Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Επίκληση ενός Φαντάσματος


Θα μιλήσω για μια νεαρή γυναίκα που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα (αν και υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις για το τι είναι πραγματικότητα).

Πρόκειται για ένα πλάσμα δημιουργημένο από οξύ και φιλοσοφικό νου, μα που, ωστόσο, δεν παύει να είναι κατασκεύασμα θνητού, και ως τέτοιο που είναι σκιαγραφήθηκε και εμπλουτίστηκε με όλα τα στοιχεία, τις χάριτες και τις αδυναμίες που η λογοτεχνική πέννα μπορεί να προσδώσει στα τέκνα που ξεπηδούν από την ατσαλένια της μύτη (άλλα χαίροντα άκρας υγείας και αρτιότητας και άλλα ημιτελή, κακάσχημα και παραμορφωμένα σαν homunculi). Η νεαρή γυναίκα για την οποία θα μιλήσω παρακάτω, είναι μια γυναίκα που συλλήφθηκε μες σε λίκνο ρομαντισμού και στολίστηκε ολάκερη με τα πιο χρυσοποίκιλτα και φανταχτερά πλουμίδια του νατουραλισμού. Ένα ον που εξυπηρετεί την ανάγκη για δραματοποίηση, ένα πλάσμα με διάδημα πλέριας, καταυγάζουσας φως αγνότητας που γύρω του περιπλέκεται μια σκοτεινή ιστορία απ’ αυτές που χρειάζονται πάντα ως λοκομοτίβα έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να τον θυσιάσουν στο ικρίωμα της επιθυμητής τραγικής ειρωνείας.

Ξύπνησα, λοιπόν, από το λήθαργο 177 χρόνων αυτή τη νεαρή κοπέλα (ας με συγχωρέσει γι αυτή μου την εγωιστική πράξη) για να σας την παρουσιάσω.

Πρέπει να τη δείτε με μεγάλη προσοχή και σεβασμό, μιας και για χάρη σας μπήκε σε μεγάλους κόπους για να έρθει ως αυτό το forum. Δε χρειάζεται να σας πω πόσο δυσκολεύτηκε να βρει τ’ απομεινάρια της που κείτονταν σκόρπια στην αφιλόξενη σαν την ίδια την Κόλαση πλαγιά του «Γερακοβουνίου» και να τα μαζέψει για να ανασυνθέσει το σκελετό της, πώς πήρε λουλούδια από μαγιάτικους λειμώνες και τα έκανε σπλάγχνα της και λίγες στάλες φως από ανδαλουσιανό καταμεσήμερο για καρδιά. Και αφού φοβόταν να έρθει μόνη για να παρουσιαστεί μπροστά μας, έψαξε και βρήκε και την κατσίκα της. Οι δυο τους μαζί περάσαν, με ξέφρενους χτύπους στην καρδιά και τρόμο μες στο βλέμμα, απ’ την πλατεία Γρέβης, όπου αντίκρισαν τη ζοφερή αγχόνη. Έπειτα μπάρκαραν με κάποιο πλοιάριο από τη Μασσαλία και έφτασαν ως εδώ.


Να τες! Δείτε τις… ενώπιόν σας στέκουν!

ΕΓΩ:
Συγχώρα με κοπέλα μου,
Που απ’ το βαθύ τον ύπνο
Με εγωισμό περίσσιο σ’ έβγαλα.
Δεν το ‘κανα ανώφελα ωστόσο.
Στο forum τούτο δω συζήτηση μεγάλη
Κάποιοι ανθρώποι πιάσαν μεταξύ τους για τις γυναίκες
Και της ψυχής τους τα μυστήρια.

ΦΑΣΜΑ:
Η συγνώμη σου σε μένα καλοδεχούμενη είναι.
Μη σκιάζεσαι αυτό που το λογισμό σου παιδεύει
Ευθύς να με ρωτήσεις δίχως περισπασμούς.
Εξάλλου εσύ ‘σαι άνθρωπος κι εγώ μόνο ένα φάσμα
Που από ανθρώπου έμπνευση ξεπήδησα πριν χρόνους πολλούς
Κι έκτοτε η φήμη μου εξαπλώθη
Πέρα απ’ της ile de la Cite τ’ ασφυκτικά τα όρια
Κι από περιπλανώμενη στης Παναγιάς του τόπου μου
Το πολύπαθο, ματοβαμμένο προαύλιο πέταξα μακριά
Πάνω από τόπους άγνωστους σε μένα
Κι ο Κόσμος ολάκερος μ’ αγάπησε με φλόγα.

ΕΓΩ:
Θα ήθελα στους φίλους μας,
Που εδώ μπροστά σου στέκουν εκστατικοί,
Το γνώριμ’ όνομά σου να αποκαλύψεις.

ΦΑΣΜΑ:
Είμαι η Εσμεράλδα.
Και τούτη εδώ η ξυπνή κατσικούλα
Με το γυαλιστερό το άσπρο τρίχωμα
Και τα επιχρυσωμένα κέρατα και πόδια
Είναι η καλή μου η Τζαλή.

ΕΓΩ:
Ακούσατε αναγνώστες μου;
Τούτη την κοπελιά που έχετε εμπρός σας,
Με την τσιγγάνικη ομορφάδα
Και την αταίριαστη του τάφου χλωμάδα,
Που ακούει στ’ όνομα Εσμεράλδα
Μήπως αναγνωρίζετε;

Λίγες κουβέντες απ’ το μακραίωνα βουβό σου στόμα
Καλή μου Εσμεράλδα ζητώ να αποσπάσω.

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Ρώτα με.

ΕΓΩ:
Την πρώτη μου απορία άσε σε ‘σε να θέσω:
Ποιος ήταν ο λόγος που ο Δημιουργός σου,
Ενώ στην τρομερή Αυλή των Θαυμάτων
Μέλος αγαπητό σε όρισε,
Σε ήθελε παρθένα ως την αρχή του δράματος;
Με συγχωράς, μα στο σύγχρονο αναγνώστη
Πολύ ιδανικό φαντάζει τούτο
(Για να μην πω άλλη κουβέντα…)

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Ό,τι κι αν πεις φίλε μου γι’ αυτό το θέμα
Ανώφελο είναι την τιμή μου να υπερασπιστώ
Χωρία από το Κείμενο χρησιμοποιώντας.
Θαρρείς σε μένα άρεσε αυτή
Του Δημιουργού μου η υποκρισία;
Θαρρείς πως την εποχή του ζόφου που ‘ζησα
Κι εν μέσω της βδελυρής Αυλής εκείνης
Μου ήταν μπορετό την παρθενιά μου να κρατήσω
Στα βρωμερά τα ένστικτα και τ’ αποτροπιαστικά
Καμώματα των χυδαίων ληστών και αλητών
Ενάντια πηγαίνοντας;

ΕΓΩ:
Άραγε, μπορείς να πεις σε μας
Γιατί ο Δημιουργός σου τέτοια σε παρουσίασε
Από ρεαλισμό και ανθρωπιά αλάργα;

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Τον Κύρη μου που μ’ έφτιαξε
Δε θέλω να εκθέσω.
Θα ‘χε θαρρώ τους λόγους του.
Ίσως να είχε ανάγκη από γυναίκα σαν κι εμέ,
Το φύλο ολονών των γυναικών
Στο πρόσωπό μου να εξυψώσει.
Δεν έκανε κάτι που παράταιρο στους άντρες είναι.
Πολλοί από ‘σας εμάς μας θέλετε έτσι:
Αμόλευτες, αγνές και αειπάρθενες
Για να μπορείτε έπειτα να επαίρεστε
Για της κατάκτησής σας τη μοναδικότητα
Στο θρίαμβο που τόσο εφήμερος είναι μεθώντας.
Όσο για την παρθενιά που έθιξες,
Σ’ αφήνω μοναχός ν’ αναρωτιέσαι…

ΕΓΩ:
Θα ‘θελα και κάτι ακόμη να ρωτήσω…
Αν και αποκοτιά μπορεί τούτο ν’ αποβεί
Κι αιτία, αλίμονο, να σε στενοχωρήσω…

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Πώς, άραγε, ένας νεκρός βιβλίου ήρωας
Μετά τη στερνή του δράματος σελίδα
Να νιώσει ο,τιδήποτε μπορεί;
Μη σε γελά ο ανθρωπομορφισμός που ίδιόν σου είναι,
Και μη θαρρείς το φάσμα μου πως γυναικείο είναι.
Ο θρήνος μου, τα πάθη μου
Στον αγαπημένο τόμο ξεκίνησαν και τέλεψαν,
Συνέχεια δεν έχουν.

ΕΓΩ:
Τα λόγια σου με θάρρητα με όπλισαν
Γιατί το φόβο της αδικοπραξίας
Βοήθησες εμέ να ξεπεράσω.
Γιατί, λοιπόν, μ’ αφέλεια υπερβολική για άνθρωπο υπαρκτό,
Τον αξιωματικό εκείνο με την ελαφριά συνείδηση
Με τόση ανεμυαλιά και κοντοθωριά αγάπησες,
Δίχως να βλέπεις γύρω σου πως άλλοι δυο
Φλεγόμενοι από ανομολόγητο έρωτα ανθρώποι,
Μες στα πυρά της Κόλασης για ‘σε παραδαρμένοι,
Ζωή πλήρη ευτυχίας κι ανόθευτης αγάπης
Μπορούσαν να προσφέρουν;


ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Ω Φοίβο!
Γι’ αυτόν μιλάς, κατάλαβα.
Γι’ αυτόν που ζωή και μάνα πρόδωσα με περισσή αφέλεια.
Δεν ξέρω τι τον έπιασε το Δημιουργό μου
Και μ’ έβαλε το ρόλο της αγνώμονης και της τυφλής να παίξω.
Το Φοίβο τον ελάτρεψα δίχως αναπαμό κι αντίκρισμα
Γιατί έτσι η μοίρα μου ως ηρωίδας όριζε.
Πως δε μ’ αγάπησε ποτέ το ξέρω.
Αλίμονο δε φταίω εγώ για τη νατουραλιστική μου φύση.
Γι’ αυτή τον Κύρη που με γέννησε οφείλεις να ρωτήσεις
(Δύσκολο είναι να τον βρεις όσο κι αν θέλεις).
Μην άξιζε, τάχα, για την ανανταπόκριτη αγάπη που ένιωσα
Τη θανατηφόρα αγχόνη στον πάλλευκο λαιμό μου
Περιλαίμιο οικτρό να φορέσω,
Και ένα απόβρασμα με την κουκούλα του Δημίου
Στους ώμους μου να νιώσω να κρεμιέται ολόβαρος
Τον άμοιρο αυχένα μου παλεύοντας
Ολότελα να σπάσει και να μ’ αποτελειώσει;
Το γνώθει σ’ αυτόν και τότε όπως και τώρα έχω:
Ανεμυαλιά απίστευτη θα ήταν κάτι τέτοιο.
Το δράμα όμως όφειλα τότε να εξυπηρετήσω
Με πράξεις κι αντιδράσεις που στη ζωή τούτη,
Που ‘συ κι εσείς οι υπόλοιποι διάγετε,
Να πράξω ποτέ δε θα διανοούμουν.
Βλέπεις, δεν είμαι παρ’ ένα κατασκεύασμα
Και αδημονώ τη φύση την ανθρώπινη
Κάποτε ν’ αποκτήσω.

ΕΓΩ:
Τον Κλαύδιο Φρόλλο τώρα αν ζούσες
Πιότερο απ’ το Φοίβο θα προτιμούσες;

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Φυσικά, μιας κι είναι ώριμος κι απ’ τη ζωή πολλά γνωρίζει.
Μήπως χαζή με θεωρείς; Τι ερώτηση και τούτη!
Και σε σας φίλες μου που εμπρός σας με θωρείτε
Ετούτο λέγω:
Καλή είναι η ομορφιά, τα νιάτα κι η αγάπη,
Μα μπρος στης ζήσης τούτης τ’ αδιέξοδα και τις πολλές αγκάθες
Οφείλετε τα υλικά πάντα να αποκτάτε
Γιατί τα αισθήματα τα γοργόπτερα κάποτε θα τελέψουν
Κι οι σύζυγοι νομοτελειακά θα σας εγκαταλείψουν μόνες.
Και τότε τι θα έχετε μαζί σας παρηγοριά κι εφόδιο,
Εξόν απ’ τα υλικά αγαθά που ως τότε τριγύρω θα ‘χετε σωρεύσει;
Κουτές μην είστε, το λοιπόν,
Σε μένα να μη μοιάστε.

ΕΓΩ:
Μα…

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Φεύγω τώρα, έχε γεια
Απ’ των μακάρων το λήθαργο
Για τέτοιες σαχλές απορίες
Μη με ξανασηκώσεις.
Έλα Τζαλή να φύγουμε, στον τάφο μας να πάμε,
Γιατί θαρρώ ακούω του Κουασιμόδου τη φωνή
Που απελπισμένα κρένει…


_________________________________

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στις 17 Νοεμβρίου 2007 στο forum του Λέξημα με τίτλο θέματος: Προβληματισμοί > Στην Ελλάδα κηδεύουμε τον Φεμινισμό

Για να παρακολουθήσετε τη συγκεκριμένη συζήτηση του forum επιλέξτε το link: http://www.lexima.gr/lxm/forum/viewtopic.php?t=556

Οι εικόνες προέρχονται από την εικονογράφηση του βιβλίου "Η Παναγία των Παρισίων" του Βίκτωρος Ουγκώ, της εκδοτικής σειράς "Άπαντα Κλασικών Συγγραφέων", εκδόσεις Μιχαλακέας & ΣΙΑ, 1968

____________________________________________


Δεν υπάρχουν σχόλια: