική διάδοση (αλλά και συνωμοσιακή συγκάλυψη) ιδεών κι απόψεων, απευθυνόμενη στο εξασκημένο και γνωστικό μάτι. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα με τη γοτθική αρχιτεκτονική: κάθε αψίδα, κάθε αντηρίδα και κάθε σταυροθόλιο σημαίνουν κάτι, αντηχούν κάποιο μυστικό, αποκρύπτουν μια αλήθεια. Ο Verne αναλύει τα μηνύματα της γοτθικής αρχιτεκτονικής, ενώ, ταυτόχρονα, παραδέχεται με μια αδιόρατη συγκρατημένη θλίψη τη σταδιακή νομοτελειακή υποταγή της αρχιτεκτονικής ως μορφής έκφρασης στην τυπογραφία, βάζοντας στα χείλη του Κλαύδιου Φρόλλου την αναφώνηση: «Αυτό θα φάει εκείνο

Η καταληκτική μορφή ανθρώπινης μνήμης, μορφή η οποία ισχύει και στις μέρες μας, είναι αναντίρρητα η «φυτική μνήμη», η μνήμη, δηλαδή, που είναι γραμμένη και καταχωρημένη επί χάρτου, η μνήμη που ενυπάρχει στα χιλιάδες, εκατομύρια και, ίσως, δισεκατομμύρια βιβλία (χειρόγραφα ή τυπογραφημένα). Ένα βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη του εμπειρίες που ποτέ δεν έζησε ο ίδιος in vivo, θεάματα και οράματα που ποτέ δεν είδε ο ίδιος de visu. Ο Umberto Eco ονομάζει τη μνήμη μέσω του βιβλίου «φυτική» διότι το πρώτο υλικό πάνω στο οποίο γράφτηκαν ποτέ λέξεις με μελάνι ήταν ο πάπυρος που προέρχεται από κατεργασία των φύλων του ομώνυμου φυτού. Ακόμη κι αν στην πορεία χρησιμοποιήθηκε το δέρμα και άλλα υλικά για να παραχθεί η υστερότερη περγαμηνή, ο πάπυρος θα διεκδικεί πάντοτε τα πρωτεία στη μακραίωνη ιστορία της γραφής.

Τα βιβλία, όμως, είναι πάμπολλα, απειράριθμα, αναρίθμητα. Τα όσα είναι γραμμένα εντός τους είναι σύνωρα πρωτόγνωρα, αποκαλυπτικά αλλά και τετριμμένα, είναι αληθινά αλλά και ψεύτικα, ιστορικά και συνάμα φανταστικά, αλληλοσυμπληρούμενα, ή αλληλοαντικρουόμενα. Πρέπει κανείς να έχει υπεράνθρωπες μνημονικές ικανότητες και άπειρο χρόνο στη διάθεσή του για να διαβάσει όλα τα βιβλία που έχουν συσσωρευτεί στις κατάκοπες πλάτες της ανθρώπινης μνήμης. Πρέπει κανείς να είναι ο Φούνες ο Μνήμων του Μπόρχες, αν και κάτι τέτοιο μοιάζει πιότερο με κατάρα παρά με χάρισμα. Ο Eco συμφωνεί για μια κριτική ματιά απέναντι στα γεγραμμένα, για μια διαλογή μεταξύ των ποικίλων τίτλων της «βαβελικής» φιλολογικής στοίβας. Τονίζει: «…Η διάδοση της φυτικής μνήμης έχει όλα τα μειονεκτήματα της δημοκρατίας, ένα καθεστώς όπου, προκειμένου να μπορούν όλοι να μιλούν, πρέπει να μιλούν και οι άφρονες ή ακόμη και οι απατεώνες». Το πόσοι απατεώνες φιλολογίσκοι και φιλοσοφίσκοι υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα δεν χωρά ανθρώπου νους. Ο Umberto Eco τους αποκαλεί ειρωνικά «συγγραφείς της τέταρτης διάστασης» κι αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου του σ’ αυτούς τους «παρεξηγημένους» λογοτέχνες, το οποίο και τιτλοφορεί ως “Varia et Curiosa”, ήτοι “Ποικίλα και Περίεργα”, δανειζόμενος τον όρο από τους καταλόγους βιβλίων στους οποίους κάτω από αυτό τον τίτλο συσσωρεύεται «κάθε καρυδιάς καρύδι» της λογοτεχνίας. Δεν ωφελεί να τονίσω πως κι αυτό το κεφάλαιο, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλα σχεδόν τα κεφάλαια αυτού του έργου, είναι διαποτισμένο με ένα πνεύμα περισσής ειρωνείας και αχαλίνωτου σαρκασμού. Σ’ αυτό το κεφάλαιο ο Eco αποφασίζει να κατακρεουργήσει με το χειρουργικό νυστέρι του σαρκασμού του όλους εκείνους τους κατά καιρούς συγγραφείς που επιδόθηκαν στη συγγραφή βιβλίων δίχως καμία πραγματική ουσία και δίχως κανένα νόημα, φαντασιοκοπήματα της Χαλιμάς και σκόπιμες ανακρίβειες, έργα πάσχοντα από μια δυσβάσταχτη «φιλοσοφική ελεφαντίαση». Το παράδειγμα του Pizzigoni θα διασκεδάσει πολύ τον αναγνώστη. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να κρύψω το γεγονός πως το συγκεκριμένο κεφάλαιο με έβαλε σε πολλές σκέψεις, ως επί το πλείστον αρνητικά χρωσμένες κι ανησυχητικές. Ο Umberto Eco δείχνει εδώ να ενστερνίζεται κάποια ακραία μορφή φιλολογικού ελιτισμού και στέρφου ακαδημαϊσμού. Μοιάζει να εποπτεύει από τα ολύμπια ύψη της αδιαμφισβήτητης εγκυρότητάς του, ως εξουθενωτικά αψεγάδιαστος και ανυπόφορα ακαδημαϊκός κριτής, τα πεπραγμένα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αγορεύει με μια ιδέα περισσού στόμφου κατά των «τρελών λογοτεχνών», όπως ονομάζει ο ίδιος όλους εκείνους που υπερφόρτωσαν τον κόσμο με άσκοπα κι αδιάφορα πονήματα περί ανέμων και υδάτων. Ίσως, πάλι, να μην εννοεί κακόβουλα τα όσα λέει. Ίσως να τον παρεξήγησα εγώ προβάλλοντας άθελα κι ασυνείδητα τον ίδιο μου τον εαυτό στη θέση των προσώπων που «καταγγέλει» με τον έμμεσο, τσουχτερό τρόπο που έχει πάντα η ειρωνεία. Αφήνω τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα... Εγώ συνήγα μερικά που κρατώ για δικά μου…

Μ’ αυτά και μ’ άλλα, φτάνουμε, επιτέλους, στο μεγάλο κεφάλαιο της «βιβλιοφιλίας», που είναι και ο κεντρικός άξονας, ο θεματικός πυρήνας του βιβλίου. Ο συγγραφέας τιτλοδοτεί αυτόχρημα τον εαυτό του ως βιβλιόφιλο και υπ’ αυτή την ιδιότητα μας μιλά. Ακούγομαι λιγάκι κατακριτικός; Ίσως και να είμαι ως ένα βαθμό, μιας και ο Umberto Eco μ’ αυτό του το βιβλίο με «φόρτωσε» (άθελά του, ελπίζω…) με μια υπερδοσολογία περιαυτολογίας και φιλαυτίας της οποίας τις παρενέργειες ακόμη αχνοαισθάνομαι στο πετσί μου. Δεν είναι λίγα τα σημεία στα οποία ο Eco μιλά για την αγάπη του για τα σπάνια βιβλία, μας λέει πόσο έξυπνος απεδείχθη στην ανεύρεση σπάνιων, ανεκτίμητων έργων του μεσαίωνα, διατυμπανίζει την ανυπολόγιστη αξία της προσωπικής του συλλογής. Δεν είναι λίγα τα σημεία που εκνευρίζει αισθητά τον αναγνώστη (συγνώμη αν μιλώ εξ’ ονόματος όλων των αναγνωστών κρίνοντας από τον εαυτό μου) συμπληρώνοντας τις πληροφορίες που μας δίνει για κάποιο αριστούργημα της τυπογραφίας με τη φράση: «…φυσικά και το έχω ΕΓΩ», ή «ΕΓΩ έχω την έκδοση με τους τάδε πίνακες και τις δείνα μινιατούρες…» ΕΓΩ, πάντως, ως ένας απλός, ταπεινός βιβλιόφιλος που δεν χαίρει σπάνιων αποκτημάτων παρά περιορίζεται στο να αγαπά με μια αγάπη ακραιφνή στην ποιότητά της τα βιβλία που έχει στην κατοχή του, έφτασα σε σημείο παρ’ ολίγον βρασμού με το αυτάρεσκο ύφος του κατά τα άλλα προσφιλούς μου συγγραφέα. Παραβλέπω, παρόλα αυτά, το σκοτεινό αυτό σημείο χάριν του ενδιαφέροντος που έχουν οι πληροφορίες περί βιβλιοφιλίας και περί παντός σχετικού με την έννοια του βιβλίου.

«Το να πετάς ένα βιβλίο, όταν τελειώσεις την ανάγνωσή του, είναι σαν να μη θες πια να ξαναδείς έναν άνθρωπο με τον οποίο είχες μόλις σεξουαλική επαφή. Αν συμβεί αυτό, ήταν μια σωματική ανάγκη και όχι μια ερωτική σχέση».

Σε κάποιο άλλο σημείο λέει:

«Δε θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι το βιβλίο είναι ένα αντικείμενο που μπορεί να αγαπηθεί όχι μόνο γι’ αυτό που λέει, αλλά και για τη μορφή του».

Αρχίζετε να συνειδητοποιείτε τι περίπου είναι η βιβλιοφιλία; Υπάρχουν πολλά άλλα χωρία που προσδιορίζουν αυτή την προς διαπραγμάτευση έννοια με παραστατικό και αναλυτικό τρόπο, όπως:

«Βιβλιόφιλος είναι ένας άνθρωπος που μαζεύει βιβλία και για την ομορφιά της τυπογραφικής τους σύνθεσης».

Εδώ υπονοεί πως ένας βιβλιόφιλος δεν είναι κατ’ ανάγκην και αναγνώστης. Μπορεί να έχεις το σπανιότατο και αστρονομικής αξίας αντίτυπο της πρώτης βίβλου που τυπώθηκε ποτέ, δηλαδή της Βίβλου του Gutenberg των 42 γραμμών, και να μην το έχεις διαβάσει ποτέ είτε εξαιτίας του φόβου της φθοράς του βιβλίου κατά την ανάγνωση, είτε εξαιτίας του ότι η εσωτερική ανάγκη που σε έσπρωξε να το αποκτήσεις ικανοποιήθηκε πλήρως από το γεγονός της απόκτησής του, είτε, τέλος, εξαιτίας του ότι βλέπεις ένα βιβλίο μονοσήμαντα ως αισθητικό δημιούργημα και ως καλλιτέχνημα βιβλιοδεσίας και τυπογραφίας και όχι ως ουσία. Οι βιβλιόφιλοι, λοιπόν, είναι φετιχιστές. Εξιτάρονται από τη σπανιότητα, από τη συλλεκτική αξία, από τη δυνητική μυστηριακή αύρα που περιβάλλει ένα παλιό βιβλίο. Ωστόσο, όπως τονίζει ο Eco, ο βιβλιόφιλος δεν ταυτίζεται με το συλλέκτη, μολονότι οι ομοιότητες που τους συνδέουν είναι πολλές. Ο συλλέκτης είναι κάποιος που συγκεντρώνει γύρω του κάθε αντικείμενο, ασχέτως ομοιογένειας, που έχει σχέση με ένα συγκεκριμένο θέμα. Επίσης, ο συλλέκτης ανυπομονεί να ολοκληρώσει τη συλλογή του και απ’ τη στιγμή που θα την ολοκληρώσει παύει να ενδιαφέρεται γι’ αυτή. Αντίθετα, ο βιβλιόφιλος ενδιαφέρεται μόνο για σπάνια βιβλία, ή, έστω, βιβλία κάποιας αξίας και το πάθος του είναι ακόρεστο. Δεν εύχεται να τα συγκεντρώσει κάποια στιγμή όλα, παρά ελπίζει να συνεχιστεί η περιπέτεια της αναζήτησης όσο περισσότερο είναι δυνατό.

Σ’ αυτό το σημείο ζητώ a priori να με συγχωρήσετε που παίρνω την πρωτοβουλία να δώσω ένα δικό μου παράδειγμα διάκρισης βιβλιόφιλου – συλλέκτη: Ο βιβλιόφιλος έχει ως μοναδικό σκοπό της ζωής του να βρει ένα σπάνιο αντίτυπο του… “Harry Potter” και θα κινήσει γη και ουρανό για να το βρει, θα σπάσει βιτρίνες προθηκών για να το αποκτήσει πριν την πρώτη του διάθεση στο κοινό. Για το συλλέκτη, όμως, που θα αποφασίσει να κάνει μια συλλογή του “Harry Potter”, το βιβλίο είναι ένα μόνο στοιχείο της συλλογής του. Αυτός, αντιθέτως, θα κινήσει γη και ουρανό, θα φέρει τα πάνω κάτω, θα γυρίσει τον κόσμο από την καλή και από την ανάποδη προκειμένου να συγκεντρώσει κάθε αντικείμενο επί της γης σχετικό με τον ήρωά του: στυλό, μολύβια, κύπελα, ραβδιά, κασετίνες, μποξεράκια, προφυλακτικά, δονητές και ό,τι άλλο έχει σκαρφιστεί η «βιομηχανική παραγωγή μαγείας». Για όποιον εκνευρίστηκε με τα λόγια μου, του συνιστώ να έχει περισσότερη υπομονή και να ΜΗΝ διαβάσει το βιβλίο του Umberto Eco.

Η ανάλυση περί βιβλιοφιλίας είναι τόσο εκτενής κι εμπεριστατωμένη που ο αναγνώστης τίθεται ενώπιον μιας πλειάδας αδόκιμων νεολογισμών, επιτυχείς κι εύστοχες μίξεις ψυχο-κοινωνικών και φιλολογικών όρων. Έτσι, μαθαίνει κανείς για τις πολύ σημαντικές διαφορές μεταξύ βιβλιόφιλουβιβλιομανήβιβλιοπόντικα. Μαθαίνει να ξεχωρίζει το κείμενο από το «επί-κείμενο», το «περί-κείμενο» και το «παρα-κείμενο». Ειδικά σε ό,τι αφορά στην τελευταία διάκριση δεν ξέρω αν αυτοί οι όροι είναι κατοχυρωμένοι και δόκιμοι στο χώρο του βιβλίου, ωστόσο, μπορώ να ομολογήσω πως βρήκα τη διάκριση αυτή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γιατί με έκανε να δω με άλλο μάτι και να εκτιμήσω με περισσότερη προσοχή το μικρόκοσμο ενός βιβλίου που ως τότε θεωρούσα ως μια ενιαία σύνθεση, μια αδιάσπαστη ολότητα (κάτι σαν το αδιάσπαστο άτομο στην αρχαιότητα). Με μια ευχάριστη έκπληξη διαπίστωσα πως το βιβλίο έχει εξώφυλλο (εμπροσθόφυλλο και οπισθόφυλλο) που κάποιες φορές είναι σπάνια καλλιτεχνήματα αφ’ εαυτών. Επίσης, πολλά βιβλία έχουν διπλωμένα «αυτιά εξωφύλλου» στα οποία φιλοξενείται συνήθως μια σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και επιλεγμένες θετικές κριτικές για το έργο από έγκριτους λογοτεχνικούς φορείς. Ένα βιβλίο έχει πρόλογο, εισαγωγή, ή κριτική. Σπάνια μπορεί να διαθέτει κολοφώνα και προμετωπίδα, errata (παροράματα), αριθμημένους πίνακες, γοτθικές λετρίνες στην αρχή κάθε κεφαλαίου, entrelacs κβαντομηχανικής αρχής, βινιέττες με αλληλοσυμπλεκόμενες περικοκλάδες στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Και ας μην ξεχνάμε τα αντίτυπα εκείνα που διαθέτουν ξυλογραφίες κάποιου επώνυμου καλλιτέχνη.

Ως προς το τελευταίο, ομολογώ ότι λυπάμαι λίγο που ο Umberto Eco αναλίσκεται στην εξεζητημένη περίπτωση των ζωγραφικών πινάκων του “Amphitheatrum Sapientae Aeternae” του Heinrich Khunrath στην έκδοση Χανάου του 1609, θέμα που άπτεται περισσότερο του ενδιαφέροντος κάποιων εστέτ συλλεκτών βιβλίων (οι οποίοι, εξάλλου, δεν χρειάζονται τον Umberto Eco να τους μιλήσει γι’ αυτά) και δε δείχνει να συγκινείται από παραδείγματα αξιόλογων καλλιτεχνών του 19ου αιώνα, όπως είναι ο Gustave Dore που φιλοτέχνησε με μοναδική ευαισθησία και πρωτοποριακή φαντασία έργα όπως η “Θεία Κωμωδία” του Dante Alighieri, ή το “Paradise Lost” του Milton.

Στα πλαίσια της συζήτησης περί βιβλιοφιλίας, σ’ αυτό το έργο του Umberto Eco, o αναγνώστης μπορεί να βρει και δύο πολύ ενδιαφέροντα κεφάλαια, η κεντρική ιδέα των οποίων προοικονομήθηκε ρητά από το πρώτο εισαγωγικό κεφάλαιο περί «Φυτικής Μνήμης». Αυτά τα κεφάλαια, για τα οποία θα πω λίγα λόγια παρακάτω, είναι τα: “Η Πανούκλα των Ρακών” και “Εσωτερικός Μονόλογος ενός e-book”.

Το πρώτο από αυτά μιλά για μια ζοφερή κατάσταση στο χώρο του βιβλίου, για την οποία πολύ λίγοι γνωρίζουν (τουλάχιστον εγώ δεν το είχα καν διανοηθεί…) Πρόκειται ουσιαστικά για τη «Δευτέρα Παρουσία», τον «Αρμαγεδόνα» των βιβλίων. Η κατάσταση έχει ως εξής: Προ του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα τα φύλλα των βιβλίων κατασκευάζονταν από ένα πολτό παντιοδών ρακών, μιας και ακόμη δεν είχε ανακαλυφθεί η χρήση του φλοιού των δέντρων για το σκοπό αυτό. Εντούτοις, όσο παράλογο και πρωτάκουστο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο, ο Eco μας διαβεβαιώνει ότι τα «βιβλία των ρακών» είναι πολύ πιο ανθεκτικά στη φθοροποιό επίδραση του χρόνου και στο σαράκι παρά τα μοντέρνα βιβλία από φύλλο ξύλου. Τα τελευταία προβλέπεται να μην αντέξουν πέρα από διακόσια περίπου χρόνια, με συνέπειες καταστρεπτικές. Όπως ακριβώς δεν μεταγράφονται ψηφιακά σε μορφή DVD όλες οι ταινίες που ως σήμερα υπήρχαν διαθέσιμες σε VHS βιντεοκασέτες, παρά μόνο εκείνες που θεωρούνται άξιες για ένα τέτοιο κόπο, έτσι και τα σύγχρονα βιβλία που είναι καταδικασμένα να θρυμματιστούν ολοσχερώς και να εξαϋλωθούν ως το τέλος του πρώτου αιώνα της δεύτερης χιλιετίας θα διαλεχτούν και μόνο όσα «αξίζουν» θα επιλεχτούν για να ανατυπωθούν σε ανθεκτικότερες αναστατικές εκδόσεις με χαρτί acid free. Σενάριο εφιαλτικό, ή προοπτική καταθλιπτική; Ομολογώ πως ο Umberto Eco εισάγει «καινά δαιμόνια» που θα φυτευτούν στέρεα στον εύφορο ανυποψίαστο νου του αναγνώστη. Παρότι δεν έχω διασταυρώσει την αλήθεια αυτής επιχειρηματολογίας, εντούτοις, κάτι βαθιά εντός μου με κάνει να πιστεύω στα λεγόμενά του: οπωσδήποτε κάποιος του βεληνεκούς του Eco δε θα διακινδύνευε μια αίωλη άποψη με κίνδυνο τον εξευτελισμό και τη διαπόμπευση. Όπως, λοιπόν, ο Νοστράδαμος προέβλεψε την ακριβή ημερομηνία της ανθρώπινης Δευτέρας Παρουσίας, όμοια και ο Umberto Eco προβλέπει τη Δευτέρα Παρουσία του βιβλίου, τότε που ένα αχνοφύσημα του αγέρα θα κάνει θρύψαλα όλα τα εκατομμύρια βιβλία επί της Γης…

Περνώντας στο θέμα των e-books, πρέπει να αναφέρω ότι σ’ όλο το κείμενο διαφαίνεται μια υπόγεια κι ανομολόγητη «φοβία» του συγγραφέα για την τεχνολογία και το Internet. Μολονότι παραθέτει τα προτερήματα του ηλεκτρονικού λόγου και μιλά ανοιχτά για τα e-books, παρόλα αυτά φροντίζει να κρατά κάποιες αποστάσεις από αυτά, τηρουμένης της ιδιότητάς του ως Ιστορικού και Σημειολόγου του μεσαίωνα. Δε θα ήταν δυνατό ένας τέτοιος μελετητής και ιστοριοδίφης να αποδεχτεί έτσι εύκολα κι αβασάνιστα τη νέα αυτή μορφή βιβλίου… θαρρώ είναι απόλυτα κατανοητό. Στον έξυπνο μονόλογο ενός e-book, ο συγγραφέας μιλά με το «στόμα» (σχήμα λόγου είναι) ενός e-book. Το ηλεκτρονικό αυτό βιβλίο μας λέει για τον εαυτό του, συγκρίνεται με τα άλλα συμβατικά βιβλία από χαρτί και ανοίγει την «ψυχή» του στον αναγνώστη για να του δώσει να καταλάβει ποια ακριβώς είναι η φύση του. Στο τέλος καταλήγει ότι… δεν έχει ψυχή. Μπορεί να περιέχει τα πάντα, να πιάνει λιγότερο χώρο με το μορφή CD, να είναι άυλο, να προσφέρει απλόχερα τη διακειμενικότητα (ήτοι hypertext) μες σε κλάσματα του δευτερολέπτου, να αποθηκεύεται, να μεταφέρεται μες στον κυβερνοχώρο… ωστόσο είναι μια ύπαρξη δυστυχισμένη γιατί, αφού μπορεί να περιέχει τα πάντα, αυτό σημαίνει πως δεν περιέχει και τίποτα συγκεκριμένο, πως το περιεχόμενό του δεν το χαρακτηρίζει, πως απλούστατα με δυο λόγια… δεν έχει ψυχή.

Αφού μίλησα αρκετά εκτενώς για το νέο αυτό βιβλίο του Umberto Eco, θαρρώ πως ήρθε πια η ώρα να κλείσω σιγά – σιγά την παρουσίαση αυτή. Είπα πολλά κι ωστόσο δεν κατέληξα κάπου συγκεκριμένα. Έχω την αίσθηση ότι δεν έδωσα στον υποψήφιο αναγνώστη αυτού του βιβλίου κάτι σταθερό κι ακλόνητο για να πιαστεί και να αποφασίσει.

Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να βγάλω μήτε θετικό μήτε και αρνητικό συμπέρασμα για τούτο το βιβλίο. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, όπως, από την άλλη, δεν μπορώ να πω ότι είναι ανάξιο ανάγνωσης. Ο αναγνώστης που είναι αδαής για τη βιβλιοφιλία και τους καταλόγους βιβλίων θα έχει την ευκαιρία να εξοικειωθεί με το χώρο αυτό. Θα ακούσει να γίνεται λόγος για πολλές λέξεις και έννοιες που ως τότε δεν γνώριζε, όπως αξάκριστο (δεν είναι τίποτε άλλο από το βιβλίο με άκοφτες σελίδες), in folio, incunabolo, errata, marginalia, entrelacs, προμετωπίδα, κολοφώνας και πολλά άλλα. Μπορεί στο τέλος να μετατραπεί και ο ίδιος σε αληθινό βιβλιόφιλο, ή να ανακαλύψει τις υποβόσκουσες αφανέρωτες ως τότε τάσεις βιβλιοφιλίας εντός του. Ίσως δυσανασχετήσει λιγάκι φτάνοντας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο: “Historica”, μιας και εκεί γίνεται λεπτομερής λόγος για έξη συγκεκριμένες εκδόσεις σπάνιων έργων που άπτονται κυρίως του ενδιαφέροντος των επαϊόντων. Από την άλλη μεριά, οι ειδικοί στο χώρο των σπάνιων εκδόσεων, ή ακόμη και όσοι ασχολούνται ερασιτεχνικά με το συγκεκριμένο χώρο, ίσως βρουν αυτό το βιβλίο κενό γράμμα, ανίκανο να τους μιλήσει για κάτι που δε γνωρίζουν, ίσως, πάλι, τους προσβάλλει το εκλαϊκευμένο ύφος του.

Ότι κι αν ισχύει από τα παραπάνω, ένα είναι σίγουρο: Ο Umberto Eco μ’ αυτό του το έργο μιλά άλλη μια φορά με τρόπο απολαυστικά παραστατικό και σε αρκετά σημεία «αριστοφανικό». Είναι χαρά η ανάγνωσή του, ακόμη κι αν το θέμα του δεν ενδιαφέρει και πολύ τον αναγνώστη, ή ακόμη κι αν ο αναγνώστης θεωρεί πως γίνεται πολύς λόγος για το τίποτα και πρόκειται ουσιαστικά για μια φιλολογική προσπάθεια «διύλισης του κώνωπα» σαν κι αυτές που τόσο πολύ ειρωνεύεται ο ίδιος ο συγγραφέας μες στο βιβλίο του, πέφτοντας στην ίδια του την παγίδα.

Αν μου ζητούσαν να παραλληλίσω το ύφος του Umberto Eco με κάποιου δημιουργού από το χώρο του κινηματογράφου, θα επέλεγα τον Pasolini…
__________________________________
Παναγιώτης Σιμιτσής

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Ολυμπιακοί Αγώνες του Πεκίνο



Ιερά σιωπή!
Να ηχήσει όλος ο αιθέρας, η γη, η θάλασσα και οι πνοές των ανέμων.
Όρη και Τέμπη σιγήστε.
Ήχοι και φωνές πουλιών παύσατε.
Γιατί μέλλει να μας συντροφεύσει ο Φοίβος, ο Φωσφόρος Βασιλεύς.
Απόλλωνα, θεέ του ήλιου και της ιδέας του φωτός,
στείλε τις ακτίνες σου και άναψε την ιερή δάδα
για τη φιλόξενη πόλη του Πεκίνο.
Και συ, ω Δία, χάρισε ειρήνη σ' όλους τους λαούς της Γης
και στεφάνωσε τους νικητές του Ιερού Αγώνα.


Τα πεσμένα καταγής μάρμαρα και όσα επέμεναν να στέκουν ακόμη ορθά σε πείσμα των ανελέητων στοιχείων της Φύσης, αναρρίγησαν. Η πρωθιέρεια κοίταζε ευθυτενής με βλέμμα κενό το σκελετωμένο ναό του Δία από το σημείο του Ηραίου όπου έστεκε. Αφουγκραζόταν τη γη, τον ουρανό και τον αέρα σάμπως να περίμενε πως τα λόγια που μόλις είχε απαγγείλει θα έκαναν κάποια εντύπωση στη Φύση γύρω της. Επανέλαβε τα λόγια σιωπηρά εντός της άλλη μια φορά με την παράλογη ιδέα πως έτσι θα ηχήσουν καλύτερα και θα γίνουν αντιληπτά από τα μάρμαρα και το αρχαίο πλάτωμα όπου έστεκε.

«Να ηχήσει όλος ο αιθέρας, η γη, η θάλασσα και οι πνοές των ανέμων» βγήκε η προσταγή από το κούφωμα του στήθους της. Ο αιθέρας, η γη κι η θάλασσα δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά της.

«Όρη και Τέμπη σιγήστε» εξακολούθησε απτόητη. Τα όρη και τα τέμπη ήταν, αλίμονο, πολύ ψηλότερά της για να την ακούσουν. Έμειναν το ίδιο ασάλευτα κι απλησίαστα όπως και πριν. Οι κορυφές τους σιγοψιθύριζαν με τα ουράνια σώματα πληγώνοντας κατάστηθα τον ουρανό.

«Ήχοι και φωνές πουλιών παύσατε». Μάταια. Το πλήθος των κάθε λογής «επισήμων» που σχημάτιζαν θύλακο γύρω από την πρωθιέρεια και το χορό των ιέρειών της δεν έπαψε στιγμή να κινείται με ένα τρόπο εκνευριστικό, εξοργιστικά βέβηλο. Τα πουλιά που υπερίπταντο με ορθάνοιχτες τις φτερούγες τους και κατόπτευαν γεμάτα περιέργεια τα δρώμενα από τα ασφαλή τους ύψη κοροϊδεύοντας με την ψυχή τους την «ιερή» τελετή δεν έπαψαν διόλου τα τιτιβίσματά τους. «Αφού αυτοί εκεί κάτω δεν κάνουν ησυχία γιατί να κάνουμε εμείς;» αποφάσισαν σύψυχα.

Η πρωθιέρεια άρχισε να απογοητεύεται. Για μια στιγμή, μια ασήμαντη, απειροελάχιστη στιγμή, αισθάνθηκε ένα ακράγγιγμα συμπαράστασης στους ώμους της από κάποια αόρατη παρουσία πίσω της. «Μην είναι ο Φοίβος, ο φωσφόρος βασιλέας;» αναρωτήθηκε πλημμυρισμένη με δέος που πήρε να ξεχειλίζει από το μπούστο του πάλλευκου ενδύματός της. Πίστεψε πως άκουσε ένα ήχο αιθέριο, γέννημα ανεπαίσθητης θωπείας των χορδών μιανής μακρινής άρπας. «Εσύ είσαι Απόλλωνά μου; Αχ, ήρθες προς συμπαράστασή μου, ω σεπτέ μου ολύμπιε…» Το άγγιγμα χάθηκε. Δεν ξανάνιωσε τίποτα άλλο παρά μονάχα εκατοντάδες ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω στο κορμί της, στον πτυχωτό μανδύα της, στα σανδάλια, στη χρυσή της πόρπη και στο περιβραχιόνιό της. «Αλίμονο, είμαι μονάχη» πτοήθηκε.

Το κοίλο κάτοπτρο, αφού καταβρόχθισε μυριάδες ηλιακές ακτίνες, τις ξέρασε στη δάδα ανάβοντάς την αμετάκλητα. Η ολυμπιακή φλόγα λικνίζονταν σύγκορμη στον αιθέρα δίχως ο Απόλλωνας, ούτε κανείς άλλος ολύμπιος θεός να βάλει το χεράκι του για να την ανάψει.

Ο Δίας κρυμμένος κάτω από τη σκόνη του άσαρκου ναού του κοιμόταν τον χιλιόχρονο ύπνο της λήθης. Ήταν αργά πια για κείνον. Βρισκόταν σε κώμα από το οποίο δε θα έβγαινε ξανά ποτέ του, ακόμη κι αν ο ίδιος ο θεός Ασκληπιός τοποθετούσε το θεραπευτικό του φίδι πάνω στο κορμί του, ακόμη κι αν όλοι οι μάγοι, οι σαμάνοι και οι μάντεις επιστράτευαν τα ξόρκια που είχαν μαζέψει στις αποσκευές τους στη διάρκεια τριών χιλιάδων χρόνων. «Και συ, ω Δία, χάρισε ειρήνη σ’ όλους τους λαούς της Γης και στεφάνωσε τους νικητές του Ιερού Αγώνα…» Κρίμα που ο φοβερός πατέρας δεν είχε αυτιά να ακούσει τον κύκνειο λυγμό της πρωθιέρειάς του.

Σιωπή τριγύρω… Οι ιέρειες ήταν όλες τους ορφανές…

Η φλόγα ξύπνησε πάνω στο δαυλό με το φουτουριστικό σχέδιο. Όλοι οι παριστάμενοι την αποθαύμασαν. Έμειναν εκστατικοί να τη θωρούν περιμένοντας απ’ αυτή ποιος ξέρει ποια «ιερή» αποκάλυψη. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο με τα δέντρα, τα χορτάρια, το χώμα και τα μάρμαρα του αρχαίου σκηνικού που είχαν αναρριγήσει κατά την αφή της και φανέρωναν μια έκδηλη τάση να απομακρυνθούν απ’ αυτή.

Ω, θεοί του Ολύμπου και ‘σεις στοιχειά του Άδη,
Τι ‘ναι πάλι τούτο το κακό που λάμπει ανάμεσά μας;
Αλίμονο, αποκάμαμε απ’ του θέρους την καταστροφή
Κι άλλη φωτιά να βλέπουμε εμπρός μας δε μπορούμε!
Ανάθεμά σε Προμηθέα για την αποκοτιά σου!
Ανήμποροι στεκόμαστε πάνω στη γη ετούτη
Τις συνέπειες της προαιώνιας κλοπής ακόμη να πληρώνουμε
Με αίμα!

Αυτά είπαν τα δέντρα έντρομα. Κι ακούγοντας την αγωνία τους υπερθεμάτισαν και τα μάρμαρα, όλα τους όσα ήταν πεσμένα καταγής και όσα επέμεναν να στέκουν ακόμη όρθια. Κάποιος κίονας, που το κορμί του ήταν πληγιασμένο από τη φθοροποιό ασβεστοποίηση και ξεφλούδιζε από χίλιες μεριές, θάρρησε πως είδε στ’ όνειρό του τον ίδιο το Δία να κλαίει άλυγμα, παθητικά.

Ω Ζευ, θεέ θεών, του Ολύμπου προκαθήμενε,
Να μας συντρέξεις δεν μπορείς έτσι όνειρο ως είσαι!
Αχ, πόσο πια κακόπεσες και ξέπεσες εμπρός μας,
Απ’ της καινής θρησκείας τη μάνητα αιώνες κατατρεγμένος!
Δες την τη φλόγα σου: να τη! αντίκρυ στο ναό σου τρεμοπαίζει.
Άραγε είναι όμοια σεπτή για τους μωρούς ανθρώπους
Όπως η άλλη… η φλόγα η αλλόδοξη που σύντομα θ’ ανάψει;
Είναι, άραγε, πιότερο «ιερή» η αρχαία Ολυμπία
Απ’ ότι η χώρα εκείνη η μακρινή πιο πέρα απ’ των Φοινίκων;
Κι αν τύχει και συναντηθούν οι δυο ετούτες φλόγες;
Ποια απ’ τις δυο ο ζείδωρος αιθέρας με την πνοή του θα τροφοδοτήσει;

Τη συζήτηση που είχαν πιάσει αναμεταξύ τους τα αρχαία σκέλεθρα διέκοψε απότομα μια αναστάτωση. Μέσα από το πλήθος των ανθρώπων που ήταν συγκεντρωμένοι στο χώρο της τελετής ξετρύπωσε κάποιος που έτρεξε με ορμή προς τον πρόεδρο της διεθνούς ολυμπιακής επιτροπής την ώρα που έβγαζε το καθιερωμένο λογίδριό του. Κρατούσε ένα μικρό πανώ που κάτι έγραφε. Κάποιοι επιτετραμμένοι με την ασφάλεια της τελετής όρμησαν να τον αναχαιτίσουν. Τίποτα και κανένας δεν έπρεπε να διαταράξει την «ιερότητα». Αυτή η αποκοτιά του διαδηλωτή ήταν κάτι παραπάνω από ασέβεια, ήταν η πιο επαίσχυντη βεβήλωση που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ανθρώπου νους! Αλίμονο, τι θα έλεγε ο Φωσφόρος Απόλλωνας! Τι γνώμη θα σχημάτιζε ο Ζευς! Να φανταστεί κανείς πως από την ορμή με την οποία αυτό το ανθρωπάριο εφόρμησε στο χώρο κόντεψε να σβήσει η «ιερή» Φλόγα! Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα η Φλόγα δε θα ένιωθε ποτέ και πουθενά ασφαλής. Η προστασία της ήταν κάτι περισσότερο από εθνικό θέμα: ήταν διεθνής επιταγή!

Η Φλόγα διέτρεξε την Ελλάδα. Πέρασε από δρόμους και λεωφόρους, μπρος απ’ τα μάτια εκστατικών θαυμαστών που κάθε πόρος και κοιλότητα του σώματός τους ανάβλυζε εθνική υπερηφάνεια. Πέρασε πλάι από Goodies, Starbucks, McDonalds, γιγαντιαίες διαφημιστικές αφίσες, γυάλινα κατασκευάσματα σε αρχιτεκτονικό ρυθμό «Βωβού». Έριξε κλεφτές ματιές γεμάτες αποτροπιασμό σε ζητιάνους και παιδιά των φαναριών, χαμογέλασε με το πιο αστραφτερό της χαμόγελο μπρος στις κάμερες, κινητές και σταθερές, που «κάλυπταν» το “event” (έτσι για να μην ξεχνάμε πως οι Ολυμπιακοί είναι μια διεθνής υπόθεση), προσπέρασε σημαιοστολισμένες πρεσβείες και νεοκλασικά κυβερνητικά και τραπεζικά κτίρια και κατέληξε στον αερολιμένα «Ελ. Βενιζέλος» όπου επιβιβάστηκε στην πτήση για να αρχινήσει το μακρινό της ταξίδι ανά τον κόσμο. Αν ζούσε ο Φιλέας Φογκ θα εξανίστατο για το γεγονός πως μια φλόγα χωρίς σώμα και δίχως καν μυαλό θα κατάφερνε να διατρέξει την Υδρόγειο απ’ άκρου εις άκρον σε συντομότερο χρονικό διάστημα! (Είναι πραγματικά ευτύχημα για τον καημενούλη που δε μπορεί να «ξεκολλήσει» από τις σελίδες του βιβλίου του Verne για να δει την ολυμπιακή φλόγα να τον ξεπερνά).

Μονάχα ένα πράγμα στενοχωρούσε τη Φλόγα στη διάρκεια του εξυμνημένου ταξιδιού της: Μια μικρή ομάδα αποτελούμενη από θρασείς και βέβηλους ανθρώπους που είναι διασκορπισμένοι σε «μυστικές οργανώσεις» ανά την Υφήλιο βάλθηκε εφέτος να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να αμαυρώσει την εικόνα της. «Μα, επιτέλους, ποιοι είναι όλοι αυτοί οι ανόητοι ταραξίες;» αναρωτιόταν με τρόμο ανάμικτο με αγανάκτηση κάθε φορά που γλίτωνε την τελευταία στιγμή από κάποιο οργισμένο διαδηλωτή. «Γιατί διαμαρτύρονται; Με ποιο δικαίωμα ορμούν καταπάνω μου με την υπονομευτική πρόθεση να με σβήσουν; Τι είναι τάχα αυτό για το οποίο αξίζει ΕΓΩ να σβηστώ

Και τα έλεγε αυτά η Φλόγα γιατί από όλους εκείνους τους επαρμένους λαμπαδηδρόμους που την κράδαιναν θριαμβικά εκ περιτροπής σα να επρόκειτο να διαβούν τροπαιοφόροι την πύλη της Ρώμης, κανείς δε φρόντισε να την ενημερώσει για τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταστρατηγούνται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Υφηλίου. Κανείς δεν της μίλησε για παιδιά που η σάρκα τους φθίνει μέρα με τη μέρα και γίνεται ένα με τα υποκείμενα οστά, ούτε για τις μανάδες που αποκόβονται από το σπλάγχνο τους για λόγους εντελώς παράλογους. Όταν η Φλόγα περνούσε από τη Μαύρη Ήπειρο της έδεσαν τα μάτια, τάχα πως είχε πολύ ήλιο και κινδύνευε να τυφλωθεί. Υπήρχαν δε κάποιες κατεχόμενες χώρες, οικτρά κατάλοιπα αρχαίων Αυτοκρατοριών της Ανατολής που τόσο καλά κρατούσε σαν πολύτιμο κειμήλιο η Φλόγα στις παιδικές της αναμνήσεις, από τις οποίες δεν πέρασε καθόλου, ή κι αν πέρασε δεν το θυμόταν γιατί ήταν κλεισμένη μες στα σπλάγχνα κάποιου ερπυστριοφόρου σιδερένιου τέρατος στο όνομα της ασφάλειας. Γι’ άλλη μια φορά της απέκρυψαν, επίσης, το γεγονός πως εκεί που θα πήγαινε θα στηνόταν μια οργιώδης εμποροπανήγυρη με πρόφαση την «ιερότητά» της.

Το Πεκίνο την περίμενε σημαιοστολισμένο και παιανικό. Πολύχρωμοι, αρθρωτοί δράκοι με ανθρώπινα πόδια είχαν στήσει χορό κινώντας ταυτόχρονα όλους τους αρμούς τους αλλοπρόσαλλα. Κινέζικα φαναράκια και χάρτινες βαθύχρωμες ομπρέλες στροβιλίζονταν στα χέρια γκεϊσών που το μούτρο τους ήταν καταχωμένο κάτω από τόνους πούδρας και άλικου κραγιόν. Από τις παγόδες αναδύονταν κορδέλες θρησκευτικού καπνού και τα μυξοιδηματικά, οιδαλέα μούτρα των αγαλμάτων του Βούδα ατένιζαν με απάθεια τις μυριάδες του κόσμου που μυρμήγκιζαν κάτωθέ τους.

Η Φλόγα τα ‘χασε. Θυμήθηκε το νησί του Πέλοπα όπου είχε γεννηθεί αρκετές ημέρες πριν υπό την προσταγή της πρωθιέρειας και τη συνεπικουρία των ιερειών της. Προσπάθησε να συγκρίνει τα βουβά μάρμαρα, τα ξεπλυμένα από τον ήλιο μέχρι σημείου ιερής ασηψίας, με το πρωτόφαντο πανηγυριώτικο σκηνικό που αντίκριζε. Μια κινέζα γυναίκα πήρε να τραγουδά κάποιο λαϊκό τραγούδι της Κίνας. Η φωνή της ήταν τόσο τσιριχτή που η Φλόγα… έσβησε.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

'Το Κάστρο στο Δάσος' του Norman Mailer (The Castle in the Forest)





Inter faeces et urinam nascimur”. Ίσως αυτή να είναι η φράση που περιέχει όλη την ουσία. Είναι εγχάρακτη σ’ όλο το μήκος της λογοτεχνικής διαδρομής που ακολουθεί ο αναγνώστης διαβάζοντας τούτο το βιβλίο. “Μεταξύ κοπράνων και ούρων γεννιόμαστε” του λένε όλα όσα διαδραματίζονται ενώπιόν του. Το ίδιο ψιθυρίζουν και όλοι οι μικροί και μεγάλοι ήρωες αυτής της δραματοποιημένης βιογραφίας των παιδικών χρόνων του Αδόλφου Χίτλερ. “Inter faeces et urinam nascimur” επιμένει και ο δαίμων που ξετυλίγει το κουβάρι της διήγησης, αποκαλύπτοντας στον αναγνώστη εξ’ αρχής και απροκάλυπτα την πλήρη του ταυτότητα.

Ο Norman Mailer αποφάσισε να μας εξιστορήσει τα παιδικά χρόνια του Αδόλφου έχοντας κρύψει το πρόσωπό του πίσω από μια μεταφυσική μάσκα και μιλώντας αποκλειστικά και μόνον δι’ αυτής: τη μάσκα ενός δαιμονίου. Δεν πρόκειται, όμως, για δαιμόνιο από εκείνα της ελληνικής αρχαιότητας, οντότητες χθόνιες, ή υποχθόνιες που παίρνουν τους ανθρώπους από το χέρι για να τους πουν κάποιο μυστικό και να τους φυτέψουν καινές ιδέες και σκέψεις, εμπλουτίζοντας το δυναμικό των ήδη υπαρχουσών με την παρέμβασή τους. Όχι, διόλου τέτοιος δεν είναι ο δαίμονας αυτός. Πρόκειται για ένα διαβολάκο, ιεραρχικά μετρίου αναστήματος στην κλίμακα των δαιμόνων της Κόλασης. Είναι ένας δαίμονας υποτακτικός του Σατανά, του “Μαέστρου”, όπως επιμένει να αναφέρεται σ’ ολάκερο το βιβλίο. Ένας ακραιφνής “χριστιανικός” διάβολος επιτετραμμένος με συγκεκριμένη αποστολή, που είναι προγραμμένη και προαποφασισμένη από το αφεντικό του, τον ίδιο το Μαέστρο. Ασκεί ένα επάγγελμα (ναι, επάγγελμα είναι κι αυτό…) με όλους τους όρους και τους κανονισμούς που μπορεί να έχει ένα επάγγελμα. Ο δαίμονας αυτός πρέπει να επιτελέσει το καθήκον του στο ακέραιο. Έχει υποχρεώσεις, χρονοδιαγράμματα, ατζέντα. Ενορχηστρώνει μια ολόκληρη ομάδα από κατώτερους υπαλλήλους – δαίμονες τους οποίους αφήνει στο πόδι του όποτε τα καθήκοντά του γίνονται δυσβάσταχτα. Τι να κάνει; Οι ανθρώπινοι στόχοι είναι πολλοί και ο “Μαέστρος” απαιτητικός. Αν κάτι πάει στραβά στην αποστολή του κινδυνεύει άμεσα με υποβιβασμό.

Φορτωμένος με όλα τα εφόδια της ειρωνείας και του κωμικού, πάνοπλος από την κεφαλή ως τα νύχια με ευτράπελη διάθεση αναμεμιγμένη θανάσιμα με την πιο ταιριαστή αναλογία αδιόρατης δραματικότητας, μίγμα που μετά την έκρηξή του δεν αφήνει παρά μια στυφή γεύση διαβρωτικού ξεπεσμού στον αναγνώστη, ο δαίμων–Norman Mailer ξεκινά την αφήγησή του από την απαρχή. Από τις ρίζες της καταγωγής του Αδόλφου Χίτλερ, ίσα με τρεις γενιές πίσω. Στην παγκόσμια λογοτεχνία είθισται η de facto παραδοχή του μεταφυσικού στοιχείου όταν έχουμε να κάνουμε με βιωματικές εξιστορήσεις μεγάλων προσωπικοτήτων διεθνούς εμβέλειας. Από τους βίους των Αγίων στα μεσαιωνικά μοναστηριακά χειρόγραφα, μέχρι τον Faust του Goethe, από το μύθο του βασιλιά Αρθούρου στο έργο του Geoffrey of Monmouth του 12ου αιώνα, ως τη βιογραφία του συνθέτη Αντριάν Λέβερκυν όπως τη διηγήθηκε ο Tomas Mann, από την αρχαία ελληνική μυθολογία ως το σκοτεινό απόηχό της στη μορφή των sagas της Σκανδιναβίας, παντού οι μεγάλες ιστορικές, ή μυθικές προσωπικότητες που γνώρισε η ανθρωπότητα στο διάβα των αιώνων έχουν να επιδείξουν κάτι το ανερμήνευτο και μεταφυσικό στο βίο τους. Η παρουσία αγαθών, ή σκοτεινών δυνάμεων στο πλευρό μοναδικών ανθρώπων ανέκαθεν έθελγε τους φαντασιοκόπους και δεν άφηνε ανεπηρέαστους μήτε τους ψυχρότερους ιστοριοδίφες. Ανθρώπινος εγωισμός; Αταβιστική θρησκοληψία; Ποιος ξέρει… Ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τα αγαθά (ή, κάποτε, τα σατανικά) χαρίσματα μιας ξεχωριστής προσωπικότητας. Προτιμά να πιστεύει στο θείο, ή στο σατανικό, να ορχείται σε ορφικό όργιο, να τρέχει πίσω από τραγόποδες Σιληνούς και τραγοπώγωνες Σατύρους… ελκύεται από ψιθυριστικούς ιάμβους μιας προαιώνιας μυστηριακής χορωδίας που πιότερο την υποψιάζεται με τεταμένες τις αισθήσεις του παρά τη συνειδητοποιεί. Το πώς διαβόλοι, τριβόλοι και εξαποδό ενσαρκώνονται στο σώμα της Ιστορίας, το πώς το Κακό μετουσιώνεται σε Χάρισμα, το πώς το μυστηριακό μεθίσταται σε πραγματικότητα, ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος κάθε κύκλου που η ίδια η Κόλαση διαβρέχει μέρος της περιφέρειάς του… όλα αυτά μαζί αποτελούν ένα αίνιγμα και, συνάμα, την αλάνθαστη συνταγή της επιτυχίας. Όταν μια ιστορία (εν προκειμένω, μια βιογραφία) εμπλουτίζεται με τα στοιχεία αυτά, τότε γίνεται αιώνια.

Ο Norman Mailer το γνωρίζει καλά αυτό και δε διστάζει να το χρησιμοποιήσει. Έχει αναλάβει να χειριστεί επιδέξια δύο θέματα ταυτοχρόνως: την αιμομιξία και τη σατανική επιρροή. Ο “Μαέστρος” οσμίζεται την πιθανή αιμομικτική καταγωγή του μικρού Αδόλφου (του Άντι, όπως επιμένει να τον αποκαλεί ο συγγραφέας αμερικανιστί) και στέλνει το κατώτερο όργανό του, το δαίμονα, να προλειάνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα βαδίσει αυτή η διαφαινόμενη ιστορική προσωπικότητα προκειμένου να καταλήξει να γίνει ο Χίτλερ που γνώρισε αλγεινά η Ανθρωπότητα. Όμοια όπως οι Μοίρες επισκέπτονται το νεογέννητο από τα γεννοφάσκια του και καθορίζουν το μέλλον του, έτσι κι εδώ ο δαίμονας πρέπει να “σχεδιάσει” όσο καλύτερα μπορεί το μέλλον του Άντι. Το “Σχέδιο” έχει καταστρωθεί στα πυρωμένα κατάβαθα της Κόλασης. Εντούτοις, τίποτα δεν είναι βέβαιο. Ο καλός Θεός (το αντίπαλο στρατόπεδο τον αποκαλεί ειρωνικά “Dummkopf”) και οι στρατιές των αγγέλων του (οι “ραβδούχοι”) παραμονεύουν σε κάθε βήμα. Αν κάτι πάει στραβά, το “Σχέδιο” θα καταδικαστεί σε αποτυχία και όλες οι προσπάθειες του δαίμονα θα… πάνε κατά διαόλου...

Οι ρίζες του μικρού Αδόλφου είναι θαμμένες στέρεα μες στην Αυστριακή επαρχία στις αρχές του 19ου αιώνα, όπου η απομόνωση και το χαμηλό βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο πυροδοτούν στον αγροτικό πληθυσμό μια αλυσίδα από αιμομικτικές ενώσεις. Νόθα παιδιά ξεφυτρώνουν από τη συνένωση αδερφών μεταξύ τους, ή γονέων με τα παιδιά τους. Θείοι παντρεύονται τις ανιψιές τους, πατεράδες τις κόρες τους. Για να τελεστούν τέτοιοι ανίεροι γάμοι σβήνονται, ή παραχαράσσονται τα ληξιαρχικά αρχεία, ζητούνται εκκλησιαστικές άδειες από επισκόπους και καρδιναλίους, γίνονται σιωπηρά αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ των συγγενών που δένονται με όρκους σιωπής. Οι ανθρώπινες σχέσεις ζυμώνονται μες στην ενοχή και τον αποτροπιασμό, μια ζύμωση που προκαλεί στον αναγνώστη ίλιγγο, τον κάνει να ξεχειλίσει από αγανάκτηση. Προϊόν αιμομιξίας ήταν ο πατέρας του Αδόλφου Χίτλερ, Αλόις. Όμοια προϊόν αιμομιξίας έμελλε να είναι και ο μικρός Άντι. Ενώπιον του αναγνώστη ξανοίγεται ένα μουχλιασμένο τοπίο, άνθρωποι αναγκεμένοι, ζωές που ξεφυτρώνουν απ’ το μουχλιασμένο χώμα μιας στέρφας γης και μονομιάς συμπαρασύρονται από τη δίνη παράνομων συνουσιών κι ανομολόγητων παθών. “Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα” λέει μια λαϊκή ρήση. Ο συγγραφέας χτίζει πάνω σ’ αυτό το θεμελιώδες μοτίβο. Η αιμομιξία χρησιμεύει σταθερά σα λυδία λίθος για την προγραμμένη πορεία της οικογένειας Χίτλερ.

Στη ναζιστική Γερμανία του ’30 το “Όραμα” είχε συλληφθεί. Ο ναζιστικός προπαγανδιστικός μηχανισμός είχε μπει σε λειτουργία και τα καλολαδωμένα του γρανάζια περιστρέφονταν αέναα γύρω από τον άξονα του Φύρερ. Η μοίρα του έθνους είχε μπει στη σταθερή τροχιά της με κατεύθυνση την αιωνιότητα και το μεγαλείο. Η Γερμανία είχε ανάγκη από ένα “Υπεράνθρωπο”. Ο δεύτερος ισχυρότερος άνθρωπος του καθεστώτος, ο Χάιμλιχ Χίμλερ, απεργαζόταν την ιδέα της αιμομιξίας με σχεδόν “επιστημονικό” ενδιαφέρον. Μονάχα δυο όμοια γεννητικά υλικά μπορούν να δώσουν γέννηση σ’ ένα τρίτο με επαυξημένες (σχεδόν διπλασιασμένες) τις θετικές ιδιότητες των δύο πρώτων. Μονάχα ένας “αιμομικτίδης”, σαν προϊόν της συνένωσης δύο όμοιων γεννητικών υλικών, έχει την πιθανότητα να γίνει ο “Υπεράνθρωπος”. Η ιδέα ότι ο Χίτλερ ήταν προϊόν αιμομιξίας έπαιρνε να εξαπλώνεται. Οι φήμες είχαν αφεθεί να διατρέχουν τη Γερμανία απ’ άκρη σ’ άκρη, όμοια όπως ξαμολιούνται τα κυνηγόσκυλα μόλις τα αφήσει το αφεντικό τους ελεύθερα. Με αφορμή αυτές τις φήμες ξεκινά ο Norman Mailer την αφήγησή του. Παίρνει την ιστορία από την αρχή, από τη ρίζα του κακού: τη γιαγιά του Αδόλφου, Μαρία–Άννα που οι φήμες θέλουν να έχει κάνει νόθο παιδί από την παράνομη συνένωσή της με τον ίδιο της τον αδελφό. Το προϊόν της αιμομιξίας λέγεται Αλόις Σίκλγκρουπερ, που θα μετονομαστεί σε Αλόις Χίντλερ και θα γραφτεί στην ιστορία ως ο πατέρας του Αδόλφου Χίτλερ, από τον τρίτο του γάμο με την ίδια του την κόρη, την Κλάρα Πελτσλ. Η Κλάρα δε θα μάθει ποτέ την αληθινή φύση της συγγένειάς της με τον άντρα της, μιας και τα ληξιαρχικά αρχεία είχαν ήδη τροποποιηθεί όταν εκείνη ήταν μόλις μωρό. Η Κλάρα θα μείνει να πιστεύει πως ο Αλόις είναι θείος της, ενώ ένα αγκάθι βαθιά εντός της θα την κεντρίζει πάντα με μια σκοτεινή, ανεξήγητη υποψία ότι η συγγένειά τους είναι κάτι παραπάνω από αυτό.

Ο δαίμονας–φύλακας της οικογένειας παρακολουθεί τη ζωή τους εκ του σύνεγγυς. Μετέρχεται ποικίλων μεθόδων και μέσων για να θέσει τις βάσεις της προσωπικότητας του μικρού Άντι. Ο Mailer καταναλίσκει ολόκληρα κεφάλαια για να περιγράψει τις μεθόδους αυτές δια στόματος του ίδιου του δαίμονα. Μια από αυτές, η λεγόμενη “ονειροχάραξη” ίσως βάλει τον αναγνώστη σε σκέψεις…

Ο δαίμονας–φύλακας παρακολουθεί τους Χίτλερ αδιάλειπτα, εξόν από κάποιες στιγμές που τα σύγχρονα καθήκοντά του τον αναγκάζουν να λείψει για λίγο από το αγρόκτημα στο Χάφελντ κοντά στο Λιντς όπου ζει η οικογένεια Χίτλερ, προκειμένου να παραστεί σε σημαντικότερα γεγονότα εκείνης της εποχής. Ένα τέτοιο γεγονός, για το οποίο ο συγγραφέας ανοίγει μια μεγάλη παρένθεση στην κύρια εξιστόρηση, είναι η στέψη του Τσάρου Νικολάου Β’ της Ρωσίας (του Νϊκι, όπως τον αποκαλεί ευτράπελα). Ο δαίμονας πρέπει να παραστεί με όλη τη συνοδεία του από κατώτερα δαιμόνια για να βάλει τη σφραγίδα του Κακού σ’ αυτό το παγκοσμίως καθοριστικό γεγονός. Οι άγγελοι – “ραβδούχοι” του Dummkopf είναι κι εκείνοι παρόντες. Στην ανθρώπινη διπλωματία επιπροστίθεται με άφθονο χιούμορ από την πλευρά του συγγραφέα και η μεταφυσική διπλωματία ανάμεσα στις δυνάμεις του Καλού και του Κακού. Η ώσμωση ανάμεσα σε ιστορικά γεγονότα και σε μεταφυσικές παρεμβάσεις, η διαρκής εναλλαγή των εκφραστικών μέσων από το κλασικό λογοτεχνικό ύφος στο ύφος της αμερικάνικης πρόζας του ’70 (όπως μας είχε συνηθίσει ο συγγραφέας με τα έργα του “Οι Στρατιές της Νύχτας” και “Το Όραμα της Ηδονής”) ανταμείβουν τον αναγνώστη που είναι οπαδός του είδους.

Ο συγγραφέας φαίνεται να ακολουθεί την πεπατημένη (και για τούτο δοκιμασμένη κι ακίνδυνη) οδό της κλασικής λογοτεχνίας του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, το ύφος της οποίας διαπνέεται από την αυστηρά χρονολογική διαδοχή των γεγονότων της πλοκής, καθώς και από τη χαρακτηριολογική τεκμηρίωση των ηρώων μέσω των καταστάσεων που προηγήθηκαν της γέννησης και της ενηλικίωσής τους. Το δόγμα έχει ως εξής: Τα φαντάσματα του παρελθόντος υφέρπουν και στοιχειώνουν το παρόν. Η πίστη σ’ αυτό το δοκιμασμένο αφηγηματικό μοτίβο από την πλευρά του συγγραφέα κάθε άλλο παρά αρνητικά χρωματίζει το έργο. Ο Norman Mailer φαίνεται να νιώθει σίγουρος για την επιλογή του. Μόνο έτσι μπορεί να καταδείξει πλέρια και δίχως περιττά υφολογικά τεχνάσματα και ακροβασίες την ανθρώπινη φύση ενός ανθρώπου του οποίου η δράση έμελε να χαράξει αναντιστρεπτά την παγκόσμια Ιστορία. Τα γεγονότα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου θα πείσουν την ανθρωπότητα για την τερατομορφία και την απανθρωπιά του Αδόλφου Χίτλερ. Η “ιερή σκόνη” με την οποία ο Χρόνος σκεπάζει τα περασμένα θα κάνει τον Χίτλερ να μοιάζει εφεξής με τερατούργημα, με αποτρόπαιο ανοσιούργημα, με οντότητα δίχως ρίζες, αγέννητη… σχεδόν ένας “μη–άνθρωπος”.

Ο συγγραφέας θέλει να διώξει αυτή την ιερή ιστορική σκόνη από τον ήρωά του. Έχει στοιχηματίσει πως κάτω από το μοχθηρό, άκαμπτο περίβλημα κρύβεται ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που, όπως όλοι οι άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο, έχει ρίζες, καταγωγή, γονείς και παιδικά βιώματα. Γι’ αυτό και η διήγηση σταματά πριν τον όλεθρο του πολέμου, πριν η Ιστορία κλέψει το παιδί από τη θαλπωρή του γονεϊκού του περιβάλλοντος και της παιδικής αθωότητας για να το ρίξει στη δίνη του κυκεώνα της, δίχως πιθανότητα επιστροφής. Ο συγγραφέας θα σωπάσει προτού φέξει η αυγή της ενηλικίωσης. Μόνο έτσι μπορεί να φωτίσει τον άνθρωπο–Αδόλφο. Μόνο έτσι μπορεί να μιλήσει για την ανθρώπινη πτυχή της αινιγματικής φύσης του ήρωά του. Σα θαυματοποιός, όπως οφείλει να είναι κάθε συγγραφέας, βγάζει από το μαγικό του ημίψηλο καπέλο ένα καλειδοσκόπιο και το στροβιλίζει υπνωτικά μπρος στα δύσπιστα μάτια του αναγνώστη. Έχει δύσκολη αποστολή. Το κοινό του είναι προκατειλημμένο κι ο ήρωάς του από καιρό δεδικασμένος και καταδικασμένος. Θα μας ταξιδέψει πίσω στο χρόνο. Οι φωτογραφίες σέπια παίρνουν να χρωματίζονται, να ζωντανεύουν… Οι πρόγονοι του Αδόλφου Χίτλερ ξεπηδούν απ’ την ανυπαρξία και παίρνουν μορφή. Είναι γνήσιοι άνθρωποι της Αυστριακής επαρχίας σε μια εποχή παρακμιακή που πνέει τα λοίσθια…

Το “Κάστρο στο Δάσος” δεν είναι άλλο από το Waldviertel, μια περιοχή στα βόρεια του Δούναβη, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ετυμολογικά “δασική περιοχή”. Εκεί βρίσκονται τα χωριά Σπιτάλ και Στρόνες. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε η γιαγιά του Άντι, η Μαρία–Άννα… η αρχή του αιμομικτικού κύκλου… η αρχή του “κακού”. Από αυτή κι έπειτα, όλοι οι απόγονοι θα γεννιούνται… “inter faeces et urinam”.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου μένει τελικά μια απορία να κρέμεται στις άκρες των χειλιών. Ο αναγνώστης ψάχνει να βρει ποιος είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, νιώθει μπερδεμένος. Άλλα πίστευε αρχικά και άλλα προέκυψαν… Γιατί, εν τέλει, ο Αδόλφος Χίτλερ κάθε άλλο παρά ο πρωταγωνιστής είναι, αντίθετα με όσα προαγγέλονταν πρελουδιακά. Αλίμονο, δεν είναι ούτε καν δευτεραγωνιστής. Μοιάζει πιότερο με ένα μικρό σκιάχτρο που διαμορφώνεται στο παρασκήνιο. Το προσκήνιο καταλαμβάνεται από τα έργα και τις ημέρες του πατέρα του, του Αλόις, συνταξιούχου τελωνιακού της Αυτού Μεγαλειότητας, του Αυτοκράτορα της Αυστρίας. Τη δική του πορεία παρακολουθεί ο αναγνώστης καθ’ όλο το μήκος και το πλάτος της διήγησης. Περιμένει τη διήγηση να περάσει στο δεύτερο επίπεδο: εκείνο του Αδόλφου, μα, αλίμονο, ελπίζει μάταια. Τη στιγμή που τέλεψα με το βιβλίο σήκωσα το βλέμμα στον αντικρινό τοίχο. Εκεί αχνοχαράχτηκε η μορφή του Mailer. Μού ‘κλεισε πονηρά το μάτι και από το σκοτεινό χάσμα των μισάνοιχτων χειλιών του μου ψιθύρισε: «Τι περίμενες από ένα “δαίμονα”… σε ξεγέλασα…»


Παναγιώτης Σιμιτσής

____________________________

Πληροφορίες για το βιβλίο:

Τίτλος στα ελληνικά: Το Κάστρο στο Δάσος

Τίτλος πρωτοτύπου: The Castle in the Forest

Συγγραφέας: Norman Mailer

Μετάφραση: Ιλάειρα Διονυσοπούλου

Εκδόσεις: Καστανιώτη

Σειρά: Συγγραφείς απ' όλο τον Κόσμο

Έτος έκδοσης: 06/2007

ISBN: 978-960-03-4480-6

Σελίδες: 525

_______________________________