Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Για ποιο λόγο να ζει ο άνθρωπος εκατό χρόνια;

Υπάρχουν φορές που νιώθω την Αγανάκτηση να αναδύεται από τα σκοτεινά υπόγεια του πιο μύχιου εσωτερικού μου χώρου και να χτυπά την πόρτα του συνειδητού για να βγει στην επιφάνεια και να διαδηλώσει την ύπαρξή της. Άλλοτε έχει μια γνώριμη μορφή και φορά το κλασικό της ένδυμα, έτσι που όταν τη θωρώ ενώπιόν μου την καλωσορίζω και δεν της δίνω και πολλή σημασία, μιας και, ως γνωστό, ακόμη και το απεχθέστερο ερέθισμα για τις αισθήσεις παύει να προκαλεί δυσαρέσκεια με το χρόνο. Υπάρχουν, όμως, στιγμές που η ίδια αυτή οντότητα, η Αγανάκτηση, εμφανίζεται μπροστά μου με παντελώς καινούργια μορφή και ντυμένη την πιο αλλοπρόσαλλη φορεσιά και τότε εκπλήσσομαι. Εκπλήσσομαι για το πόσες διαφορετικές μορφές μπορεί να πάρει αυτή η εσώτερη οντότητα καθώς η ζωή του ανθρώπου εμπλουτίζεται με νέες εμπειρίες.

Άκουσα το λοιπόν και πάλι την κλαγγή του ρόπτρου και κίνησα να ανοίξω την πόρτα που χωρίζει το συνειδητό από το ασυνείδητο. Μπροστά μου εμφανίστηκε η Αγανάκτηση.

Ευθύς κατάλαβα πως ήταν εκείνη από το εκκωφαντικό τσίριγμά της που μοιάζει αρχικά αφόρητο. Αν δεν έβγαζε αυτό το διαπεραστικό ήχο από το ξεδοντιασμένο της στόμα, θα μου ήταν παντελώς αδύνατο να την αναγνωρίσω. Γιατί, αυτή τη φορά είχε μια μορφή που δεν είχα ξαναδεί: ήταν γριά καμπούρα, δύσμορφη από τις πολλές ρυτίδες και την τριχοφυΐα σε μέρη που σε γυναίκα της αναπαραγωγικής ηλικίας φυσιολογικά δεν υπάρχει. Μια μαύρη λερή μαντίλα, ξεφτισμένη από την πολυκαιρία έκρυβε τα γκριζόασπρα μαλλιά πλεγμένα σε κότσο. Στα καλυμμένα με χοντρές μάλλινες κάλτσες στραβοκάνικα πόδια της φορούσε γαλότσες βουτηγμένες στη λάσπη και την κοπριά. Ήταν ντυμένη σαν κρεμμύδι και ανέδιδε μια αποτροπιαστική οσμή από ούρα ανάκατα με ξινισμένο τυρί. Πρέπει να είχε πάνω από ενενήντα χρόνια στην καμπούρα της. Κάποτε σταμάτησε το τσίριγμα και με κάρφωσε με το βλέμμα της, ένα βλέμμα προερχόμενο από δυο σκοτεινές κόγχες που τις προσέδιδαν μεγαλύτερο βάθος τα τονισμένα υπερόφρυα. Βλέμμα γεμάτο αυταρχισμό, τέτοιο που έχουν μόνο όσοι θεωρούν ότι έχουν περάσει τα πάνδεινα στη ζωή τους και για τούτο και μόνο αξιώνουν το σεβασμό από τους νεότερους.

Αφού θάρρησε πως με το βλέμμα και την ηλικία της μου επιβλήθηκε, σήκωσε με άτσαλη βιασύνη το αριστερό της μανίκι, τραβώντας ως τα μισά του πλαδαρού μπράτσου της την τριπλή ή τετραπλή επικάλυψη των ρούχων και μου έτεινε το μισογυμνωμένο της χέρι. Με τον παραμορφωμένο και γεμάτο κόμπους από την παραμελημένη αρθρίτιδα δείκτη μου άγγιξε το στήθος προστακτικά.

«Μέτρα μου την πίεση και το ζάχαρο», διέταξε. Και αφού η φύση της δουλειάς μου είναι τέτοια, υπάκουσα…

Από τότε, κάθε φορά που η Αγανάκτηση χτυπά την πόρτα μου και μου παρουσιάζεται με τη μορφή αυτή, στο νου μου έρχεται η ίδια πάντα παραβολή παρμένη από το βιβλίο του Αλεξάντερ Σολζενίτσυν, «Σταθμός του Καρκίνου». Την παραθέτω:

Ο Αλλάχ μοίραζε τις ζωές κι έδωσε σ’ όλα τ’ άγρια ζώα πενήντα χρονών ζωή, πιστεύοντας ότι τόση τους αρκούσε. Ο άνθρωπος κατέφθασε τελευταίος και δεν απέμεινε πια στον Αλλάχ παρά εικοσιπέντε χρονών ζωή.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, προσβλήθηκε: «Είναι πολύ λίγο», λέει. «Αρκετά σου είναι», απαντά ο Αλλάχ. Ο άνθρωπος, όμως, επιμένει. Για να τον ξεφορτωθεί, ο Αλλάχ του λέει: «Τράβα να βρεις τους άλλους και ρώτα αν κανενός του περισσεύουν τίποτα χρόνια και θέλει να σου τα δώσει». Ο άνθρωπος φεύγει και συναντά ένα μουλάρι. «Άκουσε», του λέει, «μου έδωσαν πολύ λίγη ζωή. Μου χαρίζεις ένα κομμάτι από τη δική σου;» «Εντάξει», απαντά το μουλάρι, «πάρε εικοσιπέντε χρόνια». Ο άνθρωπος συνεχίζει το δρόμο του και συναντά ένα σκύλο. «Άκουσε, σκύλε», λέει, «μου δίνεις λίγη από τη ζωή σου γιατί η δική μου μού πέφτει μικρή;» «Πάρε εικοσιπέντε χρόνια», του απαντά ο σκύλος. Παραπέρα βρίσκει ένα πίθηκο, που του δίνει κι αυτός εικοσιπέντε χρόνια. Τότε πια, ευχαριστημένος, γυρίζει πίσω στον Αλλάχ.

«Όλα έγιναν όπως τα ‘θελες», του λέει ο Αλλάχ. «Τα πρώτα εικοσιπέντε χρόνια θα ζεις σαν άνθρωπος, τα δεύτερα εικοσιπέντε χρόνια θα εργάζεσαι σα μουλάρι, τα τρίτα εικοσιπέντε χρόνια θα αλυχτάς σαν σκύλος και τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια θα είσαι σαν τον πίθηκο, γελοίος».

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Ήρωες, Ηρωισμός και... Μυθολογία

Έννοιες πλαστές αμφότερες. Λέξεις δημιουργημένες για να εξαπολύσουν τις γαμψόνυχες ερινύες πάνω απ’ τα κεφάλια της έρμης ανθρωπότητας που δεν είναι κατά διάνοια «ηρωική». Έννοιες με διττή σχέση ως προς το Χρόνο: Γιατί απ’ τη μια διεκδικούν την ύπαρξή τους στη σφαίρα της απειροελάχιστης χρονικής στιγμής κι από την άλλη δεν τις βρίσκει κανείς σ’ ολάκερη τη σφαίρα της άπειρης χρονικής διάρκειας. Ρωτώ: «Ποια διάσταση του χρόνου έχει σημασία για εσάς: η στιγμή ή η διάρκεια;» Αν μου απαντήσετε: «η πρώτη», τότε, ναι, πιστέψτε στον ηρωισμό, πιστέψτε και στους ήρωες και σ’ όλα τ’ άλλα παραμύθια.

Ο Χρόνος… τι διαβρωτικό φυσικό μέγεθος! Πόσο συγγενής του εντροπικού μαρασμού των πάντων! Και σύνωρα πόσο θεμελιακή κινητήρια δύναμη της ζωής!

Θα σας πω γιατί ο Ηρωισμός, αν βέβαια υπάρχει κάτι τέτοιο, είναι από γενεσιμιού του σε σκληρή κι ανελέητη αντιπαράθεση με το Χρόνο, χάνοντας φυσικά σ’ όλες τις μεταξύ τους μάχες. Επιτρέψτε μου μονάχα να κατασκευάσω μια παραβολή, ένα επιπρόσθετο κεφάλαιο στη Μυθολογία

...για να σκεφτώ…

Στην αρχή ήταν το Χάος. Ένα κατασκότεινο σαν πίσσα έρεβος, άναρχο κι αγέννητο, που είχε σκεπάσει με το βαρύ του πέπλο όλα όσα υπάρχουν από πάντα και θα υπάρχουν για πάντα, μα που εκείνη την εποχή του ζόφου δεν είχαν ακόμη ξεπεταχτεί στο χώρο που ορίζουν οι καρτεσιανές τρεις διαστάσεις και, επομένως, κανείς δε μπορεί να πει πως, αν ζούσε τότε κι έβλεπε, θα μπορούσε να διακρίνει με οποιαδήποτε από τις πέντε αισθήσεις του το παραμικρό. Υπήρχαν, εντούτοις, άπειρες πιθανότητες και δυνατότητες για Δημιουργία και όλα έδειχναν να κρέμονται από μια αραχνοΰφαντη κλωστή.

Kάποτε, για λόγους άγνωστους και ανεξήγητους (ακόμη και για το μέγα εκείνο Χάος) η κλωστούλα, που τη ροκάνιζαν από καιρό χίλιες αόρατες μικρές αιτίες, έσπασε. Και τότε ο δυνάμει Κόσμος ελευθερώθηκε μ’ ένα αναστεναγμό ανακούφισης από το αφόρητο πέπλο του Χάους που ως τότε τον κατασκέπαζε. Και βγήκαν στην επιφάνεια μυριάδες μικρά και μεγάλα θάματα για ν’ αρχινήσουν να υπάρχουν. Κι όλα ήταν ωραία κι άγια μες στην ακινησία και την αιωνιότητά τους. Λαμπίριζαν και χαμογελούσαν το ένα στο άλλο ανταλλάσσοντας ματιές γεμάτες ενθουσιασμό κι αγνότητα, γιατί όλα είχαν τη θέση τους στον Κόσμο, επακριβώς οριοθετημένη κι απροσπέλαστη μέσα στις τρεις διαστάσεις του Χώρου. Και είχαν μια θεά να τα διαφεντεύει, μια βασίλισσα ακέραιη κι αμόλευτη, την Τάξη, που με το κοφτερό της το σπαθί, που κράδαινε στο ένα και μοναδικό της χέρι, διασφάλιζε αιώνια την ύπαρξη όλων ανεξαιρέτως των υπηκόων του απέραντου βασιλείου της.



Το Χάος, που για κάμποσο καιρό είχε αποτραβηχτεί σε μια υγρή και σκιερή γωνιά του Σύμπαντος, σ’ ένα κρυφό σε όλους μέρος μισούσε όσο τίποτε άλλο την πανώρια Τάξη και βάλθηκε να καταστρώνει με το νου του σχέδια επί σχεδίων για το πώς θα κατάφερνε να ανατρέψει τη δυσάρεστη και ασύμφορη σ’ αυτό κατάσταση, όπου οικτρά είχε υποπέσει, αναγκασμένο να λαθροβιεί και να ανασαίνει άηχα προκειμένου να μην τον ανακαλύψουν οι εχθροί του. Σκεφτόταν… όλο σκεφτόταν… χωρίς ποτέ να κουράζεται, ή να αναρωτιέται πόσο καιρό θα κρατούσε η μιζέρια του, μιας και κανείς εκείνη την εποχή δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι πάει να πει χρόνος…



Χρόνος; Τι ήταν πάλι και τούτο; Μα ναι… πώς και δεν το είχε σκεφτεί από την αρχή; Αυτή η σκέψη έμελλε να είναι η τελευταία που έκανε το Χάος. Η ύστατη και λυτρωτική. Και τότε το σκοτεινό άντρο όπου είχε αυτοεξοριστεί μετατράπηκε μεμιάς σε ένα πραγματικό εργαστήριο, όμοιο με κάποιο αλχημιστικό studiolo γεμάτο από ανάκατους σωλήνες, φυάλες και φυαλίδια, αναρροφητήρες, φυσερά και πύρινες εστίες. Ποτέ κανείς δε θα μάθει πώς το Χάος κατάφερε να γεννήσει ολομόναχο δυο τέκνα, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι που τα ονομάτισε: Χρόνο κι Εντροπία. Αγάπησε τόσο πολύ αυτά τα δυο παιδιά του και πίστεψε τόσο στην ικανοποίηση της εκδίκησης που θα του χάριζαν, ώστε, κουρασμένος από τα βάσανα του τοκετού και της λοχείας, πήρε την απόφαση να αποσυρθεί για όσο απαιτούνταν προκειμένου να αναλάβει ξανά.


Όταν ο Χρόνος ενηλικιώθηκε, παντρεύτηκε κρυφά την Εντροπία και οι δυο τους έγιναν ζευγάρι. Καθώς η βασιλεία της Τάξης συνέχιζε στον Κόσμο και τα δύο νεαρά βλαστάρια του Χάους δεν αποφάσιζαν να κάνουν τίποτε προς ικανοποίηση του πάθους του πατρός τους, εκείνος ξύπνησε οργίλος από το λήθαργό του και τα κατσάδιασε για τα καλά. Τους απείλησε με την απόλυτη τιμωρία (τέτοια όπως μόνο σε θεούς σαν και δαύτους ταιριάζει): την αιώνια ανυπαρξία. Τα δύο αδέρφια ευθύς φοβήθηκαν τόσο που ανέλαβαν δίχως άλλες καθυστερήσεις την προκαθορισμένη, προγραμμένη τους δράση.






Και τότε εξαπολύθηκαν με όλη τη λυσσαλέα τους ορμή και την καταστρεπτική μανία και λεηλάτησαν από κοινού συντεταγμένα το βασίλειο της Τάξης. Ο Χρόνος έπιανε ένα – ένα τα υπαρκτά του Κόσμου, τα μαστίγωνε ανελέητα, τα ασχήμαινε μέχρι βαθμού αποσύνθεσης και τα παρέδιδε στην αδερφή του, την Εντροπία. Εκείνη έπαιρνε αγόγγυστα κι αδιαμαρτύρητα όλα τα σάψαλα και τ’ απομεινάρια της καταστροφής που προκαλούσε ο αδερφός της και τα πολτοποιούσε σε τέτοιο βαθμό που στο τέλος δεν έμενε από την πρωτινή τους θαυμαστή υπόσταση παρά μια ανεπαίσθητη θερμότητα που διαχεόταν παντού στο Σύμπαν.

Η θεά Τάξη μάταια προσπαθούσε με το σπαθί που κράδαινε γερά στο μοναδικό της χέρι να αντισταθεί και να υπερασπίσει το βασίλειό της. Τελικά απόκαμε κι έμεινε άπραγη να κοιτά το ρημαγμό του άλλοτε περήφανου βασιλείου της. Παράτησε, το λοιπόν, το θρόνο της και αυτοεξορίστηκε με τη σειρά της. Από την κρυφή γωνιά της έβλεπε τους πρώην υπηκόους της να έχουν μπει σε μια καταστρεπτική αέναη κίνηση χωρίς σκοπό, με τέτοια, μάλιστα, φρενίτιδα που ο ένας χτυπούσε κατά λάθος πάνω στον άλλο και εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή της σύγκρουσης γεννιόταν κάτι άλλο που ποτέ πριν δεν υπήρξε ολόιδιο.



Βάλθηκε τότε κι εκείνη με τη σειρά της να σκεφτεί μια λύση, να βρει ένα τρόπο να ξανακερδίσει το βασίλειο του Σύμπαντος και να ανακαταλάβει την εξουσία, ρίχνοντας μια και για πάντα στα Τάρταρα τα δυο αυτά ακόλαστα αδέρφια και τον τύραννο πατέρα τους. Αντίθετα με το Χάος, εκείνη κουραζόταν περισσότερο για να σκεφτεί, μιας και, πλέον, ένιωθε πάνω στους ώμους και μες στο εργατικό μυαλό της το χρόνο να περνά και συνειδητοποιούσε ένα προς ένα τα Λεπτά, τις Ώρες, τις Ημέρες, τις Εβδομάδες, τους Μήνες, τα Χρόνια, τις Δεκαετίες, τους Αιώνες, τις Χιλιετίες, όλα αυτά τα τερατογενή άνομα παιδιά της βδελυρής ένωσης του Χρόνου με την αδερφή του, να περνούν από μπρος της και να την ταλανίζουν, προσδίδοντας στους λογισμούς της το επιπρόσθετο φορτίο της επίγνωσης του χρόνου, της ματαιότητας, της Βιασύνης και της Ανυπομονησίας (άλλα δυο δαιμόνια τέκνα του Χρόνου). Και πάνω στη βιασύνη της πίστεψε πως βρήκε τελικά τη λύση.

Ακολουθώντας το σχέδιο που ετοίμασε, μεταμορφώθηκε σε Εντροπία και πλησίασε το Χρόνο, αφού πρώτα είχε φροντίσει να παρακολουθήσει στενά την αδερφή του και να μάθει με λεπτομέρειες τις ώρες που τα δυο αδέρφια δεν ήταν μαζί. Έβαλε τα δυνατά της και επιστράτευσε όλη τη γυναικεία καπατσοσύνη της για να φανεί ελκυστική και θελκτική μπροστά στο Χρόνο. Εκείνος αμέσως έπεσε στην παγίδα και πλάγιασε μαζί της. Μετά την παράνομη ένωσή τους, η Τάξη αποσύρθηκε και πάλι στη γωνιά της εξορίας της, σίγουρη πως είχε συλλάβει και έμεινε εκεί να περιμένει με καρτερία την ώρα του τοκετού. Τελικά, όπως το είχε φανταστεί, γέννησε ένα παιδί γερό και υγιέστατο. Πριν προλάβει να το καλοδει και να το ονοματίσει, την ξανάπιασαν οι πόνοι της γέννας και εντός ολίγου γέννησε κι άλλο, κι έπειτα ακόμη ένα, κι άλλο… κι άλλο. Όταν κάποτε το μαρτύριό της πήρε τέλος, εκείνη ανέγειρε κατάκοπη το μουσκεμένο από τον ιδρώτα κεφάλι της για να αποθαυμάσει τα τέκνα της… και αντίκρισε μπροστά της μια απέραντη στρατιά από μικρά γεροδεμένα πλασματάκια που την κοιτούσαν στα μάτια και περίμεναν τις προσταγές της, θαρρείς από την κούνια τους ετοιμοπόλεμα.


«Τι είναι πάλι τούτα δω!» αναρωτήθηκε έντρομη, όπως αισθάνεται μια μάνα που τόσο κόπο κι όνειρα έκανε να γεννήσει και ξάφνου βλέπει εμπρός της ένα έκτρωμα, δίχως να μπορεί να πιστέψει πως αυτό το τέρας βρισκόταν τόσο καιρό μες στην κοιλιά της και απομυζούσε το «είναι» της για να αναπτυχθεί άναρχα και ακανόνιστα.

«Αυτά στην ένδοξη γενιά μας των θεών
Αδύνατο ν’ ανήκουν!
Απλά ανθρωπάκια είναι.
Τι έφταιξα η δύστυχη
Για να ‘χω τέτοια μοίρα!»

Μα σαν το καλοσκέφτηκε αναθάρρησε. Τα μέτρησε ένα – ένα και, υπολογίζοντας τον αριθμό τους, είπε τα παρακάτω λόγια:

«Δεν είναι δα αδύνατο
Μια τέτοια αμέτρητη στρατιά
Τον ιερό σκοπό που όρισα να υπηρετήσει…
Θα τα βοηθήσω δίτροπα
Αμείλικτα να γίνουν
Και το βασίλειο που άλλοτε διαφέντευα
Σε με ν’ αντιγυρίσουν.
Ο πρώτος τρόπος ο εξής:
Ημίθεους εσάς ορίζω
Ώστε κανείς να μη μπορεί
Ποτέ για να σας ψέξει.
Είστε, λοιπόν, ένα σκαλί
Πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους
Κι ως τέτοιοι με θεούς πραγματικούς
Μπορείτε να τα βάλτε.
Ο δεύτερος τρόπος ο εξής:
Έλα κοντά Ιστορία μου,
Εσύ καλή μου φίλη,
Έλα να σε ορίσω,
Εσύ κόρη ξερακιανή και χιλιολατρεμένη
Που όλοι μες στον κόρφο σου
Αποζητούν να ζήσουν.
Εσύ που βρίσκεσαι παντού
Και ολούθε τριγυρίζεις
Και στ’ ανοιχτό κιτάπι σου
Όμοια τ’ άγια και τα βδελυρά
Δίχως σταματημό σημειώνεις
Χωρίς τη δυνατότητα κανείς να σε φιμώσει.
Πάρε λοιπόν την πένα σου και το βαρύ κιτάπι
Βγάλε και πόδια χίλια δυο
Για να μπορείς να τρέχεις
Παντού ξοπίσω από τα τέκνα μου αυτά
Όπου και αν πηγαίνουν.
Χέρια άλλα τόσα πάνω σου
Να ξεφυτρώσουν θέλω
Ώστε τ’ ανδραγαθήματα και τις αποκοτιές τους
Μπορετό να ‘ναι για σένα
Αυτοστιγμή πλήρως να καταγράφεις.
Μήτε το παραμικρό κατόρθωμα
Εσέ να σου ξεφεύγει.
Πάτε κι εσείς παιδάκια μου
Μπρος απ’ την Ιστορία
Τον πόλεμο τον ιερό
Κηρύξτε στ’ όνομά μου
Όπου ανομία και κακό
Εκεί πάντα να είστε
Κι ενάντια να παλεύετε
Μ’ όλες σας τις δυνάμεις.
Είστε πολλοί και όνομα
Ξεχωριστό σε κάθε έναν από σας
Δεν ημπορώ να δώσω.
ΗΡΩΕΣ, όμως, σας καλώ
Προσδιορισμό και ίδιον
Ως τέτοιο που σας πρέπει.
Φύγετε τώρα, πάνετε
Τη μάχη ν’ αρχινήστε!»

Και έτσι ξεχύθηκαν οι ήρωες να πολεμήσουν το κακό και την αταξία του κόσμου. Όπου υπήρχαν άνθρωποι που από κατακτητικό ζυγό καταπιέζονταν, όπου υπήρχαν πένητες που λιμοκτονούσαν μες σε ανισόρροπες κοινωνικά ομάδες, παντού ξεφύτρωνε κι ένας ήρωας και προσπαθούσε να κάνει το Καλό, να επιβάλλει την Τάξη και να δώσει λίγη χαρά σε στόματα από γεννησιμιού σφιχτοσφαλισμένα λόγω της καταφρόνιας, της αδικίας και της ανέχειας. Και η γοργόπτερη και πολύγραφη Ιστορία έτρεχε συνεσταλμένη και ακούραστη ξοπίσω από τον καθένα από αυτούς τους ήρωες και κατέγραφε τα κατορθώματά τους, έτσι ώστε να μπορούν συν τω χρόνω να τα εξιστορούν προφορικά, ή να τα διαβάζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι, που δεν τους έλαχε ο κλήρος να γεννηθούν ήρωες και που χαμέρπουν σαν τα σκουλήκια και χώνονται στις τρύπες τους για να κρυφτούν.


Κάποτε, δυστυχώς, η Εντροπία πληροφορήθηκε πως στο ασύδοτο και άναρχο βασίλειό της γινόταν αναστάτωση από κάποιους ημιθνητούς, ή ημίθεους (οι πληροφορίες ως προς αυτό ήταν συγκεχυμένες) που εμφανίστηκαν από το πουθενά ως κεραυνός εν αιθρία και βάλθηκαν να κηρύττουν την άσπονδη εχθρό της, Τάξη, στους ανθρώπους. Ευθύς έτρεξε να το πει στον αδερφό της και να του ζητήσει να τη συντρέξει. Ο Χρόνος, σαν άκουσε την είδηση, εξανέστη και το Σύμπαν σείστηκε από τον απόηχο της βροντερής οργής του. Η αδερφή του μάταια προσπάθησε να τον καταπραΰνει, να τον ηρεμήσει, συμβουλεύοντάς τον πως «η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο και δεν πρέπει να παίρνεται ασυλλόγιστα εν θερμώ». Πέρασε κάμποσος καιρός και κάποια μέρα ο Χρόνος βρήκε τη λύση. Κάλεσε κοντά του την Εντροπία και, έπειτα από περιπαθή συνουσία, η δεύτερη συνέλαβε δυο τέκνα, που σαν γεννήθηκαν τα ονόμασαν: Στιγμή και Διάρκεια.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή της γέννησής τους, με το πρώτο αλληλοκοίταγμα, μίσησαν το ένα το άλλο τόσο πολύ που αρχίνησαν να μαλώνουν και να αλληλοσκοτώνονται. Μετά από απελπισμένες μάχες η Διάρκεια νίκησε και εξοβέλισε την αδερφή της, τη Στιγμή, στο υπερπέραν, εκεί όπου απλώνεται η Σφαίρα του Θεωρητικού και του Ιδανικού, εκεί που κατοικούν και όλες οι υψηλές Ιδέες και Έννοιες και δεν τους είναι δυνατό να κατέβουν στον πραγματικό κόσμο, παρά μόνο αρκούνται να βλέπουν το στρεβλό και διαθλώμενο είδωλό τους να αντικατοπτρίζεται στη Γη όπου πατούν και ζουν οι Άνθρωποι.

Η Διάρκεια, ορμηνευμένη από τους γονείς της έτρεξε κάτω στη Γη να βρει και να εξοντώσει τους απανταχού ήρωες. Με πραγματική λύσσα έπιασε κάμποσους από δαύτους και τους διαστρέβλωσε, τους ακρωτηρίασε, τους πήρε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα και τους γέμισε με αμφιβολίες για τη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα των ηρωικών τους πράξεων. Και δεν αρκέστηκε μονάχα στον άμεσο πόλεμο που κήρυξε εναντίον τους. Τους πολέμησε και έμμεσα, ύπουλα, βάζοντας τους άλλους ανθρώπους να αμφιβάλλουν για τους ήρωές τους, να αποκτούν κορεσμό απέναντι στις ηρωικές πράξεις και να παύουν να πιστεύουν στα είδωλά τους. Η κοινωνία ολάκερη έγινε, πλέον, εχθρική απέναντί τους. Έπαψε να πιστεύει σ’ αυτούς.



Η μόνη σύμμαχος των ηρώων έμελλε να είναι η Στιγμή, παρότι είχε καταντήσει πια μια θεωρητική έννοια και δε μπορούσε να υπάρξει με σάρκα και οστά και να αποδειχτεί στην πράξη (όπως αντίθετα μπορούσε η άσπονδη αδερφή της, η Διάρκεια). Η Στιγμή κάλεσε μια μέρα όλους τους ήρωες και από την ολύμπια αταραξία της εκεί ψηλά όπου βρίσκεται τους είπε τα παρακάτω:


Ήρωες ‘σείς, καλοί μου φίλοι,
Πολύ για σας δυστυχισμένη είμαι
Και πράγματι λυπούμαι
Εδώ ψηλά στων Εννοιών και Ιδεών
Τη σφαίρα όπου κλεισμένη είμαι
Θύμα της αδερφής μου της ίδιας.
Θέλω μονάχα δυο κουβέντες να σας πω
Και τίποτα πιο πέρα.
Τούτο μόνο να ξέρετε,
Ω, τραγικές υπάρξεις:
Ο χαρακτηρισμός που η Μυθολογία
Που σας έδωσε πνοή σας έχει αποδώσει
Και που η Ιστορία η υπαρκτή,
Που σε διαμάχη βρίσκεται με τη Μυθολογία,
Με δίγνωμη καρδιά και
Περισσή σκέψεων αμφιβολία
Κάποτε καταδέχεται να χρησιμοποιήσει
Στα κείμενά της τα ιερά
Κι από το Χρόνο, τον άκαρδο πατέρα μου,
Πλήρως δοκιμασμένα κι άτεγκτα,
Ο χαρακτηρισμός, λοιπόν, αυτός
Απ’ όπου εμπνέεστε και ζείτε και πληθύνεστε
Είναι πλαστός και κίβδηλος,
Ολότελα εσφαλμένος.
Γιατί, το βλέπετε ολοκάθαρα κι εσείς:
Η Διάρκεια πάντα σας κατατρέχει
Και το αρχικό το ύψος σας
Και την κορμοστασιά σας
Συνέχεια ψαλιδίζει κι επικίνδυνα κονταίνει,
Μέχρι νάνοι να γίνετε
Και υπάρξεις ξεχασμένες.
Άλλο είναι ο ηρωισμός
Κι άλλο η ηρωική η πράξη.
Η πράξη είναι της Στιγμής,
Δική μου δηλαδή ‘ναι.
Τέτοιες μπορεί να κάνετε πολλές
Μα ήρωες δε θα ‘στε
Μιας και κάποτε η Διάρκεια θα σας εξαναγκάσει
Να υποπέσετε οικτρά στις άθλιες
Των κοινών ανθρώπων πράξεις
Και τότε ευθύς θα χάσετε υπόληψη και φήμη
Κι οι ανθρώποι οι υπόλοιποι
Που ανθρωποφάγοι είναι
Αμέσως θα ορμήσουνε να σας κατασπαράξουν.
Μην ξεγελιέστε το λοιπόν,
Και κάτι που τη Διάρκεια σύμμαχο απαιτεί να έχει
Ως είναι ο ηρωισμός
Μην το αποζητάτε,
Γιατί το Χρόνο αντίπαλο διαρκώς θα έχετε
Μες στη μικρή διάρκεια
Της ανθρώπινής σας ζήσης.
Σας βλέπω, είστε κατάκοποι,
Να τρέχετε αποκάματε
Απ’ τη φθορά και την αφάνεια
Μακριά για να γλιτώσετε.
Τα βλέφαρα σας κλείνουν
Απ’ την πολύχρονη αϋπνία νικημένα.
Άστε τους τίτλους σαν κι αυτόν του ήρωα
Κι άλλο μη σας βαυκαλίζουν.
Ξεκουραστείτε, το λοιπόν,
Μην άλλο αγρυπνείτε.

Οι ήρωες δεν πρέπει να κοιμούνται,
Ή, κι αν συμβαίνει αυτό,
Ανήσυχα κοιμούνται.



__________________________________

Πίνακες:

1. DALI Salvador, Melting Clock

2. GOYA Y LUCIENTES Francisco de, The Colossus, 1810-18

3. BOSCH Hieronymus, Triptych of Garden of Earthly Delights (detail), c.1500

4. BLAKE William, Isaac Newton, 1795

5. MICHELANGELO Buonarroti, Creation of Adam, 1510

6. GOSSAERT Jan (Mabuse), Adam and Eve, c.1520

7. GOYA Y LUCIENTES Francisco de, Saturn Devouring One of his Children, 1819-23

8. CHARPENTIER Constance, Melancholy, 1801

9. DYCK Sir Anthony Van, Jupiter and Antiope, -

10. FURINI Franscesco, The Birth of Rachel, -

11. BOUCHER Francois, Venus Demanding Arms from Vulcan for Aeneas, 1732

12. POLLAIUOLO Antonio del, Hercules and Antaeus, c.1478

13. RUBENS Pieter Pauwel, Jupiter and Callisto, 1613

14. BOSCH Hieronymus, Triptych of Haywain (right wing), 1500-02

15. ALLORI Alessandro, Allegory of Human Life, 1570-90

16. ODEVAERE Joseph-Denis, Lord Byron on his Death-bed, c.1826

________________________________________
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στις 22 Νοεμβρίου 2007 στο forum του Λέξημα με τίτλο θέματος: Προβληματισμοί > Ήρωες από τι είναι καμωμένοι


Για να παρακολουθήσετε τη συγκεκριμένη συζήτηση του forum επιλέξτε το link:
http://www.lexima.gr/lxm/forum/viewtopic.php?t=425
_________________________________________

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Περί blogs... το ανάγνωσμα

Δε μπορώ να πω ότι τα blogs είναι κάποιο νέο φαινόμενο στον κυβερνοχώρο (cybernet), ή αλλιώς διαδύκτιο (internet).

Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που προηγείται της δημιουργίας του internet με τη σημερινή του μορφή και έχει τις καταβολές του στην εποχή ακόμη του Usenet (Pre-HTTP, 1983-1990), ενός δικτύου, δηλαδή, με περιορισμένο και μη παγκοσμιοποιημένο φάσμα χρηστών, στα πλαίσια του οποίου είχε λάβει τη μορφή ομαδικής αλληλογραφίας ειδήσεων (newsgroup), τελώντας υπό τον έλεγχο κάποιου συγκεκριμένου ατόμου ή μικρής ομάδας ατόμων.

Στη διάρκεια των ετών 1994-2001, το φαινόμενο αυτό μπήκε σε μια νέα φάση εξέλιξης, καθώς επρόκειτο για ιστοσελίδες μεμονωμένων ατόμων, όπου εκτίθετο η προσωπική τους ζωή με τη μορφή ημερολογίου ηλεκτρονικής μορφής (κάτι σαν αυτό που θα έγραφε η Άννα Φρανκ αν είχε laptop στο δωμάτιο όπου ήταν έγκλειστη). Αυτά τα άτομα αυτοπροσδιορίζονταν ονομάζοντας τους εαυτούς τους diarists (ημερολογιο-γράφοι), journalists (εφημεριδογράφοι, δημοσιογράφοι, ειδησεογράφοι), ακόμη και escribitionists ( (προέλ) e+scribe+itionist (προέλ) scribe = αντιγραφέας χειρογράφων).

Στη συνέχεια το ιδιότυπο αυτό ημερολόγιο του κάθε χρήστη, άφησε πίσω του την πρωτόλεια μορφή του απλού κειμένου(plain text) και εμπλουτίστηκε με εικόνες στατικές (photos) και κινούμενες (videos). Εμφανίστηκε δε και η μοναδική για το διαδύκτιο δυνατότητα της αλληλοαναφοράς σε άλλους ιστοτόπους (sites) φιλικούς προς το ημερολόγιο με τη μορφή των συνδέσμων (links), ή, όπως αλλιώς ονομάζονται, υπερσυνδέσμων (hyperlinks). Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά, λοιπόν (κείμενο, εικόνα, video και σύνδεσμοι) αποτέλεσαν τη βάση του σημερινού blog.

Ως προς την ετυμολογία της (διότι δεν πρόκειται για ab ovo όρο) η λέξη είναι νεολογισμός του όρου: weblog ( (προέλ.) web =ιστός + log = καταχωρώ, καταχωρίζω, καταγράφω (προέλ.) log =(αρχική σημασία) καταχωρίζω σε ημερολόγιο πλοίου, ημερολόγιο καταστρώματος) που αποδίδεται στον Jorn Barger (17 Δεκεμβρίου 1997). Ο νεολογισμός αυτός γεννήθηκε από ένα ευφυολόγημα κάποιου Peter Merholz, που πήρε τη λέξη weblog, τη διήτμησε στα συστατικά της: web+log και μετέφερε το τελευταίο γράμμα του πρώτου συστατικού στην αρχή του δεύτερου, φτιάχνοντας έτσι την τότε αδόκιμη λέξη: blog (Απρίλιος, ή Μάρτιος 1999). Για άγνωστους λόγους (όπως συνήθως συμβαίνει όταν κάποιο νέο ερέθισμα εξαπολύεται στις ανθρώπινες μάζες, που σήμερα ονομάζουμε κοινότητες) ο νέος όρος βρήκε ευρεία ανταπόκριση και σε ελάχιστο χρόνο όλοι μιλούσαν για το δικό τους blog και για τα blogs των άλλων. Και μιας και η αγγλική γλώσσα έχει μεγάλη ευλυγισία σε ότι αφορά στα μέρη του λόγου (όπου πολλές φορές ένα ρήμα είναι και ουσιαστικό και στην οποία γλώσσα οι προτιμώμενες λέξεις που αποδίδουν μια έννοια είναι μονοσύλλαβες, ή το δυνατό ολιγοσύλλαβες για να τις εκφέρουν με ευκολία οι απανταχού ομοεθνείς και αλλοεθνείς πολυάσχολοι άνθρωποι) το blog κατέληξε να είναι αμφότερα: ρήμα και ουσιαστικό.

Όχι, προς Θεού, δεν τα έχω με τα blogs! Οι αντιρρήσεις μου αφορούν μονάχα στον όρο…

Μετά το κομβικό έτος 2001, η εξέλιξη και ανάπτυξη του blogging απέβη αλματώδης, γεωμετρική. Στην αρχή ήταν ένα μεγάλο κύμα καταμεσής στον απύθμενο ωκεανό, που για τούτο δε φάνταζε αρκετά μεγάλο, μιας και η ολική του ενέργεια διοχετευόταν σε όλο το ασύλληπτο βάθος της κατατομής του. Ερχόμενο, όμως, προς την ακτή και καθώς το βάθος πήρε φυσικά να λιγοστεύει, το ίδιο κύμα εμφανίστηκε γιγάντιο σε μέγεθος και ασυγκράτητο σε ορμή και κινητική ενέργεια και… ξεχύθηκε να πνίξει όλους τους παραδοσιακούς τρόπους έκφρασης. Και είναι τέτοιων τιτάνιων διαστάσεων το φαινόμενο αυτό, που, σύμφωνα με την ειδική για τα blogs μηχανή αναζήτησης που ακούει στο όνομα Technorati (μάλλον προέρχεται από το tech{nology} + rat = ποντικός, αρουραίος, παρά από τον ελληνικό όρο: «τεχνοκράτης») βρέθηκε να υπάρχουν σε όλο το internet το Σεπτέμβριο του 2007 περί τα 106,000,000 blogs!

Φοβάμαι πως σας κούρασα με τα ιστορικά στοιχεία και την αναδρομή (για την οποία πολύτιμα στοιχεία λήφθηκαν από τη wikipedia). Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου εξαρχής. Μπορεί να είπα πολλά, αλλά το μόνο που ήθελα πραγματικά να πω είναι το εξής:

«Άραγε τα blogs είναι για το καλό ή το κακό μας

Το να μπορεί, πλέον, ο καθένας να εκφράζεται δημοσίως (ασχέτως του πόσο περιορισμένο ή ευρύ είναι το κοινό που τον διαβάζει) δίχως να χρειάζεται να κατέχει κάποια υψηλή θέση στην κοινωνία όπου ζει, δίχως να είναι απαραίτητο να παρακαλά τοπικούς, εθνικούς, ή διεθνείς εκδοτικούς οίκους για την έκδοση των κειμένων του σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και, μάλιστα, «ιδίοις αναλώμασι», δίχως να αγχώνεται για το αν απωλεστεί η ανωνυμία του (στην περίπτωση που φοβάται να εκφράσει ρηξικέλευθες, ριζοσπαστικές απόψεις, ή να τις εκφέρει με όση αθυροστομία θέλει), αυτό είναι κάτι… ναι, είναι κάτι σημαντικό, κάτι νεωτεριστικό, κάτι το πραγματικά αξιομνημόνευτο.

Σ’ αυτή την δυσδιάστατη φωτεινή επιφάνεια (αυτή την tabula rasa) της οθόνης μπορώ να κάνω να αναδυθεί από τα κατάβαθά μου ό,τι ως τα τώρα απέκρυπτα λόγω αναντίρρητης υπακοής στις κοινωνικές νόρμες και τα ασφυκτικά τοπικά ήθη. Πάνω σ’ αυτό τον ηλεκτρονικό, ψηφιδωτό (ή μάλλον pixel-ωτό) μαυροπίνακα μπορώ να πάρω τη νοερή μου κιμωλία και να χαράξω τα δικά μου σύμβολα, τους δικούς μου αριθμούς και να κάνω τις δικές μου πράξεις, τους δικούς μου αλγόριθμους και υπολογισμούς. Σε τούτο το γυάλινο καμβά μου δίνεται η δυνατότητα να ζωγραφίσω, ακόμη κι αν δεν έχω ιδέα τι πάει να πει ζωγραφική και ποια υλικά ή ποιες μανιέρες χρησιμοποιεί ο ζωγράφος, να δημιουργήσω τους πίνακες μου από προσωπικές εμπειρίες και βιώματα, ή από ιδέες και σκέψεις, ή, άλλοτε, από λόγια θυμού και οργίλες παραινέσεις και διαμαρτυρίες προς άλλους. Είμαι ο απόλυτος άρχοντας του «ιστολογίου» μου, κατασκευάζω μόνος, με τις δικές μου δυνατότητες και επιδεξιότητες, αυτό το «ιστολόγιο», όπως μια αράχνη. Κι όταν η αράχνη καταπιαστεί να φτιάξει ένα περίτεχνο και πολύπλοκο δίχτυ, το μόνο σίγουρο είναι πως, ακόμη κι αν κάποιος δεν τη δει λόγω του ασήμαντου μεγέθους της και την προσπεράσει ανίδεος, δε θα μπορέσει, εντούτοις, με κανένα τρόπο να αποφύγει το δίχτυ της που θα κολλήσει ολούθε πάνω του, στο πρόσωπό του, στα ρούχα του, παντού, και θα τον κάνει να συνειδητοποιήσει την ύπαρξη αυτής της αόρατης στο μάτι αράχνης και την επόμενη φορά να είναι πιότερο προσεκτικός όταν με την ορμή του προσπερνά μικρά ζωντανά πλάσματα και τα ποδοπατά άτυπτα και υπεροπτικά.

Το κάθε blog είναι μια αδύναμη, τρεμάμενη φωνή. Πόσα decibel είναι, άραγε, ο ήχος που βγάζουν τα αεικίνητα φτερά ενός κουνουπιού ή μιας μέλισσας; Ελάχιστα. Πόσο, όμως, πολλαπλάσια δυνατότερος είναι ο ήχος που προκαλούν με τα φτερά τους εκατομμύρια κουνούπια και μέλισσες κλεισμένες στο ίδιο δωμάτιο; Μπορεί να γίνει τόσο εκκωφαντικός ώστε να σπάσει τα ακουστικά οστάρια αυτού που έμαθε τόσο να εθελοτυφλεί, όσο και να είναι κουφός μπρος στις κάθε λογής διαμαρτυρίες. Πείτε πως τα blogs είναι ο νέος σωκρατικός οίστρος που τσιμπά ακατάπαυστα το νωθρό άλογο της κοινωνικής γαλήνης και το αναγκάζει να αντιδράσει, έστω και κουνώντας απλά την ουρά του για να τον αποδιώξει και να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Πείτε, πάλι, πως τα blogs μοιάζουν με νοερά feuilles volants που πετούν στους δρόμους κάποιοι νέοι που παράτησαν τις σπουδές τους κι εκμεταλλεύονται τη γονεϊκή στήριξη ως τα τριάντα. Πείτε ό,τι θέλετε… Δημοκρατία έχουμε… ή, ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχουμε στον πραγματικό κόσμο Δημοκρατία και ο καθένας άσημος εξ ημών υποφέρει λόγω έλλειψης διασημότητας, ή γνωστής επωνυμίας, τουλάχιστον εδώ μέσα η Δημοκρατία είναι το κυρίαρχο διακυβερνητικό σύστημα.

Οχλοκρατία είπατε; Όχι, όχι, θα διαφωνήσω μαζί σας. Στην οχλοκρατία υπάρχει μια μάζα που άγεται και φέρεται από έναν ή ελάχιστους δημαγωγούς και χαρακτηρίζεται από τέτοιο αδικαιολόγητο φανατισμό και μίσος, που αν τύχει το αντικείμενο του μίσους αυτής της μάζας να βρεθεί μπροστά της, τότε ολάκερη αυτή η μάζα, ο χύδην όχλος ορμά να το λιντσάρει και να το κατασπαράξει, να το εκμηδενίσει, όμοια όπως μια αμοιβάδα εκκολπώνει με τα ψευδοπόδια της την τροφή και την ενδοκυτταρώνει για να τη διαλύσει στα συστατικά της σα να μην υπήρξε ποτέ. Η οχλοκρατία, όσο δίκαια ή άδικα κι αν είναι τα πιστεύω της, δεν επιτρέπει σε καμία μονάδα του συνόλου της να φέρει αντιρρήσεις, να σπείρει κοινά δαιμόνια, να εγείρει υποψίες για το τυφλά πιστευτό Δόγμα. Ο κόσμος των blogs, αντίθετα, είναι ένας κόσμος υπερπλήρης μυριάδων παρόμοιων, συγγενών, διαφορετικών, εκ διαμέτρου αντίθετων απόψεων. Κανείς, εντούτοις, δε διανοείται να κάνει τον άλλο να σωπάσει. Μπορεί να μην επιλέξει να τον διαβάσει, φυσικά. Δε μπορεί, όμως σε καμία περίπτωση, να τον εξουδετερώσει, να τον κονιορτοποιήσει.

Πείτε, λοιπόν, ό,τι θέλετε για τα blogs. Κατηγορείστε τα, εξυψώστε τα, αδιαφορήστε για την ύπαρξή τους. Να ξέρετε, όμως, πως αυτά δε θα πάψουν επ’ ουδενί να υπάρχουν και να πολλαπλασιάζονται σαν τα βακτήρια. Τα βακτήρια, εκτός ελάχιστων παθογόνων στελεχών, είναι στην συντριπτική τους πλειονότητα απολύτως απαραίτητα για τη διατήρηση της ζωής σε τούτο τον πλανήτη. Μπορούν να χαρακτηριστούν το ίδιο ζείδωρα όπως κι ο ήλιος. Οι φωνές και οι κάθε λογής ήχοι είναι απολύτως απαραίτητοι για να συνεχίσουμε να έχουμε την πολύτιμη αυτή αίσθηση που λέγεται ακοή και που μας βοηθά να κατευθυνθούμε με ασφάλεια στον τρισδιάστατο χώρο, ή να απολαύσουμε τις μελωδίες και τις νότες που ανέκαθεν υπήρχαν στο πλατωνικό σύστημα της τελειότητας ως ακραιφνείς μορφές, ως άυλες ιδέες, ακόμη και πριν τη δημιουργία του κόσμου.

Εξάλλου, όπως έλεγε και κάποιος συμπατριώτης μας, που πολλή καταφρόνια δοκίμασε στη ζήση του, στην αρχή υπήρχε μόνο το στόμα: με το «πες, πες…» έγινε και το αυτί…

Έχω, όμως, μια μικρή αντίρρηση: κι αυτή η αντίρρηση λέγεται: μοναξιά.

Μες από τα blogs μπορεί κανείς να κάνει πολλούς εικονικούς φίλους, να γραφτεί σε ομάδες, να συμμετέχει με τις απόψεις του. Δε μπορεί, όμως, να έχει άμεση οπτική επαφή με το συνομιλητή του. Να παρατηρήσει το βλέμμα του, τις κάθε λογής αντιδράσεις των χαρακτηριστικών του προσώπου του όταν δέχεται, ή απορρίπτει, ή ενίσταται στα όσα ακούει. Επαναπαύεται στην απόλυτη ασφάλεια της καρέκλας του μπρος στον υπολογιστή και δύσκολα βγαίνει από την κινητική του απραξία για να συμμετάσχει σε πορείες και διαδηλώσεις. Από τον καναπέ δε λύνονται τα προβλήματα. Οι σκέψεις είναι καλό να εκφράζονται, να αναπλάθονται και να εξελίσσονται, μόνο όταν απώτερος σκοπός τους είναι να συγχωνευτούν και να μετατραπούν σε δράση, ή αντίδραση. Αλλιώς παραμένουν κενό γράμμα, επιτηδευμένες, πλαστικές λέξεις όμορφα τοποθετημένες στη θέση τους μες στις καλοσχηματισμένες τους προτάσεις, όμοια όπως άχρηστο είναι ένα μαργαριτάρι καταμεσής σε μια έρημο που δεν έχει τέλος.

Μην καταντήσουν τα blogs να γίνουν ακαδημαϊκές, βαριεστημένες συζητήσεις μπλαζέ υπνοβατών μιας αριστεράς που από καιρό αποσύρθηκε στα σαλόνια για να ευφραίνεται μόνη της με σουαρέ και βραδιές ποιητικής απαγγελίας και κλασική μουσική…

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

"Το Σμήνος" του Frank Schatzing


«Der Schwarm» («Το Σμήνος»), του Frank Schatzing

ή
Ο Potter, ο DaVinci, το Σμήνος και… τ’ αποδέλοιπα




Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Το Σμήνος» του Γερμανού Φρανκ Σέτσινγκ και αισθάνομαι αδήριτη την ανάγκη να γράψω κάποια σχόλια για το βιβλίο, όχι τόσο για να κάνω μια κριτική ανάλυση του ίδιου του έργου (κριτικός λογοτεχνίας δεν είμαι εξάλλου), όσο για να εκφράσω την αγωνία μου για το αδιέξοδο του σύγχρονου μυθιστορήματος και του αγοραίου λόγου, από την οπτική γωνία ενός απλού αναγνώστη… ή, ακολουθώντας μια λιγότερο απόλυτη και δογματική στάση, να επισημάνω τη νέα τροπή που έχει πάρει η σύγχρονη λογοτεχνία.

Με τι έχουμε να κάνουμε εδώ, λοιπόν; Αντιμετωπίζουμε άλλη μια περιπέτεια μυστηρίου και φαντασίας που έτυχε ευρείας αποδοχής από το διεθνές βιβλιόφιλο κοινό και «οφείλουμε» κι εμείς να τη διαβάσουμε για να τροφοδοτήσουμε την ψευδαίσθηση ότι παραμένουμε μες στα πράγματα και τις εξελίξεις της διεθνούς λογοτεχνίας… ή μάλλον του φαινομένου: best seller. Με άλλα λόγια, «οφείλουμε» να μπούμε κι εμείς μες στο «σμήνος» των απανταχού της γης αναγνωστών και να ακολουθήσουμε την πορεία αυτού του «σμήνους», όπου κι αν κατευθύνεται.

Το φαινόμενο έχει ως εξής: Υπάρχει μια κρίσιμη μάζα «αναγνωστών της παραλίας» που μετατρέπει ένα νεοεκδοθέν βιβλίο σε best-seller για λόγους που αρχικά είναι μυστήριοι και σκοτεινοί, μα που –αν κάποιος με σχολαστική διάθεση και γνώσεις βασικής Ψυχολογίας καταπιαστεί να αναλύσει- αίφνης γίνονται όλο και πιο ξεκάθαροι και έκδηλοι υπό το φως της απλής λογικής. Στη συνέχεια έχουμε το φαινόμενο του «καταρράκτη»: η κρίσιμη αυτή μάζα που απαιτείται για τη μετατροπή ενός βιβλίου σε best-seller συνιστά τον πυρήνα και συμπαρασύρει με γεωμετρική πρόοδο και άλλους αναγνώστες σχηματίζοντας ένα συσσωμάτωμα. Το συσσωμάτωμα δρα ενισχυτικά στην προσκόλληση και άλλων αναγνωστών γύρω του και σχηματίζει έναν όγκο. Κι ο όγκος αυτός μεγαλώνει τόσο πολύ που νομοτελειακά δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και τελικά αρχίζει να διαλύεται σιγά – σιγά για να αφήσει τον αμερόληπτο χρόνο να τον χωνέψει στο διάβα του και να του προσδώσει τις πραγματικές διαστάσεις που θα έπρεπε εξαρχής να έχει.

Θα αναρωτηθεί κανείς: «Μα γιατί είναι τόσο κακό να διαβάζει κανείς κάτι που είναι στη μόδα; Εξάλλου, ακόμη και η ανάγνωση του χειρότερου βιβλίου είναι καλύτερη από τη μη-ανάγνωση». Και θα έχει δίκιο. Κανείς δεν είπε πως διαβάζοντας ένα βιβλίο όπως είναι «Το Σμήνος» χαραμίζει το χρόνο του. Τουναντίον, είναι μια ενασχόληση απείρως πιο εποικοδομητική και «ψυχ-αγωγική» από τα διάφορα shows και realities της τηλεόρασης. Υπάρχει, όμως, μια προϋπόθεση για την ορθολογική θέαση του βιβλίου αυτού (καθώς και κάθε άλλου παρόμοιας θεματολογίας): η κριτική ματιά και η μερική αποδοχή των κεντρικών ιδεών του βιβλίου. Στη διεθνή λογοτεχνία των τελευταίων λίγων ετών ζήσαμε διαφόρων ειδών μαζικές τάσεις που κατέληγαν σε υστερικές κοσμοθεωρήσεις πυροτεχνηματικής διάρκειας. Δεν θα πάω πολύ πίσω στο χρόνο, παρά μόνο όσο φτάνει με μια μικρή δρασκελιά η μνήμη μου…

Περάσαμε τη μαζική υστερία των μικρών και μεγάλων μάγων. Αναβίωση της παλιάς καλής συνταγής με καλές και σατανικές δυνάμεις, με πολύμορφα όντα που δεν μπορούν παρά να ανήκουν στην κατηγορία των νάνων, ή των γιγάντων, ή των ξωτικών ή, τέλος, των τεράτων, με όλα τα τετριμμένα αξεσουάρ των μάγων (ραβδιά, σκουπόξυλα, φλογόσχημοι σκούφοι, δοκιμαστικοί σωλήνες με κοχλάζοντα αινιγματικά υγρά, φιάλες και φιαλίδια με φωσφορίζουσες ποικιλόχρωμες ουσίες). Οι μικροί τα διάβασαν, τα είδαν στον κινηματογράφο, αγόρασαν ενθύμια των ηρώων υπό μορφή σχολικών ειδών και παιχνιδιών. Οι μεγάλοι το διασκέδασαν μειδιώντας από ευχαρίστηση για την προσωρινή αναβίωση της χαμένης τους αθωότητας. Έπειτα παρουσιάστηκε ο «αρχι-μάγος Χρόνος» που με το δικό του ανελέητο ραβδί (το μόνο πραγματικό μαγικό ραβδί σε τούτη τη ζήση) διέγραψε ένα στραφταλίζον τόξο στον αέρα και τα ξεθώριασε φυλακίζοντάς τα στη χλωμή του πάγου αδράνεια.

Έπειτα εμφανίστηκε το δεύτερο και μεγαλύτερο κύμα υστερίας, ένα πραγματικό τσουνάμι σε μέγεθος και επιπτώσεις: Η μεσαιωνική συνωμοσιολογία και ο θρησκευτικός σεκταρισμός και εσχατολογία. Κολοφώνας του φαινομένου «Ο Κώδικας Da Vinci», μια πραγματεία αποκρυφισμού άκρως δελεαστική για τον καταπιεσμένο από το Δόγμα σκεπτόμενο αναγνώστη όμοια με τη ζάχαρη για τον ινσουλινοεξαρτώμενο διαβητικό. Μικροσκοπικοί θρίαμβοι τεραστίων διαστάσεων εναντίον του θεολογικού κατεστημένου τα μυθιστορήματα αυτά. Και ποιος δεν δοκίμασε να θέσει εν αμφιβόλω την πίστη που του είχαν εμφυσήσει στο άδολο κατώφλι της ζωής του, διαβάζοντας περί Ευαγγελίου του Ιούδα και εβραϊκού αποκρυφισμού; Και ποιος δεν απέτυχε να αντισταθεί στην παρόρμηση να ρίξει μια φευγαλέα ματιά όλο ενοχές και μύχιους πόθους στην ανάστροφη πυραμίδα του Μουσείου του Λούβρου, θαρρώντας πως θα έπιανε το μάτι του κάτι, μια ελάχιστη κίνηση, μια στραφταλίζουσα επιβεβαίωση; Πόσοι, άραγε, δεν είδαν το διάσημο αυτό Μουσείο με άλλο μάτι μετά την ανάγνωση του «Κώδικα»; Τα φαντάσματα των Ιπποτών του Τάγματος του Ναού και των Ροδόσταυρων έσπρωξαν με πάταγο την ταφόπλακα που τα κρατούσε καταχωνιασμένα στα υπόγεια λαγούμια της χιμαιρικής «μυθ-ιστορίας» και ξεχύθηκαν στα επίγεια για να απλώσουν τον φασματικό τρόμο στις συνειδήσεις του σύγχρονου κόσμου. Κάποτε θα καταλαγιάσουν κι αυτά και θα κατασιγήσουν. Συμπυκνωμένα σε άκαιρα ρεύματα θα επιστρέψουν στα υποχθόνια ησυχαστήριά τους και θα κλείσουν πάνωθέ τους τη χαίνουσα ερεβώδη ρωγμή της μισάνοιχτης ταφόπλακας. Προς το παρόν η παγκόσμια ανθρώπινη συνείδηση τα διατηρεί στο προσκήνιο, ενώ η Λήθη κερδίζει συνεχώς έδαφος εναντίον τους εξαναγκάζοντάς τα σε αργή μα αξιοπρεπή οπισθοχώρηση προς την αυλαία που κλείνει.
Γιατί σιγά – σιγά και αδιόρατα τα «υποχθόνια» φαντάσματα των Σκοτεινών Αιώνων παραμερίζουν για να αφήσουν ελεύθερο το διάβα σε πιο «χθόνιες» οντότητες: στις δυνάμεις της Φύσης.

Και είναι, θαρρώ, η ώρα να αφήσουμε τη σύντομη αναδρομή στα δύο ανωτέρω ρεύματα της σύγχρονης λογοτεχνίας και να έλθουμε στο «Σμήνος». Μυθιστόρημα μαζικής καταστροφής και τρόμου. Σωστότερο θα ήταν να λέγαμε σενάριο μαζικής καταστροφής (μιας και υφολογικά συγγενεύει περισσότερο με κινηματογραφικό σενάριο παρά με λογοτεχνικό έργο). Μια ομάδα διακεκριμένων επιστημόνων συγκεντρώνεται από διάφορα σημεία της υφηλίου με σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα από το επερχόμενο Τέλος, τον Αρμαγεδώνα όπως τον φαντάζεται η Επιστήμη και όχι όπως τον περιγράφει η Θρησκεία. Έναν Αρμαγεδώνα παρουσιασμένο και επεξηγημένο μέσα από φυσικούς, γεωλογικούς, βιολογικούς και ωκεανολογικούς νόμους, πολύ μακράν ηθικής και ψυχικής σφαίρας όπως είχαμε ως τα πρόσφατα συνηθίσει να τον αντιλαμβανόμαστε. Η νέα θεώρηση της Συντέλειας, κατανοητή και μαθηματικο-ποιημένη. Καλύτερα ή χειρότερα; Ίσως καλύτερα. Γιατί η Λογική και η Επιστήμη είναι οι σύγχρονες διαφεντεύουσες τον πλανήτη θεότητες που πήραν πραξικοπηματικά τα σκήπτρα από τη Θρησκοληψία, τη Μοιρολατρία και το Σκοταδισμό. Φυσικά, είναι άλλο να περιμένει κανείς το Τέλος φοβούμενος τον Αντίχριστο που θα έρθει επί της Γης, άλλο, πάλι, είναι να αδημονεί για την αποκάλυψη της καλά κρυμμένης, πίσω από τους συμβολισμούς και την αριθμολογία του εβραϊκού μυστικισμού, αδελφότητας των Ναϊτών που θα κυριεύσει ξανά μια Παρασκευή στις 13, φέρνοντας πομπικά στη σκηνή το Άγιο Δισκοπότηρο και την Κιβωτό του Ναού του Σολωμόντος και, τέλος, εντελώς άλλο πράγμα είναι να βάζεις κάτω τα φυσικά φαινόμενα και να τα αναλύεις για να προβλέψεις την ακριβή ημερομηνία της Έσχατης Ημέρας. Το ποια από αυτές τις τρεις προσεγγίσεις προτιμά ο καθένας είναι θέμα καθαρά προσωπικό και έχει να κάνει με τις ιδιότητες του χαρακτήρα που τον διακρίνει: θρησκευτικό πνεύμα, ρομαντισμός, ορθολογισμός. Δεν είναι κανείς σε θέση να κατακρίνει καμία από τις προσεγγίσεις αυτές γιατί, ειδάλλως, θα έπρεπε να αποκηρύξει το νόμο των πιθανοτήτων.

Εξηγεί, όμως, ικανοποιητικά ο Frank Schätzing με «Το Σμήνος» του τη συντέλεια; Έχουν επιστημονική βάση τα επιχειρήματά του; Ως ένα βαθμό ναι. Το πρώτο ήμισυ (θέλω να το τονίσω ιδιαίτερα αυτό γιατί έχει σημασία και για την περαιτέρω ανάλυση του θέματος) θα μπορούσε να είναι ένα θαυμάσιο ντοκιμαντέρ για τους ωκεανούς και το κατά πόσο επηρεάζουν τις κλιματολογικές συνθήκες του πλανήτη. Εγώ προσωπικά, διαβάζοντας αυτό το πρώτο μέρος, συνήγαγα πολλά εκλαϊκευμένα επιστημονικά πορίσματα για τον τρόπο λειτουργίας των ωκεανών, των μορφών ζωής τους, των μεγάλων τους θηλαστικών (διάφορα είδη φαλαινών, όρκες, δελφίνια κ.τ.λ.) για κοραλλιογενείς υφάλους, θαλάσσιες εξέδρες απάντλησης πετρελαίου στα νορβηγικά φιόρδ, υφαλοκρηπίδες, για τη ζωτική σημασία του Ρεύματος του Κόλπου και της βορειοαντλαντικής αντλίας στην αέναη αλληλοδιαδοχή των παγετώνιων και μεσοπαγετώνιων περιόδων και, τέλος, για τον -άγνωστο ως τα τότε σε μένα- υδρίτη μεθανίου. Στάθηκε για μένα τόσο μια πραγματική επιστημονική αποκάλυψη στα όρια της κατανόησής μου, όσο και μια οικολογική αφύπνιση (όχι, βέβαια, πως πριν καταπιαστώ με το συγκεκριμένο βιβλίο, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για την καταστροφή του περιβάλλοντος). Έτυχε, δε, να συμβούν και δύο σύγχρονες συμπτώσεις στη διάρκεια της ανάγνωσης αυτού του πρώτου μέρους του βιβλίου: η μία ήταν ένα ντοκιμαντέρ που είδα στον τηλεοπτικό σταθμό «ΣΚΑΪ» για τις φάλαινες και τα άλλα θαλάσσια θηλαστικά και η άλλη ήταν η μεγάλη επιτυχία του Αλ Γκορ «An inconvenient truth». Τότε συνειδητοποίησα πως ό,τι διάβαζα στο βιβλίο «Το Σμήνος» ήταν απόλυτα έγκριτο από επιστημονικής απόψεως… και ένιωσα δικαιωμένος για την επιλογή μου.

Και άξαφνα και απροειδοποίητα, η εξέλιξη της υπόθεσης, ενώ όδευε στον ίσιο δρόμο, στην ομαλή και χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις λεωφόρο της επιστημονικής φαντασίας, βρέθηκε σε μια διασταύρωση, μια διχάλα δύο δρόμων και αναπόφευκτα στο δίλημμα ποιον από τους δύο να διαλέξει για να συνεχίσει την πορεία της. Και τότε, πήρε… το λάθος δρόμο.

Τα πράγματα συνέβησαν, κατά το μάλλον ή ήττον ως εξής: Η Μούσα του αγαπητού μας Φρανκ, αυτή η τρεμάμενη φασματική θεότητα που κάνει την εμφάνισή της μια φορά στην αρχή κάθε λογοτεχνικής δημιουργίας και έπειτα, καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής, προτιμά να παίζει το κρυφτούλι με τον συγγραφέα, ο οποίος, αν είναι από τους τυχερούς, τελειώνοντας το πόνημά του την ξαναθωρεί σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια, αυτή, λοιπόν, η Μούσα στα μισά της συγγραφής του βιβλίου εμφανίστηκε απέναντι στο συγγραφέα με το αρχαιοελληνικό της παράστημα και την καταυγάζουσα σεπτή λάμψη χλαμύδα της και τον κοίταξε κατάματα λέγοντάς του τα εξής λόγια:

«Αγαπητέ μου, Φρανκ. Παρ’ ότι έχω διατελέσει διαφεντευτής της παγκόσμιας λογοτεχνίας από το λίκνο της, από τότε που κανείς πλανόδιος αηδός, ή ρήτορας, ή φιλόσοφος δεν αποτολμούσε να ξεστομίσει ή να γράψει ο,τιδήποτε δίχως να με επικαλεστεί προλογικά, εσένα σε γνωρίζω πρώτη φορά, αν δε με απατά η αλάθευτη μνήμη μου. Μέχρι αυτού του σημείου σου φέρθηκα γενναιόδωρα, μην αμφιβάλλεις. Πλέον, όμως, πρέπει να σε θέσω προ του αγαπημένου μου διλήμματος: Θέλεις να είσαι συνεπής και τίμιος με το θέμα όπου καταπιάστηκες, ή λαχταράς διακαώς (όπως έκαναν, εξάλλου, και τόσοι άλλοι πριν από εσένα και όπως θα κάνουν πάμπολλοι άλλοι μετά από εσένα) να έχεις εμπορική επιτυχία; Μπροστά σου απλώνονται, ως βλέπεις, δύο δρόμοι. Ο ένας είναι κακοτράχαλος χωματόδρομος, ένα δύσβατο στενορύμι. Ο άλλος είναι η άνετη για τον οδοιπόρο συνέχεια της λεωφόρου όπου ως τώρα διάβαινες. Δε χρειάζεται να σου πω ποιος δρόμος αντιστοιχεί σε ποια από τις δύο επιλογές που σου ανέφερα πρωτύτερα… γνωρίζεις καλά. Δε σου απομένει να διαλέξεις».
Αυτά είπε η δαιμόνια Μούσα και εξαϋλώθηκε ανεπαίσθητα ως εφάνη. Και έμεινε ο κύριος Σέτσινγκ μόνος να κοιτά τους δυο δρόμους. Τότε, για καλή ή για κακή του τύχη, εμφανίστηκαν ενώπιόν του μια σειρά από συγγραφείς που βάλθηκαν να τον πείσουν με ρητορικά και άλλα δικανικά τεχνάσματα να ακολουθήσει τον ένα ή τον άλλο δρόμο. Και πάλι ο Φρανκ έστεκε αναποφάσιστος. Τη πολυπόθητη λύση στην αγωνία του την έφερε ένα μόνο πνεύμα που ήρθε και του μίλησε τελευταίο. Ήταν το πνεύμα του Νταν Μπράουν. Αυτός ο τελευταίος του μίλησε πολλή ώρα, του είπε για την επιτυχία και τη δόξα του… του τα εξήγησε όλα χαρτί και καλαμάρι, που λένε. Όταν ο Νταν εξαφανίστηκε κι αυτός όπως και όλοι οι άλλοι, ο Φρανκ είχε, πλέον, σιγουρευτεί για την πορεία που θα ακολουθούσε… και έστριψε στο φαρδύ δρόμο της επιτυχίας…

Κλείνω την παρένθεση με όσα έγιναν (ή δεν έγιναν) και συνεχίζω με την αποδιάρθρωση του δεύτερου μέρους. Του μέρους στο οποίο η επιστήμη παραιτείται υπέρ της ξέφρενης φαντασίας. Του μέρους που, αν ήταν κινηματογραφικό έργο, θα έφερε κάλλιστα τον τίτλο: «Η γλοιώδης μάζα», ή «Η γλίτσα που σκοτώνει», ή «Η βιοχλαπάτσα επιτίθεται» ή «Τα πλοκάμια του τρόμου» και που θα μπορούσε να διαφημιστεί στο Theatrical trailer της ταινίας με την παλιά καλή χολιγουντιανή συνταγή: «Σέρνεται… Τρέφεται με τα πάντα… Πλησιάζει… Δαγκώνει»… και τα παρόμοια ευτράπελα. Για να μη γίνω πολύ κακός και αυστηρός σταματώ εδώ το ντελίριο ειρωνείας. Οι επόμενες γραμμές είναι πιότερο για όσους το έχουν διαβάσει, παρά για όσους προτίθενται να το διαβάσουν.

Στο δεύτερο, λοιπόν, μέρος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας αφήνει κατά μέρος την ως τότε πλοκή, όπου είχε επιστρατεύσει διάφορα υπαρκτά στοιχεία της Φύσης και φέρνει στο προσκήνιο ένα φανταστικό προσωπικό του δημιούργημα: «Το Σμήνος», μια συνένωση, όπως υποστηρίζει, απειροελάχιστων σε μέγεθος, μα απειράριθμων μονοκύτταρων οργανισμών (δηλαδή κυττάρων) που υπήρχαν στους πρωτο-ωκεανούς πριν την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη, πριν ακόμη και από το διαχωρισμό των υδρόβιων, αμφίβιων και χερσαίων οργανισμών και τον εποικισμό των ηπείρων από έμβια όντα. Υποστηρίζει δε ότι η συνένωση αυτών των μονοκύτταρων καταλήγει σε τέτοιο βαθμό συνοχής και μεγέθους που μπορεί να επισκιάσει ένα τεραστίων διαστάσεων αεροπλανοφόρο, ή να καταλάβει ένα ολάκερο ηπειρωτικό υφαλοπρανές. Αυτά τα κύτταρα δεν γηράσκουν ποτέ και συνεχώς αναδιπλασιάζονται. Έχουν τις ιδιότητες νευρικών κυττάρων που αποθηκεύουν μνήμη, καθώς και τις συσταλτικές και εκτελεστικές ιδιότητες των μυϊκών κυττάρων, έτσι που η γιγάντια μάζα της συνένωσής τους να συστέλλεται και να διαστέλλεται, να αποπλατύνεται και να σφαιροποιείται, να σκέφτεται και να αισθάνεται, να αναλύει και να αποφασίζει. Και είναι τέτοια η βιολογική της μνήμη που η ίδια και απαράλλαχτη μνήμη ενυπάρχει τόσο στη μορφή της μάζας, όσο και στο κάθε κύτταρο που αποτελεί αυτή τη μάζα ξεχωριστά. Η μάζα μισεί το ανθρώπινο είδος γιατί αισθάνεται τελευταία πως απειλείται από αυτό. Η μάζα ξέρει όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρώπινου γένους γιατί κατά καιρούς έχει καταπιεί και περιεργαστεί πλοία ή αεροπλάνα που είχαν βυθιστεί σε διάφορα σημεία των ωκεανών. Η μάζα ξέρει τη μορφή και τη λειτουργία του ανθρώπινου σώματος γιατί έστελνε τα πλοκάμια της να εισχωρήσουν σε κάθε κοίλο και συμπαγές όργανο και σε κάθε ανατομικό χώρο ανθρώπων που έπεφταν πνιγμένοι κατά καιρούς στο βυθό. Εν ολίγοις, η μάζα (ή «Το Σμήνος») είναι από λογικής και επιστημονικής απόψεως απόλυτα δικαιολογημένο, όταν παίρνει μια βόμβα και επιδέξια την εκτοξεύει μες σε ένα αεροπλανοφόρο καταστρέφοντάς το ολοσχερώς και βυθίζοντάς το σχεδόν αύτανδρο.

Τελικά, ως προς την πλοκή, μένει ένα ερώτημα που πρέπει το συντομότερο να απαντηθεί για να προχωρήσουμε και σε σημαντικότερα θέματα: «Ο κύριος Φρανκ Σέτσινγκ τα πιστεύει όλα αυτά, ή απλά τα πετάει στο αναγνωστικό κοινό του που τα καταβροχθίζει λαίμαργα, όμοια όπως ο νευρικός και κακός γείτονας που ενοχλείται από τα γαυγίσματα του σκύλου του διπλανού του αποφασίζει να πετάξει σε ανύποπτο χρόνο μια φόλα για να ψοφήσει το έρμο το ζωντανό;» Γιατί όλα αυτά δεν είναι ούτε κατά διάνοια επιστημονική φαντασία. Ταιριάζουν μάλλον πιότερο σε δευτεροκλασάτη φαντασία τρόμου.

Τα κύτταρα δεν είναι κάποιοι οργανισμοί που συνενούμενοι μπορούν να φτιάξουν ένα εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο όργανο αποτελείται από ένα ή και περισσότερους ιστούς. Ο κάθε ιστός αποτελείται από ένα, δύο ή και περισσότερα είδη κυττάρων, αλλά προπαντός από εξωκυττάρια θεμέλια ουσία, αυτό που στην ιστολογία και τη βιολογία ονομάζουν ECM (extra-cellular matrix). Αυτή η εξωκυττάρια ουσία είναι που δίνει τη συνοχή, την ελαστικότητα και τη σταθερότητα ενός ιστού. Αυτή η ουσία είναι που εξασφαλίζει τη συνεχή ροή διατροφικών ουσιών στα κύτταρα και τους προσφέρει τον προσανατολισμό για την τυχόν κίνησή τους, όμοια όπως ένα τραίνο κινείται προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση πάνω σε σταθερές ράγες. Όσο καλά κι αν συνδέονται μεταξύ τους τα κύτταρα με διαφόρων ειδών διακυτταρικές συνδέσεις, δεν μπορούν παρόλα αυτά να συστήσουν κάποια ανώτερης τάξης οργάνωση αν δεν παρεμβάλλεται μεταξύ τους η θεμέλια ουσία. Ο κύριος Φρανκ, λοιπόν, παραβλέπει (σκόπιμα ή άθελά του) ένα ολόκληρο επιστημονικό κλάδο: την Ιστολογία και χρησιμοποιεί τις ημιτελείς γνώσεις του από δυο άλλους κλάδους: την Κυτταρολογία – Βιολογία και τη Γενετική. Μιλά για χρωμοσώματα και υποστηρίζει πως η μνήμη είναι κάτι που χωρά στο DNA διαμορφώνοντάς το ad hoc διαμέσου μεταλλάξεων. Πως η μνήμη υφίσταται στη υπαρξιακή σφαίρα τόσο του ενός μεμονωμένου κυττάρου όσο και ενός συνόλου πολλών συναθροιζομένων κυττάρων. Κι όμως, ο εγκέφαλος δεν είναι ένα απροσδιόριστο και άναρχο συσσωμάτωμα κυττάρων συνδεδεμένων μεταξύ τους. Είναι ένα καλά οργανωμένο σύνολο πολλών ειδών κυττάρων από τα οποία μονάχα ένα μέρος είναι τα νευρικά κύτταρα. Τα νευρικά κύτταρα, επειδή ακριβώς φέρουν την ευθύνη για τη μνήμη και τη σκέψη, δε μπορούν να διαιρεθούν, παρά συνδέονται μέσω συνάψεων σε ομάδες, έτσι που μέσα από τις νευροχημικές τους συνάψεις να μεταδίδεται ένα συγκεκριμένο μήνυμα όταν διανύει μια συγκεκριμένη διαδρομή. Αν το ίδιο ηλεκτρικό ερέθισμα που αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα μιας σκέψης, ή μιας αίσθησης πάρει άλλη διαδρομή ακολουθώντας άλλες συνάψεις, ή αν δε βρει τα νευρικά κύτταρα στη διάταξη όπου τα ήξερε, τότε δε θα είναι πια η ίδια σκέψη ή η ίδια αίσθηση, μα κάτι διαφορετικό.

Αρκετά, όμως, με την βιολογική και φυσιολογική ερμηνεία του θεμελιώδους λάθους πάνω στο οποίο εδράζεται η πλοκή του δεύτερου ημίσεως του βιβλίου. Δεν πρέπει ο αναγνώστης να παραμείνει απλά και μόνο στην πλοκή αυτού του βιβλίου γιατί κινδυνεύει να μη διακρίνει άλλα σημαντικά θέματα και παραμέτρους που σταχυολόγησα μετά το πέρας της ανάγνωσης αυτού του έργου.

Γιατί, πολλές φορές, η πλοκή είναι απλά μια πλοκή και δεν έχει τόση σημασία. Υπάρχουν, δηλαδή, φορές που ένα μυθιστόρημα είναι αριστούργημα παρότι έχει να επιδείξει μια κατά τα άλλα πολύ συνηθισμένη, τετριμμένη πλοκή, απλά και μόνο επειδή αυτή την πλοκή την παρουσιάζει με αριστοτεχνικό και απαράμιλλο τρόπο. Όμοια, υπάρχουν φορές που το θέμα ενός κλασικού βιβλίου είναι τόσο ξεκάθαρα ηθικοπλαστικό και ηθογραφικό που απαιτεί μια πλέριας απλότητας δομή για να του χαρίσει την αιωνιότητα στο λογοτεχνικό στερέωμα και να το καρφιτσώσει σαν ένα ακόμη λαμπρό άστρο στο νυχτερινό καμβά του ουράνιου θόλου της ανθρώπινης διάνοιας. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς πόσο απλή είναι η πλοκή του «Έγκλημα και Τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ή εκείνη του «Μαγδαληνή Φερά» του Εμίλ Ζολά; Πόσες εναλλακτικές λύσεις θα μπορούσαν, άραγε, να έχουν αυτά τα δύο κλασικά μυθιστορήματα που φέραμε ως παράδειγμα; Και είναι τελικά αυτό ένα μειονέκτημα; Άραγε, πρέπει πάντα ο αναγνώστης να περιμένει με αγωνία την κατάληξη των διαδραματιζομένων σε ένα πρωτότυπο τέλος; Πρέπει πάντα να κρίνει ένα βιβλίο (ή κατ’ επέκταση μια κινηματογραφική ταινία) από το κατά πόσο πρωτότυπο, πρωτάκουστο, πρωτόφαντο είναι το τέλος; Είμαι της άποψης πως όχι. Υπάρχουν και άλλα πράγματα που έχουν ισάξια σημασία όταν κανείς διαβάζει. Το σημαντικότερο από αυτά είναι μια σειρά από συναθροιζόμενα στοιχεία του γραπτού λόγου που συναποτελούν αυτό που καλούμε ύ φ ο ς.

Για να γίνουμε πιο κατανοητοί, ας αντλήσουμε ένα παράδειγμα από μια τεράστια δεξαμενή ανθρώπινης έκφρασης που είναι πιότερο κατανοητή και εγγύτερη στο ευρύ κοινό: τον κινηματογράφο. Μια κινηματογραφική ταινία, εφόσον χρησιμοποιεί ως μέσα έκφρασης το λόγο και την εικόνα, μπορεί να θεωρηθεί συγγενής του μυθιστορήματος. Στον κινηματογράφο, λοιπόν, υπάρχουν πολλές διαφορετικές Σχολές. Με ένα αδρό διαχωρισμό προκύπτουν δύο κύρια ρεύματα: το Ευρωπαϊκό και το Χολιγουντιανό (δε λέμε γενικά Αμερικάνικο διότι υπάρχει και η ανεξάρτητη από το Χόλιγουντ κινηματογραφική βιομηχανία). Οι κύριες διαφορές αυτών των δύο ρευμάτων συνοψίζονται στο δίπτυχο: πλοκή και ύφος.

Μιλώντας για το πρώτο συστατικό (πλοκή) έχουμε αντιμέτωπες τις τάσεις του εντυπωσιασμού από τη μια (Χόλιγουντ) και του ρεαλισμού από την άλλη (Ευρώπη), της σεναριακής απλότητας και χρονικής δομής ενάντια στην πολυπλοκότητα και τη θεματική δομή, της μανιχαϊστικά δυαδικής αντίληψης των δυνάμεων που κυβερνούν το Σύμπαν (απόλυτα Καλό και απόλυτα Κακό) εναντίον του στωϊκού νιχιλισμού και της φαυλότητας.
Ως προς το δεύτερο συστατικό (ύφος) παρατηρούμε τη σύγκρουση των ειδικών εφέ, που εξελίσσονται αυτάρεσκα και συσσωρεύονται ως αυτοσκοπός, ενάντια στον «καλλιτεχνικό» μανιερισμό και τη φωτογραφία, την αντιπαράθεση των απλών, καθημερινών διαλόγων με μια περισσότερο θεατρική πρόζα, των λαμπερών χρωμάτων με μια παλέτα περισσότερο ωχρή, της ανάγκης για συνεχείς επεξηγήσεις υπό μορφή διαλόγων με την εύγλωττη σιωπή του βλέμματος.

Μήπως όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι; Μήπως μέσα από αυτά βλέπετε τις διαφορές της σύγχρονης λογοτεχνίας (κυρίως των best-sellers) από την παλιότερη; Χρησιμοποιώντας ως βάση και εφαλτήριο «Το Σμήνος» θα αποδομήσουμε υφολογικά τα σύγχρονα best-sellers:

Και ας ξεκινήσουμε από την αρχή, που έχει να κάνει με την περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Όταν αυτός πρωτοεμφανίζεται «επί σκηνής» περιγράφεται αδρά και μηχανιστικά. Το χειρότερο είδος περιγραφής της εξωτερικής εμφάνισης ενός μυθιστορηματικού προσώπου είναι η απαξίωση των πολυποίκιλτων επιθέτων που έχει στη φαρέτρα του ο γραπτός λόγος υπέρ της παρομοίωσης και σύγκρισης με κάποιο διεθνώς γνωστό πρόσωπο, αδίκημα στο οποίο περιπέφτει διαρκώς ο Φρανκ Σέτσινγκ (καθώς και πολλοί άλλοι σύγχρονοί του) μες στο βιβλίο του. Πόσο άδικο είναι για τον ήρωα να μη σκιαγραφείται, παρά να παρομοιάζεται με τον George Clooney, τη Jodi Foster, ή όποιον άλλο διεθνή αστέρα του Χόλιγουντ! Πόσο άδικο είναι για τον αναγνώστη να του αφαιρείται το δικαίωμα να πλάσει με τη φαντασία του την εικόνα του ήρωα και, αντ’ αυτού, να έχει εφεξής στο νου του, και καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου, το γνώριμο πρόσωπο ενός κινηματογραφικού αστέρα! Θυμηθείτε, για παράδειγμα, την αριστοτεχνική περιγραφή του Κουασιμόδου από τον Victor Hugo. Είναι μια περιγραφή που ξεκινά από τα πρώτα κεφάλαια της «Παναγίας των Παρισίων» και συνεχίζει να ολοκληρώνεται, όμοια με ένα παζλ, εμπλουτιζόμενη καθ’ όλη τη διάρκεια της πλοκής του έργου, εμπλουτίζοντας ταυτόχρονα και το ίδιο το έργο με τη λαμπρότητά της. Φανταστείτε τώρα τον Hugo να ξαναγράφει το κλασικό αυτό μυθιστόρημά του ενάμιση αιώνα μετά, έχοντας στο νου του μια τεράστια βάση δεδομένων από πρόσωπα πρωταγωνιστών του κινηματογράφου. Τι θα προτιμούσατε: την περιγραφή του συγκεκριμένου ήρωα όπως την έγραψε στα 1830 ή μια απλή και ξεκάθαρη παρομοίωσή του με τον Charles Laughton; Για τον σύγχρονο αναγνώστη, που η φαντασία του ξεκινά και τελευτά στις φευγαλέες εικόνες της μεγάλης οθόνης, ίσως και να ήταν προτιμότερο κάτι τέτοιο. Ίσως αυτός να είναι και ο απώτερος σκοτεινός κι ανομολόγητος σκοπός ενός σύγχρονου best-seller-ίστα: να ταΐσει το αναγνωστικό κοινό με μια ήδη μασημένη και, για τούτο, εύπεπτη τροφή και να του πλασάρει έτοιμες, δοκιμασμένες εικόνες για να τις χωνέψει. Γιατί ο σύγχρονος αναγνώστης έχει μάθει να μη σπαταλά το χρόνο του με «ανούσιες» και «άσκοπες» σπαζοκεφαλιές και ονειροπολήσεις. Προτιμά να βαδίζει πάνω στην πεπατημένη και ομαλά στρωμένη δημοσιά των ήδη εμφυτευμένων εμπειριών. Σύνωρα διευκολύνεται κατά πολύ να φαντάζεται διαβάζοντας πως βλέπει μία ακόμη ταινία στο σινεμά.

Προχωρώντας περισσότερο στην υφολογική μορφή του σύγχρονου μυθιστορήματος, παρατηρούμε πως, όπως συμβαίνει με την εξωτερική περιγραφή των ηρώων του βιβλίου, όμοια και χειρότερα, ελάχιστη σημασία δίνεται στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων τους. Οι ήρωες, επομένως, μετατρέπονται σε απλές μαριονέτες που σκοπός τους είναι να υποστηρίξουν με τις ενέργειές τους την πλοκή. Παρατίθενται και παρατάσσονται διαδοχικά για να γίνουν οι εκτελεστικοί μηχανισμοί που θα προάγουν την υπόθεση… και τίποτε άλλο. Η πλοκή μοιάζει με μια οικοδομή και όπως μια οικοδομή για να είναι στέρεα χρειάζεται αξιωματικά να στέκει πάνω σε γερές κι ακλόνητες κολώνες, έτσι και η πλοκή ενός μυθιστορήματος γίνεται τόσο πιο στέρεα όσο πιο εκτενής και ολιστική είναι η σκιαγράφηση του χαρακτήρα των ηρώων. Διαβάζοντας «Το Σμήνος», τον «Κώδικα DaVinci» και τα παρόμοια, ο αναγνώστης καταλήγει να βλέπει τους ήρωές τους ως φαντάσματα, σαν σκιές ακαθόριστες, σαν φάσματα που περιφέρονται, δρουν και αντιδρούν, μα που σκέπτονται ελάχιστα και αισθάνονται ακόμη πιο λίγα. Περεταίρω, τα διαδραματιζόμενα είναι τόσο γρήγορα και κατακλυσμιαία που δεν είναι μπορετό ακόμη και στον καλύτερο συγγραφέα να δώσει την παραμικρή έμφαση στην αλληλεπίδραση των γεγονότων με τη συνεχή αναδιαμόρφωση των ανθρώπινων χαρακτήρων. Οι ήρωες δεν επηρεάζονται από τα γεγονότα, δε μαθαίνουν, δεν αλλάζουν εξαιτίας τους. Όσο λίγο γνωρίζουν τον εαυτό τους στην αρχή του βιβλίου, την ίδια και λιγότερη αυτοεπίγνωση έχουν στο τέλος του. Ο δε αναγνώστης, αν προσπαθήσει να τους γνωρίσει και να συμπάθει μαζί τους, γρήγορα θα καταλάβει πως σ’ αυτό το μυθιστόρημα που διαβάζει ο σκοπός δεν είναι αυτός. Θα κατακλυστεί από τα γοργόπτερα τεκταινόμενα και θα συμπαρασυρθεί μαζί με τους ήρωες ως την ορμητική λύση του «δράματος» δίχως να προλάβει να αισθανθεί τίποτε ιδιαίτερο. Καθώς έχουμε όλοι επιβιβαστεί πάνω στο πλοίο του σύγχρονου μυθιστορήματος και εγκαταλείπουμε σιγά – σιγά το λιμάνι, μόλις που μπορούμε, πλέον, να διακρίνουμε το φάρο της αντίπερα όχθης που λέγεται λογοτεχνία και που στέλνει στον αιθέρα το διαθλώμενο και παραμορφωμένο αχνόφως του. Εκεί μακριά μας, στο λιμάνι εκατοντάδες υψωμένα χέρια μας κουνούν το μαντήλι του αποχαιρετισμού. Είναι οι ήρωες της λογοτεχνίας που άντεξαν στο χρόνο ως τα τώρα και που βλέπουν πια τη Λήθη να τους πλησιάζει και το έρεβός της να τους χωνεύει έναν – έναν. Είναι οντότητες πλήρεις συναισθημάτων, σκέψεων και εμπειριών, είναι αυθύπαρκτα φανταστικά όντα που ξεπήδησαν από την αιχμηρή πένα λογοτεχνικών διανοιών. Εμείς προτιμούμε να φύγουμε μακριά τους ακολουθώντας ανδρείκελα, ακατέργαστα πλάσματα, άμορφα σκιάχτρα. Κι όμως, αν δώσουμε την μέγιστη οξύτητα στο βλέμμα μας θα καταφέρουμε να διακρίνουμε ακόμη εκεί μακριά στον ορίζοντα να μας χαιρετά η Νανά με την οικογένειά της, τους Κουπώ. Θα δούμε τον Ρασκόλνικωφ, τον Ηλίθιο, την Ευγενία Γκραντέ, και πολλούς άλλους από τους παλιούς. Θα δούμε και κάποιους από τους πιο νέους, όπως τον Αντριάν Λέβερκυν, τον Ιβάν Ντενίσοβιτς, την Κάθριν Νόλαν, το Ρίκο (Εγώ) με το υπερτροφικό του όργανο (Αυτός) και εκατοντάδες άλλους, όλοι τους ολοζώντανοι, ανέγγιχτοι από το χρόνο.

Όχι, δεν πρέπει να συγκινηθούμε… θα συνεχίσουμε με ορθολογιστικό και αντικειμενικό πνεύμα, όπως ξεκινήσαμε…

Το κεφάλαιο των διαλόγων είναι ένα ακόμη μεγάλο κεφάλαιο υφολογικού χαρακτήρα. Οι διάλογοι στο «Σμήνος» καταλαμβάνουν περί τα 4/5 του βιβλίου. Βαρύνουν ποσοστιαία εις βάρος των περιγραφών. Θα έλεγε κανείς πως ό,τι θέλει να πει ο συγγραφέας, το λέει μέσα από τα φερέφωνά του: τους πρωταγωνιστές. Πολύ λίγα περιγράφονται και πολλά λέγονται. Το κάθε «φερέφωνο» μιλά εκ μέρους του συγγραφέα. Αποκαλύπτει όσα το δυνατό περισσότερα μπορεί να αποκαλύψει. Και για να μη γίνεται μονότονος, τα υπόλοιπα τα αφήνει να τα πουν οι άλλοι. Το καθένα από τα πρόσωπα του βιβλίου έχει επωμιστεί την ευθύνη να εξηγήσει στον αναγνώστη το μέρος της πλοκής που του αναλογεί. Και είναι αυτή η κατάσταση τόσο πολύ προσχεδιασμένη που αν αθροίσει κανείς τα λόγια όλων μαζί των προσώπων θα συγκεντρώσει σχεδόν ολάκερη την πλοκή, ή αλλιώς, ό,τι του χρειάζεται για να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Ο συγγραφέας, λοιπόν, δεν είναι τίμιος με τους ήρωές του. Τους εξαπολύει έναν – έναν μες στο κοχλάζον καζάνι όπου αναμοχλεύει την πλοκή και τους αναθέτει, σαν τραγικές μαριονέτες, να εξηγήσουν στον αναγνώστη, μέσα από διαλόγους και μονολόγους, για λογαριασμό του όλη την υπόθεση του έργου. Αν ο αναγνώστης δεν με πιστεύει, ας κάνει το εξής πείραμα: ας πάρει το βιβλίο και ας αποκόψει όλους τους διαλόγους από το υπόλοιπο κείμενο. Έπειτα ας τους βάλει στη σειρά και ας διαβάσει αποκλειστικά και μόνο αυτούς, αγνοώντας όλες τις υπόλοιπες περιγραφές. Τι θα έχει μπροστά του; Φυσικά, θα έχει ένα ολοκληρωμένο σενάριο του κινηματογράφου. Γιατί, ο σκοπός του συγγραφέα δεν είναι τόσο άδολος ως φαντάζει. Ο σκοπός του είναι εξαρχής η διασκευή του βιβλίου σε σενάριο και η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, μιας κι εκεί συχνάζουν σήμερα η Δόξα και το Χρήμα. Τι να το κάνει κανείς αν γράψει απλά ένα καλό μυθιστόρημα, όταν αυτό είναι καταδικασμένο (λόγω θεματολογίας, ή τρόπου γραφής) στο να παραμείνει ένα μυθιστόρημα; Πόσοι, άραγε θα σε γνωρίσουν και θα σε δοξάσουν; Πόσα, τάχα, λεφτά θα αποκομίσεις από όλη αυτή την ιστορία; Για του λόγου το αληθές, ελάχιστα… ούτε καν αξίζει τον κόπο. Πόσο διαφορετικά μπορεί, όμως, κανείς να πράξει και πόσο διαφορετικά να σκεφτεί, όταν βλέπει ολούθε τριγύρω του τη συγγραφέα του «Harry Potter» και τον συγγραφέα του «Κώδικα Da Vinci» να δρέπουν από πολύ νωρίς τις δάφνες της Δόξας και του Πλούτου και να στρογγυλοκαθίζουν ακλόνητα στην καθέδρα της οικουμενικής συνείδησης;

«Το Σμήνος» είναι ένα σενάριο, παρά ένα ακραιφνές λογοτεχνικό έργο και για ένα άλλο λόγο: Η δομή του αναφέρεται σε ένα γεγονός και σέβεται απόλυτα τη χρονική διαδοχή. Διατέμνεται σε κεφάλαια που αρχικά είναι μεγάλα και, καθώς εντείνεται η αγωνία στην πορεία, γίνονται όλο και μικρότερα για να καταλήξουν ολιγοπαράγραφα γεγονότα που αφορούν ένα και μόνο πρόσωπο με τοπογραφική εναλλαγή. Μοιάζουν έτσι με κινηματογραφικές σκηνές που εναλλάσσονται γρήγορα όσο ένας αναπνευστικός κύκλος για να κρατήσουν κορυφωμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Υπάρχουν και κάποιες αναδρομές, αλλά κι αυτές είναι δίκην «flash-back». Πρόκειται για «συνταγή επιτυχίας»; Μάλλον ναι, αν αναλογιστεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο μέσος αναγνώστης είναι εξοικειωμένος με μια ιστορία περιπέτειας και μυστηρίου, ένα θρίλερ.

Ποιος έχει τη διάθεση, πλέον, να ριχτεί σε μια απέραντη αναδρομή για κάθε ήρωα χωριστά, σε μια κοινωνιολογική και ηθογραφική προσέγγιση της εποχής και του ιστορικού υποβάθρου όπου λαμβάνουν χώρα τα τεκταινόμενα; Πέρασε ανεπιστρεπτή η εποχή που κάποιος αναγνώστης με τάσεις «μαζοχισμού» καθόταν σε ένα καναπέ κοντά στο παράθυρο, απ’ όπου εισχωρούσε η χλωμάδα και η καταχνιά του μολυβένιου, νεφελοφορτωμένου χειμωνιάτικου ουρανού και έπιανε στα χέρια του το δερματόδετο ογκώδη τόμο του «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι, ή της «Μαγεμένης Ψυχής» του Ρομαίν Ρολλάν και βυθιζόταν αργόσχολα στα πάθη των πρωταγωνιστών και της εποχής τους. Το βιβλίο στην εποχή μας είναι αντικείμενο ψυχαγωγίας μάλλον θερινό, παρά χειμερινό. Δεν το συνδυάζουμε πια με αργόσυρτα θλιμμένα απογεύματα, αλλά με διασκεδαστικά μεσοδιαστήματα μεταξύ δροσιστικών βουτιών στο θαλασσινό νερό, σ’ αυτό το κατευναστικό χωνευτήρι των αγωνιών και των παθών ολάκερης της υπόλοιπης χρονιάς. Για τούτο και δεν επιθυμούμε να μας χαλάσει τη διάθεση και την ιλαρότητα της ελαφρότητας της ζωής μας κανένας Τολστόι και κανένας Τόμας Μανν. Ποιοι είναι, άραγε, όλοι αυτοί που προσπαθούν να διαρρήξουν την ευτυχισμένη, ακύμαντη επιφάνεια της ζωής μας και να σκαλίσουν κάτωθέ της την ίδια μας την ψυχή; Να γίνουν το λοιπόν φαντάσματα και να εξοβελιστούν από τη συνείδησή μας. Ας πάνε να κατοικήσουν στα ζοφερά ερέβη τους και στα υγρά και σκιερά κελιά τους μαζί με τα υπόλοιπα φαντάσματα του παρελθόντος.

Εμείς ζούμε στον ήλιο και λουζόμαστε από το φως της νέας μας εποχής. Καβαλάμε τα νέα ρεύματα, τις σύγχρονες τάσεις και στροβιλιζόμαστε με ιλιγγιώδεις ταχύτητες μες στην παγκόσμια ευτυχία. Χθες ανακαλύψαμε τους Μάγους, σήμερα γνωρίσαμε τους Ναΐτες και την υπόλοιπη μεσαιωνολογία και αύριο θα μας πουν για την καταστροφή του Περιβάλλοντος. Δεν έχουμε χρόνο για άκαρπες χρονοτριβές. Παρ’ ότι ζούμε κατά μέσο όρο περισσότερα χρόνια από τους προγόνους μας, εντούτοις η ζωή μας έχει σμικρυνθεί απελπιστικά. Για τούτο και δεν έχουμε χρόνο για χρονοτριβές και χρονοβόρες ενδοσκοπήσεις. Προτιμούμε τον κινηματογράφο από τη λογοτεχνία. Ακόμη κι όταν διαβάζουμε κάποιο βιβλίο, πρέπει αυτό να μοιάζει το δυνατό περισσότερο με γρήγορο και ενδιαφέρον σενάριο. Εμείς αποφασίζουμε για το ποιο έργο θα γίνει best seller.

Αλίμονο στα υπόλοιπα…

Παναγιώτης Σιμιτσής

____________________________________________


Πληροφορίες για το βιβλίο:


Τίτλος: Το Σμήνος

Συγγραφέας: Frank Schatzing

Είδος: Μυθιστόρημα

Εκδόσεις: Καστανιώτης

Σειρά: Συγγραφείς απ' όλο τον Κόσμο

ISBN: 9600342652

Σελίδες: 1021

Εξώφυλλο: Μαλακό


________________________________________

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στις 8 Νοεμβρίου 2007 στο forum του Λέξημα με τίτλο θέματος: Για τη Λογοτεχνία > "Το Σμήνος" του Φρανκ Σέτσινγκ

Για να παρακολουθήσετε τη συγκεκριμένη συζήτηση του forum επιλέξτε το link:

http://www.lexima.gr/lxm/forum/viewtopic.php?t=553

_________________________________________

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Επίκληση ενός Φαντάσματος


Θα μιλήσω για μια νεαρή γυναίκα που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα (αν και υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις για το τι είναι πραγματικότητα).

Πρόκειται για ένα πλάσμα δημιουργημένο από οξύ και φιλοσοφικό νου, μα που, ωστόσο, δεν παύει να είναι κατασκεύασμα θνητού, και ως τέτοιο που είναι σκιαγραφήθηκε και εμπλουτίστηκε με όλα τα στοιχεία, τις χάριτες και τις αδυναμίες που η λογοτεχνική πέννα μπορεί να προσδώσει στα τέκνα που ξεπηδούν από την ατσαλένια της μύτη (άλλα χαίροντα άκρας υγείας και αρτιότητας και άλλα ημιτελή, κακάσχημα και παραμορφωμένα σαν homunculi). Η νεαρή γυναίκα για την οποία θα μιλήσω παρακάτω, είναι μια γυναίκα που συλλήφθηκε μες σε λίκνο ρομαντισμού και στολίστηκε ολάκερη με τα πιο χρυσοποίκιλτα και φανταχτερά πλουμίδια του νατουραλισμού. Ένα ον που εξυπηρετεί την ανάγκη για δραματοποίηση, ένα πλάσμα με διάδημα πλέριας, καταυγάζουσας φως αγνότητας που γύρω του περιπλέκεται μια σκοτεινή ιστορία απ’ αυτές που χρειάζονται πάντα ως λοκομοτίβα έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να τον θυσιάσουν στο ικρίωμα της επιθυμητής τραγικής ειρωνείας.

Ξύπνησα, λοιπόν, από το λήθαργο 177 χρόνων αυτή τη νεαρή κοπέλα (ας με συγχωρέσει γι αυτή μου την εγωιστική πράξη) για να σας την παρουσιάσω.

Πρέπει να τη δείτε με μεγάλη προσοχή και σεβασμό, μιας και για χάρη σας μπήκε σε μεγάλους κόπους για να έρθει ως αυτό το forum. Δε χρειάζεται να σας πω πόσο δυσκολεύτηκε να βρει τ’ απομεινάρια της που κείτονταν σκόρπια στην αφιλόξενη σαν την ίδια την Κόλαση πλαγιά του «Γερακοβουνίου» και να τα μαζέψει για να ανασυνθέσει το σκελετό της, πώς πήρε λουλούδια από μαγιάτικους λειμώνες και τα έκανε σπλάγχνα της και λίγες στάλες φως από ανδαλουσιανό καταμεσήμερο για καρδιά. Και αφού φοβόταν να έρθει μόνη για να παρουσιαστεί μπροστά μας, έψαξε και βρήκε και την κατσίκα της. Οι δυο τους μαζί περάσαν, με ξέφρενους χτύπους στην καρδιά και τρόμο μες στο βλέμμα, απ’ την πλατεία Γρέβης, όπου αντίκρισαν τη ζοφερή αγχόνη. Έπειτα μπάρκαραν με κάποιο πλοιάριο από τη Μασσαλία και έφτασαν ως εδώ.


Να τες! Δείτε τις… ενώπιόν σας στέκουν!

ΕΓΩ:
Συγχώρα με κοπέλα μου,
Που απ’ το βαθύ τον ύπνο
Με εγωισμό περίσσιο σ’ έβγαλα.
Δεν το ‘κανα ανώφελα ωστόσο.
Στο forum τούτο δω συζήτηση μεγάλη
Κάποιοι ανθρώποι πιάσαν μεταξύ τους για τις γυναίκες
Και της ψυχής τους τα μυστήρια.

ΦΑΣΜΑ:
Η συγνώμη σου σε μένα καλοδεχούμενη είναι.
Μη σκιάζεσαι αυτό που το λογισμό σου παιδεύει
Ευθύς να με ρωτήσεις δίχως περισπασμούς.
Εξάλλου εσύ ‘σαι άνθρωπος κι εγώ μόνο ένα φάσμα
Που από ανθρώπου έμπνευση ξεπήδησα πριν χρόνους πολλούς
Κι έκτοτε η φήμη μου εξαπλώθη
Πέρα απ’ της ile de la Cite τ’ ασφυκτικά τα όρια
Κι από περιπλανώμενη στης Παναγιάς του τόπου μου
Το πολύπαθο, ματοβαμμένο προαύλιο πέταξα μακριά
Πάνω από τόπους άγνωστους σε μένα
Κι ο Κόσμος ολάκερος μ’ αγάπησε με φλόγα.

ΕΓΩ:
Θα ήθελα στους φίλους μας,
Που εδώ μπροστά σου στέκουν εκστατικοί,
Το γνώριμ’ όνομά σου να αποκαλύψεις.

ΦΑΣΜΑ:
Είμαι η Εσμεράλδα.
Και τούτη εδώ η ξυπνή κατσικούλα
Με το γυαλιστερό το άσπρο τρίχωμα
Και τα επιχρυσωμένα κέρατα και πόδια
Είναι η καλή μου η Τζαλή.

ΕΓΩ:
Ακούσατε αναγνώστες μου;
Τούτη την κοπελιά που έχετε εμπρός σας,
Με την τσιγγάνικη ομορφάδα
Και την αταίριαστη του τάφου χλωμάδα,
Που ακούει στ’ όνομα Εσμεράλδα
Μήπως αναγνωρίζετε;

Λίγες κουβέντες απ’ το μακραίωνα βουβό σου στόμα
Καλή μου Εσμεράλδα ζητώ να αποσπάσω.

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Ρώτα με.

ΕΓΩ:
Την πρώτη μου απορία άσε σε ‘σε να θέσω:
Ποιος ήταν ο λόγος που ο Δημιουργός σου,
Ενώ στην τρομερή Αυλή των Θαυμάτων
Μέλος αγαπητό σε όρισε,
Σε ήθελε παρθένα ως την αρχή του δράματος;
Με συγχωράς, μα στο σύγχρονο αναγνώστη
Πολύ ιδανικό φαντάζει τούτο
(Για να μην πω άλλη κουβέντα…)

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Ό,τι κι αν πεις φίλε μου γι’ αυτό το θέμα
Ανώφελο είναι την τιμή μου να υπερασπιστώ
Χωρία από το Κείμενο χρησιμοποιώντας.
Θαρρείς σε μένα άρεσε αυτή
Του Δημιουργού μου η υποκρισία;
Θαρρείς πως την εποχή του ζόφου που ‘ζησα
Κι εν μέσω της βδελυρής Αυλής εκείνης
Μου ήταν μπορετό την παρθενιά μου να κρατήσω
Στα βρωμερά τα ένστικτα και τ’ αποτροπιαστικά
Καμώματα των χυδαίων ληστών και αλητών
Ενάντια πηγαίνοντας;

ΕΓΩ:
Άραγε, μπορείς να πεις σε μας
Γιατί ο Δημιουργός σου τέτοια σε παρουσίασε
Από ρεαλισμό και ανθρωπιά αλάργα;

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Τον Κύρη μου που μ’ έφτιαξε
Δε θέλω να εκθέσω.
Θα ‘χε θαρρώ τους λόγους του.
Ίσως να είχε ανάγκη από γυναίκα σαν κι εμέ,
Το φύλο ολονών των γυναικών
Στο πρόσωπό μου να εξυψώσει.
Δεν έκανε κάτι που παράταιρο στους άντρες είναι.
Πολλοί από ‘σας εμάς μας θέλετε έτσι:
Αμόλευτες, αγνές και αειπάρθενες
Για να μπορείτε έπειτα να επαίρεστε
Για της κατάκτησής σας τη μοναδικότητα
Στο θρίαμβο που τόσο εφήμερος είναι μεθώντας.
Όσο για την παρθενιά που έθιξες,
Σ’ αφήνω μοναχός ν’ αναρωτιέσαι…

ΕΓΩ:
Θα ‘θελα και κάτι ακόμη να ρωτήσω…
Αν και αποκοτιά μπορεί τούτο ν’ αποβεί
Κι αιτία, αλίμονο, να σε στενοχωρήσω…

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Πώς, άραγε, ένας νεκρός βιβλίου ήρωας
Μετά τη στερνή του δράματος σελίδα
Να νιώσει ο,τιδήποτε μπορεί;
Μη σε γελά ο ανθρωπομορφισμός που ίδιόν σου είναι,
Και μη θαρρείς το φάσμα μου πως γυναικείο είναι.
Ο θρήνος μου, τα πάθη μου
Στον αγαπημένο τόμο ξεκίνησαν και τέλεψαν,
Συνέχεια δεν έχουν.

ΕΓΩ:
Τα λόγια σου με θάρρητα με όπλισαν
Γιατί το φόβο της αδικοπραξίας
Βοήθησες εμέ να ξεπεράσω.
Γιατί, λοιπόν, μ’ αφέλεια υπερβολική για άνθρωπο υπαρκτό,
Τον αξιωματικό εκείνο με την ελαφριά συνείδηση
Με τόση ανεμυαλιά και κοντοθωριά αγάπησες,
Δίχως να βλέπεις γύρω σου πως άλλοι δυο
Φλεγόμενοι από ανομολόγητο έρωτα ανθρώποι,
Μες στα πυρά της Κόλασης για ‘σε παραδαρμένοι,
Ζωή πλήρη ευτυχίας κι ανόθευτης αγάπης
Μπορούσαν να προσφέρουν;


ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Ω Φοίβο!
Γι’ αυτόν μιλάς, κατάλαβα.
Γι’ αυτόν που ζωή και μάνα πρόδωσα με περισσή αφέλεια.
Δεν ξέρω τι τον έπιασε το Δημιουργό μου
Και μ’ έβαλε το ρόλο της αγνώμονης και της τυφλής να παίξω.
Το Φοίβο τον ελάτρεψα δίχως αναπαμό κι αντίκρισμα
Γιατί έτσι η μοίρα μου ως ηρωίδας όριζε.
Πως δε μ’ αγάπησε ποτέ το ξέρω.
Αλίμονο δε φταίω εγώ για τη νατουραλιστική μου φύση.
Γι’ αυτή τον Κύρη που με γέννησε οφείλεις να ρωτήσεις
(Δύσκολο είναι να τον βρεις όσο κι αν θέλεις).
Μην άξιζε, τάχα, για την ανανταπόκριτη αγάπη που ένιωσα
Τη θανατηφόρα αγχόνη στον πάλλευκο λαιμό μου
Περιλαίμιο οικτρό να φορέσω,
Και ένα απόβρασμα με την κουκούλα του Δημίου
Στους ώμους μου να νιώσω να κρεμιέται ολόβαρος
Τον άμοιρο αυχένα μου παλεύοντας
Ολότελα να σπάσει και να μ’ αποτελειώσει;
Το γνώθει σ’ αυτόν και τότε όπως και τώρα έχω:
Ανεμυαλιά απίστευτη θα ήταν κάτι τέτοιο.
Το δράμα όμως όφειλα τότε να εξυπηρετήσω
Με πράξεις κι αντιδράσεις που στη ζωή τούτη,
Που ‘συ κι εσείς οι υπόλοιποι διάγετε,
Να πράξω ποτέ δε θα διανοούμουν.
Βλέπεις, δεν είμαι παρ’ ένα κατασκεύασμα
Και αδημονώ τη φύση την ανθρώπινη
Κάποτε ν’ αποκτήσω.

ΕΓΩ:
Τον Κλαύδιο Φρόλλο τώρα αν ζούσες
Πιότερο απ’ το Φοίβο θα προτιμούσες;

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Φυσικά, μιας κι είναι ώριμος κι απ’ τη ζωή πολλά γνωρίζει.
Μήπως χαζή με θεωρείς; Τι ερώτηση και τούτη!
Και σε σας φίλες μου που εμπρός σας με θωρείτε
Ετούτο λέγω:
Καλή είναι η ομορφιά, τα νιάτα κι η αγάπη,
Μα μπρος στης ζήσης τούτης τ’ αδιέξοδα και τις πολλές αγκάθες
Οφείλετε τα υλικά πάντα να αποκτάτε
Γιατί τα αισθήματα τα γοργόπτερα κάποτε θα τελέψουν
Κι οι σύζυγοι νομοτελειακά θα σας εγκαταλείψουν μόνες.
Και τότε τι θα έχετε μαζί σας παρηγοριά κι εφόδιο,
Εξόν απ’ τα υλικά αγαθά που ως τότε τριγύρω θα ‘χετε σωρεύσει;
Κουτές μην είστε, το λοιπόν,
Σε μένα να μη μοιάστε.

ΕΓΩ:
Μα…

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ:
Φεύγω τώρα, έχε γεια
Απ’ των μακάρων το λήθαργο
Για τέτοιες σαχλές απορίες
Μη με ξανασηκώσεις.
Έλα Τζαλή να φύγουμε, στον τάφο μας να πάμε,
Γιατί θαρρώ ακούω του Κουασιμόδου τη φωνή
Που απελπισμένα κρένει…


_________________________________

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στις 17 Νοεμβρίου 2007 στο forum του Λέξημα με τίτλο θέματος: Προβληματισμοί > Στην Ελλάδα κηδεύουμε τον Φεμινισμό

Για να παρακολουθήσετε τη συγκεκριμένη συζήτηση του forum επιλέξτε το link: http://www.lexima.gr/lxm/forum/viewtopic.php?t=556

Οι εικόνες προέρχονται από την εικονογράφηση του βιβλίου "Η Παναγία των Παρισίων" του Βίκτωρος Ουγκώ, της εκδοτικής σειράς "Άπαντα Κλασικών Συγγραφέων", εκδόσεις Μιχαλακέας & ΣΙΑ, 1968

____________________________________________


Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Στην Ελλάδα κηδεύουμε το φεμινισμό

Το παραδέχομαι πως όταν γυρνώ από τη δουλειά μου το μεσημέρι συχνά ανοίγω την τηλεόραση και την αφήνω να παίζει για να έχω λίγη παρέα τρώγοντας... ναι, το παραδέχομαι. Κι εσύ φίλε μου, καταλαβαίνεις αμέσως τι βλέπω χωρίς να απαιτείς να με εκθέσεις ρωτώντας με, γιατί θαρρώ πως είναι περιττό να διευκρινίσω περαιτέρω… Ίσως περνώ μια τάση μαζοχισμού… ίσως πάλι να θέλω να καταρτίσω μια σφαιρική και όσο το δυνατό αρτιότερη γνώμη για την ελληνική πραγματικότητα της υποκουλτούρας. Όταν δεν βουτηχτεί κανείς ως τις άντζες του μες στο βούρκο, καταδικάζει εαυτόν στον ακαδημαϊσμό και τη γενικολογία δοκιμιακού ύφους. Ρωτώ: Πώς θα είχε αποκτήσει η ανθρωπότητα μια τόσο λεπτομερή ιδέα για την Κόλαση, αν δεν είχε σταλεί εκεί να περιπλανηθεί ο καλός μας Δάντης;

Αρκετά, όμως, με τα προλογικά τερτίπια…

Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι εκπομπές αυτές είναι η επιτομή της νέας ελληνικής πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας που περιλαμβάνει λογιών – λογιών ανθρώπους, μα επ’ ουδενί κάθε λογής (αλίμονο, δεν είμαστε δογματικοί). Στην πασαρέλα αυτή παρελαύνουν κυρίως γυναίκες: γυναίκες καταπιεσμένες, αδικημένες, κακοποιημένες, εγωίστριες, απαιτητικές… ναι απαιτητικές. Σ’ αυτές θέλω να επικεντρωθώ. Οι ιστορίες τους μοιάζουν ακραίες, γαργαλιστικές για το άμοιρο τ' αυτί. Αυτές οι ιστορίες φαίνονται πολλές και διαφορετικές, μα δεν είναι, γιατί όλες τους περιελίσσονται και διακλαδίζονται γύρω από τον ίδιο κι απαράλλαχτο κεντρικό άξονα, εμπλουτίζοντας απλά με καινούργιες λεπτομέρειες το ίδιο αρχέγονο μοτίβο, εκείνο της «γυναίκας-προστατευόμενης».

Τι σημαίνει ο όρος «γυνή η προστατευόμενη»; Είναι τάχα κάποιο νέο είδος του ζωικού βασιλείου; Μην είναι είδος προς εξαφάνιση; Μήπως, πάλι, είναι κάποιο γνώριμο από τα παλιά φαινόμενο, που για λίγο είχε εξοβελιστεί στο περιθώριο, μα που ανέκτησε και πάλι τη διαχρονικότητά του επιστρατεύοντας την πανίσχυρη αταβιστική του φύση ως όπλο; Θα προσπαθήσω να δώσω ένα, όσο το δυνατό περιεκτικότερο ορισμό:

«Γυνή η προστατευόμενη» είναι ένα ον το οποίο ανήκει στα πρωτεύοντα του γένους homo sapiens sapiens. Από τη στιγμή της γέννησής του ως την εφηβεία έχει απόλυτα την ανάγκη των μητρικών συμβουλών και νουθεσιών για να μπορέσει να ορθοποδήσει και να αυτονομηθεί. Όταν απογαλακτιστεί (γύρω στα δεκατρία) αρχίζει να δρα ακολουθώντας τυφλά τις μητρικές προσταγές, ψάχνοντας μανιωδώς για σύντροφο (εξού και ο όρος «γυνή η οιστρηλατούμενη»). Είναι δε τόση η μονομανία που διακατέχει αυτό το ον σχετικά μ’ αυτή του τη δράση («γυνή η παρωπιδοφόρος»), ώστε κάθε επιθυμία για πνευματική καλλιέργεια, μάθηση ή άλλου είδους απασχόληση εκμηδενίζεται και κάθε φυσική κλήση στειρώνεται κι εγκαταλείπεται. Ως την ενηλικίωση έχει μάθει να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τα φυσικά (ή τεχνητά) κάλλη και θέλγητρα του σώματός της, ώστε, ελλείψει κάθε άλλου όπλου επιβίωσης, να μπορέσει να βρει σύντροφο. Ο σύντροφος δεν της χρησιμεύει σε τίποτα άλλο εκτός από την εξασφάλιση της επιβίωσης και της προστασίας. Σε μερικές περιπτώσεις το ον αυτό κολλά πάνω στο αντίθετο φύλο και το απομυζεί τόσο λαίμαργα, που όταν υποπτευτεί πως οι χυμοί του σώματός του αρχίζουν να στερεύουν, τότε παρατά το θύμα του ημιθανές προς αναζήτηση νέου («γυνή η βδελλο-τρόπος» ή «γυνή – αλογάκι της Παναγίας») Η Ανθρωπολογία δε μπορεί ως τώρα να πει με απόλυτη βεβαιότητα αν αυτός ο οργανισμός, που κάνει την επανεμφάνισή του δίκην επιδημίας στην Ελλάδα, είναι η τέλεια «μηχανή επιβίωσης». Οι περισσότεροι επιστήμονες του συγκεκριμένου κλάδου υποστηρίζουν πως πρόκειται για πρόσφατη μετάλλαξη προηγούμενου είδους (που ζούσε στο συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο από αρχαιοτάτων χρόνων ως τη δεκαετία του ’80 περίπου, οπότε και υπέστη μια αισθητή μείωση του πληθυσμού του). Η μετάλλαξη αυτή το κάνει τόσο αποτελεσματικό που είναι σίγουρο πως θα επικυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες με άγνωστες συνέπειες.

Ελπίζω να μην κούρασα τον αναγνώστη με τον μακροσκελή τούτο ορισμό (καμιά φορά οι «επιστημονικοί ορισμοί» δεν πρέπει να εκλαϊκεύονται). Τα αταβιστικά ένστικτα της επιβίωσης νίκησαν, λοιπόν, τη γυναικεία χειραφέτηση. Οι γυναίκες που επιλέγουν να μορφωθούν και να εργαστούν για την ίδια τους την προκοπή και την αυτονομία τους, για την ίδια τους την ψυχή και όχι απλά και μόνο για να μπορέσουν να επιλέξουν καλύτερο σύντροφο, εμφανίζουν μια ανησυχητική τάση μείωσης του αριθμού τους. Οι απαιτήσεις χωρίς αντίκρυσμα αυξάνονται… ολοένα μεγαλώνουν και θεριεύουν, περνούν στη σφαίρα του εξωφρενικού.

Οι ευτράπελες εξιστορήσεις των τηλεθεατριών στις μεσημεριανές εκπομπές της τηλεόρασης, άλλοτε ειπωμένες με κλαυθμυριστική δραματικότητα, άλλοτε με εξοργιστικά ανερυθρίαστη απάθεια, είναι από μόνες τους ένα πραγματικό Σχολείο… το Σχολείο της ελληνικής πραγματικότητας.

Εσύ τηλεθεατή, προτού ανοίξεις ξανά την τηλεόραση εν μέσω της «ακατάλληλης» μεσημεριανής ζώνης, πρέπει να αναφωνήσεις:

Lo giorno se n’ andava, e l’ aer bruno
Toglieva gli animai che sono in terra
Dale fatiche loro, ed io sol uno
M’ apparecchiava a sostener la Guerra
Si del cammino e si della pietate,
Che ritrarra la mente che non erra.
O Muse, o alto ingegno, or m’ aiutate,
O mente che scrivesti cio ch’ io vidi,
Qui si parra la tua nobilitate.

(Dante, Inferno, II Canto)


Έφευγε η μέρα κι ο μουντός αγέρας
Τα ζωντανά της γης από τους κόπους
Ξαλάφρωνε. κι εγώ μονάχος ένας
Συντάζουμουν να πιάσω τον αγώνα
Του ταξιδιού κι ομάδι της συμπόνιας,
Που η αλάθευτή μου μνήμη θα στορίσει.
Ω Μούσες, νου τρανέ, βοηθάτε τώρα,
Ω λογισμέ που χάραξες ό,τι είδα,
Εδώ θα φανεί η αρχοντιά σου.

(Μετ. Ν. Καζαντζάκης)
_______________________________________________
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στις 16 Νοεμβρίου 2007 στο forum του Λέξημα με τίτλο θέματος: Προβληματισμοί > Στην Ελλάδα κηδεύουμε τον Φεμινισμό

Για να παρακολουθήσετε τη συγκεκριμένη συζήτηση του forum επιλέξτε το link:
_______________________________________________

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Ιδρυτική πράξη

Αυτή είναι η πρώτη φορά που γράφω στο νεοδημιουργηθέν μου blog.

Παρακινημένος από την ανάγκη να επικοινωνήσω με όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους και να αποφύγω τον δηλητηριώδη και στέρφο εγκλεισμό στα ασφυκτικά τοπογραφικά και κοινωνικά πλαίσια των προσωπικών μου γνωριμιών, αισθάνομαι την ανάγκη να ασχοληθώ με ένα τέτοιο πόνημα.

Καμιά φορά η ανάγκη για επικοινωνία και εξωτερίκευση σε κάνει να εκτίθεσαι δημοσίως με διάφορους τρόπους που θεωρείς πως θα βρουν ανταπόκριση. Στον εικονικό κόσμο του Internet τέτοιοι τρόποι είναι τα απανταχού παρόντα fora, chat rooms και τελευταία τα blogs. Έχω ασχοληθεί κατά καιρούς με τα δύο πρώτα είδη (διαύλους) επικοινωνίας και λέω τώρα να δοκιμάσω την τύχη μου στον τομέα των blogs. Δε μπορώ να πω πως είμαι ικανοποιημένος ως τώρα. Ίσως φταίει το γεγονός πως ακόμη δεν έχω αποφασίσει τι ακριβώς θέλω να πω. Ίσως γιατί ανέκαθεν έψαχνα να αγκιστρωθώ από κάτι το ξεχωριστό μες σ' αυτή τη ρουτινιάρικη καθημερινότητα, αλλά ποτέ δεν το έβρισκα (ή δεν το διέκρινα προσπερνώντας το).


Είναι πολύ πιθανό, τελικά, να μην υπάρχει κάτι το απόλυτα, καθολικά σημαντικό σε τούτη τη ζωή, παρά μονάχα μικρά καθημερινά λιθαράκια σκέψεων, προτάσεων και αντιπροτάσεων που συνεισφέρει ο καθένας για να χτιστεί το οικοδόμημα της παγκόσμιας συνείδησης. Και είναι αυτό το οικοδόμημα φύσει τόσο "βαβελ - ικό", που το κάθε του στοιχειώδες τμήμα, το κάθε του απειροελάχιστο συστατικό είναι τόσο διαφορετικό από τα υπόλοιπα όσοι διαφορετικοί τρόποι σκέψης υπάρχουν αναμεταξύ μας. Είναι χτισμένο από υλικό κάθε λογής ποιότητας, σχήματος, μεγέθους και αντοχής: πέτρα, μάρμαρο, πλίνθους, κεραμικά, σίδηρο, χαλκό και άλλα μέταλλα. Ματαιοπονεί κανείς αναζητώντας την πιο πρωτότυπη ιδέα, τη σπουδαιότερη σκέψη, την απόλυτη αλήθεια. Η φιλοσοφική λίθος μας στοιχειώνει ακόμη, κι ας έχει χαθεί μαζί με τις αποσκευές του τελευταίου αλχημιστή...

Το blog μου αυτό το ονόμασα Panos Notebook, ακριβώς γιατί σκοπεύω να το χρησιμοποιήσω σαν σημειωματάριο, όπου θα γράφω ό,τι νομίζω πως έχει ενδιαφέρον (πάντα κατά την άποψή μου). Μπορεί να το μετατρέψω σε ημερολόγιο, μπορεί σε πίνακα ανακοινώσεων και διανοητικών σχεδιασμάτων... μπορεί ακόμη και να το σβήσω (δε θα είναι δα και η μεγαλύτερη απώλεια για την ανθρωπότητα)

Ο Χρόνος θα το δοκιμάσει και θα καθορίσει μοιραία την πορεία του...