Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Για ποιο λόγο να ζει ο άνθρωπος εκατό χρόνια;

Υπάρχουν φορές που νιώθω την Αγανάκτηση να αναδύεται από τα σκοτεινά υπόγεια του πιο μύχιου εσωτερικού μου χώρου και να χτυπά την πόρτα του συνειδητού για να βγει στην επιφάνεια και να διαδηλώσει την ύπαρξή της. Άλλοτε έχει μια γνώριμη μορφή και φορά το κλασικό της ένδυμα, έτσι που όταν τη θωρώ ενώπιόν μου την καλωσορίζω και δεν της δίνω και πολλή σημασία, μιας και, ως γνωστό, ακόμη και το απεχθέστερο ερέθισμα για τις αισθήσεις παύει να προκαλεί δυσαρέσκεια με το χρόνο. Υπάρχουν, όμως, στιγμές που η ίδια αυτή οντότητα, η Αγανάκτηση, εμφανίζεται μπροστά μου με παντελώς καινούργια μορφή και ντυμένη την πιο αλλοπρόσαλλη φορεσιά και τότε εκπλήσσομαι. Εκπλήσσομαι για το πόσες διαφορετικές μορφές μπορεί να πάρει αυτή η εσώτερη οντότητα καθώς η ζωή του ανθρώπου εμπλουτίζεται με νέες εμπειρίες.

Άκουσα το λοιπόν και πάλι την κλαγγή του ρόπτρου και κίνησα να ανοίξω την πόρτα που χωρίζει το συνειδητό από το ασυνείδητο. Μπροστά μου εμφανίστηκε η Αγανάκτηση.

Ευθύς κατάλαβα πως ήταν εκείνη από το εκκωφαντικό τσίριγμά της που μοιάζει αρχικά αφόρητο. Αν δεν έβγαζε αυτό το διαπεραστικό ήχο από το ξεδοντιασμένο της στόμα, θα μου ήταν παντελώς αδύνατο να την αναγνωρίσω. Γιατί, αυτή τη φορά είχε μια μορφή που δεν είχα ξαναδεί: ήταν γριά καμπούρα, δύσμορφη από τις πολλές ρυτίδες και την τριχοφυΐα σε μέρη που σε γυναίκα της αναπαραγωγικής ηλικίας φυσιολογικά δεν υπάρχει. Μια μαύρη λερή μαντίλα, ξεφτισμένη από την πολυκαιρία έκρυβε τα γκριζόασπρα μαλλιά πλεγμένα σε κότσο. Στα καλυμμένα με χοντρές μάλλινες κάλτσες στραβοκάνικα πόδια της φορούσε γαλότσες βουτηγμένες στη λάσπη και την κοπριά. Ήταν ντυμένη σαν κρεμμύδι και ανέδιδε μια αποτροπιαστική οσμή από ούρα ανάκατα με ξινισμένο τυρί. Πρέπει να είχε πάνω από ενενήντα χρόνια στην καμπούρα της. Κάποτε σταμάτησε το τσίριγμα και με κάρφωσε με το βλέμμα της, ένα βλέμμα προερχόμενο από δυο σκοτεινές κόγχες που τις προσέδιδαν μεγαλύτερο βάθος τα τονισμένα υπερόφρυα. Βλέμμα γεμάτο αυταρχισμό, τέτοιο που έχουν μόνο όσοι θεωρούν ότι έχουν περάσει τα πάνδεινα στη ζωή τους και για τούτο και μόνο αξιώνουν το σεβασμό από τους νεότερους.

Αφού θάρρησε πως με το βλέμμα και την ηλικία της μου επιβλήθηκε, σήκωσε με άτσαλη βιασύνη το αριστερό της μανίκι, τραβώντας ως τα μισά του πλαδαρού μπράτσου της την τριπλή ή τετραπλή επικάλυψη των ρούχων και μου έτεινε το μισογυμνωμένο της χέρι. Με τον παραμορφωμένο και γεμάτο κόμπους από την παραμελημένη αρθρίτιδα δείκτη μου άγγιξε το στήθος προστακτικά.

«Μέτρα μου την πίεση και το ζάχαρο», διέταξε. Και αφού η φύση της δουλειάς μου είναι τέτοια, υπάκουσα…

Από τότε, κάθε φορά που η Αγανάκτηση χτυπά την πόρτα μου και μου παρουσιάζεται με τη μορφή αυτή, στο νου μου έρχεται η ίδια πάντα παραβολή παρμένη από το βιβλίο του Αλεξάντερ Σολζενίτσυν, «Σταθμός του Καρκίνου». Την παραθέτω:

Ο Αλλάχ μοίραζε τις ζωές κι έδωσε σ’ όλα τ’ άγρια ζώα πενήντα χρονών ζωή, πιστεύοντας ότι τόση τους αρκούσε. Ο άνθρωπος κατέφθασε τελευταίος και δεν απέμεινε πια στον Αλλάχ παρά εικοσιπέντε χρονών ζωή.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, προσβλήθηκε: «Είναι πολύ λίγο», λέει. «Αρκετά σου είναι», απαντά ο Αλλάχ. Ο άνθρωπος, όμως, επιμένει. Για να τον ξεφορτωθεί, ο Αλλάχ του λέει: «Τράβα να βρεις τους άλλους και ρώτα αν κανενός του περισσεύουν τίποτα χρόνια και θέλει να σου τα δώσει». Ο άνθρωπος φεύγει και συναντά ένα μουλάρι. «Άκουσε», του λέει, «μου έδωσαν πολύ λίγη ζωή. Μου χαρίζεις ένα κομμάτι από τη δική σου;» «Εντάξει», απαντά το μουλάρι, «πάρε εικοσιπέντε χρόνια». Ο άνθρωπος συνεχίζει το δρόμο του και συναντά ένα σκύλο. «Άκουσε, σκύλε», λέει, «μου δίνεις λίγη από τη ζωή σου γιατί η δική μου μού πέφτει μικρή;» «Πάρε εικοσιπέντε χρόνια», του απαντά ο σκύλος. Παραπέρα βρίσκει ένα πίθηκο, που του δίνει κι αυτός εικοσιπέντε χρόνια. Τότε πια, ευχαριστημένος, γυρίζει πίσω στον Αλλάχ.

«Όλα έγιναν όπως τα ‘θελες», του λέει ο Αλλάχ. «Τα πρώτα εικοσιπέντε χρόνια θα ζεις σαν άνθρωπος, τα δεύτερα εικοσιπέντε χρόνια θα εργάζεσαι σα μουλάρι, τα τρίτα εικοσιπέντε χρόνια θα αλυχτάς σαν σκύλος και τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια θα είσαι σαν τον πίθηκο, γελοίος».

Δεν υπάρχουν σχόλια: